Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Φονευθέντες εις τον εμφύλιον πόλεμον: Η αποτύπωση της μνήμης του Εμφυλίου σε ένα χωριό της Λακωνίας

Του Νικόλαου Ζαχαράκη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια έντονη συγγραφική δραστηριότητα αναφορικά με την περίοδο 1940-50. Ο απόηχος των δραματικών γεγονότων της περιόδου εκείνης , και ιδιαίτερα του εμφυλίου πολέμου, φθάνει ως τις μέρες μας φιλτραρισμένος μέσα από κείμενα ιστορικών, μελετητών της περιόδου καθώς επίσης και μέσα από τις αυτοβιογραφίες των πρωταγωνιστών της περιόδου κυρίως από το χώρο της Αριστεράς. Οι συγγραφείς αντλούν το υλικό τους μέσα από τα επίσημα αρχεία καθώς και από αρχεία αγωνιστών της Αριστεράς τα οποία σώζονται είτε αυτούσια είτε αποσπασματικά. Όλα αυτά τα στοιχεία οδηγούν σε νέες ερμηνείες και πορίσματα ενώ σε αρκετές περιπτώσεις κατευθύνουν την έρευνα των νεότερων μελετητών προβάλλοντας καινούριες οπτικές. Κινούμενοι στο κλίμα της νέας ιστορίας και της αντίληψης μιας ιστορίας από τα κάτω, οι ερευνητές αυτοί διευρύνουν την οπτική γωνία τους μέσω της μελέτης της ατομικής και συλλογικής μνήμης και των αφηγήσεων ζωής. Η ελληνική ιστοριογραφία βέβαια μόλις πρόσφατα άρχισε να αποδέχεται την προφορική ιστορία ως αξιόπιστη ιστορική πηγή αλλά και ως νέα σύλληψη της ιστορίας που αναζητά τον αντίκτυπο της κοινωνικής αλλαγής περισσότερο στη βιωμένη εμπειρία των καθημερινών ανθρώπων. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλλε σημαντικά η εισαγωγή της κοινωνικής ανθρωπολογίας στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο καθώς και η αναγνώριση του γεγονότος ότι η προφορική ιστορία μπορεί όχι μόνο να μεταθέσει το κέντρο βάρους αλλά και να
διευρύνει το πεδίο της έρευνας.

Η ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1940-50 ΩΣ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΕΔΙΟ


Το μνημείο των θυμάτων της  χωροφυλακής στην είσοδο
του χωριού. Είναι εμφανής η αλλοίωση της προμετωπίδας
του μνημείου. Χαρακτηριστική η επιγραφή στη βάση του
μνημείου.
Όσον αφορά τις θεματικές των ερευνών που διεξάγονται στο πλαίσιο αυτό κυριαρχούν οι μελέτες που αφορούν τη δεκαετία του 1940. Χωρίς να υποβαθμίζεται η σημασία των πολεμικών γεγονότων τα οποία καθόρισαν εν πολλοίς την φυσιογνωμία της περιόδου, ερευνάται σε ένα δεύτερο επίπεδο η δυναμική της συμβολής των απλών ανθρώπων οι οποίοι στα επίσημα κείμενα αντιμετωπίζονται ως ποσοτικά δεδομένα από τη στιγμή που η δράση τους στην υπο εξέταση περίοδο δε συναρτάται άμεσα με κάποιο καίριο πολιτικό ή στρατιωτικό γεγονός. Η ιστορία του εμφυλίου στην πιο επίσημη εκδοχή της, εκείνη που παρουσιάζεται από τα επιτελεία των δυο αντιπάλων με τη μορφή συνοπτικών εκθέσεων των διαφόρων επιχειρήσεων αρκείται στην απλή περιγραφή των ελιγμών και στον απολογισμό απωλειών και λαφύρων. Το σκηνικό αυτό φάνηκε να ανατρέπεται τα τελευταία χρόνια μέσω της έκδοσης απομνημονευμάτων των αγωνιστών. Τα έργα αυτά όμως παρά τις πλούσιες πληροφορίες που παρέχουν σχετικά με την καθημερινότητα του πολέμου δεν προσφέρονται για μια συγκριτική ανάλυση δεδομένων από τη στιγμή που δίνουν τα γεγονότα μέσα από το βλέμμα ενός και μόνο ανθρώπου με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Γι’ αυτό το λόγο επιχειρείται η ερμηνεία των γεγονότων μέσα από την αντιπαράθεση συγγενών τοπικά και χρονικά μαρτυριών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτεται η πολυμορφία των κοινωνικών εμπειριών μια κοινότητας. Τη μέθοδο αυτή ακολουθήσαμε κατά την πορεία της έρευνας μας σε ένα από τα ορεινά χωριά του Πάρνωνα και συγκεκριμένα στο Βασσαρά. Πρόκειται για ένα χωριό το οποίο δοκιμάστηκε πολύ σκληρά κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Οι οικογένειες του χωριού χωρίστηκαν στα δύο. Κάποιες από αυτές προσχώρησαν στο αντάρτικο ενώ άλλες συνασπίστηκαν στο πλευρό του Γερμανού κατακτητή. Αρκετοί νέοι εντάχθηκαν στους στρατιωτικούς σχηματισμούς του εχθρού (Τάγματα Ασφαλείας) και εν συνεχεία στις παρακρατικές ομάδες της δεξιάς. Η στράτευση αυτή είχε δραματικές επιπτώσεις κυρίως για τους αμάχους, τα θύματα στις τάξεις των οποίων κατά τη διάρκεια του εμφυλίου υπερβαίνουν τα πενήντα. Η ομαδική μνήμη της κοινότητας, που ορίζεται ως ικανότητα του συνόλου να μην ξεχνά συγκεκριμένα συμβάντα πρόσωπα και χρονολογίες που συνέβαλλαν στη συγκρότηση της ιδιαίτερης ταυτότητας της εκδηλώνεται στο χώρο μέσα από τρία μνημεία που δεσπόζουν στην είσοδο του χωριού. Τα δυο από αυτά είναι αφιερωμένα στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και στα θύματα της θηριωδίας των παρακρατικών δυνάμεων και είναι σχετικά μεταγενέστερα. Και τα δυο έχουν κατασκευασθεί ιδιωτική δαπάνη με τη συμβολή των αγωνιστών και των συγγενών των θυμάτων. Το τρίτο και πιο επιβλητικό με εμφανή τα σημάδια του χρόνου (ανεγέρθηκε την περίοδο της δικτατορίας) βρίσκεται μπροστά από το κτίριο του δημοτικού σχολείου, φόρος τιμής στους 17 χωροφύλακες οι οποίοι ‘έπεσαν υπέρ πατρίδος μαχόμενοι στον εμφύλιο πόλεμο’ όπως αναφέρει η εμφανώς αλλοιωμένη για τις ανάγκες της εθνικής συμφιλίωσης, προμετωπίδα του μνημείου. Το γεγονός αυτό στάθηκε το κέντρο γύρω από το οποίο συναρθρώθηκε η συλλογική μνήμη της περιόδου με τις όποιες διαφοροποιήσεις και παραλλαγές της. Λαμβάνοντας χώρα στα πλαίσια του οικισμού με την εκούσια η ακούσια συμμετοχή μελών της κοινότητας, αναδείχθηκε μεταπολεμικά σε σημείο αντιλεγόμενο με τις δυο πλευρές να επιχειρηματολογούν γύρω από τους όρους και τις συνθήκες μιας σύγκρουσης στην οποία αποδιδόταν ενίοτε τα χαρακτηριστικά μιας πολεμικής αναμέτρησης και ενίοτε εκείνα μιας σφαγής, τα οποία και αποτυπώνονται ευδιάκριτα στη σχετική βιβλιογραφία ένθεν και ένθεν. Η έρευνα μας, κινούμενη στο μεθοδολογικό πλαίσιο που προαναφέραμε και χωρίς να παραβλέπει τον επίσημο λόγο των δύο πλευρών, αναζήτησε τους αφανείς πρωταγωνιστές της περιόδου εκείνης. Μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων επιχειρήσαμε την ανασύνθεση των γεγονότων της ευρύτερης περιόδου και ειδικά εκείνης της τραγικής ημέρας , της 23ης Νοεμβρίου 1946. Παράλληλα αναζητήσαμε και τις σχετικές βιβλιογραφικές αναφορές. Θα μπορούσαμε σε γενικές γραμμές να πούμε ότι η αριστερή ιστοριογραφία δεν δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός αρκούμενη σε κάποιες σύντομες αναφορές. Η απέναντι πλευρά έσπευσε όπως και σε αντίστοιχες περιπτώσεις, σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, να αξιοποιήσει το γεγονός για λόγους προπαγάνδας, χαρακτηρίζοντας το ως σφαγή. Στο σημείο αυτό μια σύντομη αναφορά στις πηγές αυτές κρίνεται σκόπιμη για την καλύτερη κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της περιόδου.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ

Τα στοιχεία που παρατίθενται συνιστούν μια πιο επίσημη μορφή προφορικής μαρτυρίας και εν προκειμένω της καταγεγραμμένης κατάθεσης ενός εκ των πρωταγωνιστών της περιόδου, του Επιτελάρχη της III Μεραρχίας του ΔΣΕ Γεώργιου Κονταλώνη ο οποίος παραδόθηκε στα τέλη του 1949. Η εξιστόρηση των γεγονότων ξεκινά από τον Φεβρουάριο του 1946, όπου μέσα στο κλίμα της λευκής τρομοκρατίας και ενόψει των εκλογών της 1ης Μαρτίου λαμβάνει χώρα η πρώτη συνεδρίαση των στελεχών του Κ.Κ.Ε. για την οργάνωση των ομάδων της αυτοάμυνας. Συντονιστής Λακωνίας εκλέγεται ο Σταθάκης ο οποίος αναλαμβάνει την οργάνωση της περιοχής της Σπάρτης. Ο Κονταλώνης ορίζεται υπεύθυνος του Βόρειου Πάρνωνα. Θα ακολουθήσει δεύτερη σύσκεψη τον Οκτώβριο του 1946 στον Πάρνωνα και συγκεκριμένα στο χωριό Βαμβακού όπου θα γίνει μια αναδιάταξη αρμοδιοτήτων και Διοικητής των δυνάμεων του Πάρνωνα θα αναλάβει ο Θεόδωρος Πρεκεζές. Στη συνεδρίαση αυτή θα ληφθεί η απόφαση προσβολής των Σταθμών Χωροφυλακής που εδρεύουν στα χωριά του Πάρνωνα. Στις 28-8-46 ο Θ. Πρεκεζές επιτίθεται αιφνιδιαστικά κατά του Σταθμού Χωροφυλακής Αγίου Πέτρου. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δέχονται επίθεση οι Σταθμοί Χωροφυλακής Τζιτζίνων, Καρυών και Καστανίτσας. Το τρίτο 10ήμερο του Νοεμβρίου και συγκεκριμένα στις 23 Νοεμβρίου δύναμη 100 περίπου ανταρτών υπο την αρχηγία των Ρογκάκου και Πρεκεζέ επιτίθενται εναντίον της δύναμης χωροφυλακής που στάθμευε στον Βασσαρά με επικεφαλή τον ενωμοτάρχη Φραγκίσκο Κρητικό και η οποία είχε καταλύσει στα σπίτια που βρίσκονταν γύρω από την εκκλησία του χωριού. Θα ακολουθήσει σκληρή μάχη η οποία θα διαρκέσει έως το μεσημέρι. Οι αντάρτες κάνοντας χρήση εκρηκτικών θα εξουδετερώσουν τις εστίες αντίστασης των χωροφυλάκων οι οποίοι εν τέλει παραδίδονται. Οι αιχμάλωτοι οδηγούνται στα περίχωρα του οικισμού Βέρροια όπου και εκτελούνται. Η ενίσχυση, η οποία θα ξεκινήσει με τα πόδια από τη Σπάρτη θα φτάσει όταν θα είναι πλέον αργά.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΩΣ ΒΙΩΜΑ

Ένα από τα σπίτια στο εσωτερικό των οποίων αμύνθηκαν
 οι χωροφύλακες το πρωινό της 23ης Νοεμβρίου 1946
όπως σώζεται σήμερα.
Δεν θελήσαμε να επεκταθούμε όσον αφορά τις επίσημες πηγές αφ’ ενός γιατι κάτι τέτοιο δεν θα συμβάδιζε με το μεθοδολογικό πλαίσιο της εργασίας και αφ’ ετέρου γιατι θεωρήσαμε ότι η παράθεση των προφορικών μαρτυριών των κατοίκων που έζησαν τα γεγονότα εκείνης της ημέρας θα βοηθούσε όπως αναφέρει ο Thompson στην ανάπτυξη νέων ερμηνειών και στην πιστότερη απόδοση του κλίματος της εποχής. Η αφήγηση των γεγονότων βασίστηκε στις μαρτυρίες των Πάνου Φλώρου και Αγγέλου Σταυρόπουλου (ο δεύτερος έλαβε ενεργό μέρος στη μάχη ενώ ο πρώτος την περίοδο εκείνη βρισκόταν στην εξορία, πληροφορήθηκε όμως τα γεγονότα της ημέρας από πρώτο χέρι μιας και το πατρικό του χρησιμοποιήθηκε ως κατάλυμα της χωροφυλακής και καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της μάχης). Οι πληροφορίες μας αναφορικά με τα επέκεινα της μάχης καθώς και τα της εκτελέσεως των χωροφυλάκων που είχαν αιχμαλωτισθεί συμπληρώθηκαν από τη μαρτυρία της Αικατερίνης Γιαννακοπούλου, νεαρής κοπέλας τότε.

Οι χωροφύλακες με επικεφαλής τον ενωμοτάρχη Φραγκίσκο Κρητικό είχαν εγκατασταθεί στο χωριό τις παραμονές της μάχης σε 4-5 σπίτια τα οποία βρίσκονταν γύρω από την κεντρική εκκλησία. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των κατοίκων είχαν πρόσφατα πληρωθεί και όλη σχεδόν τη νύχτα έπαιζαν χαρτιά. Όπως φαίνεται τα μέτρα ασφαλείας που είχαν πάρει δεν ήταν ιδιαίτερα αυστηρά. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας η Αικατερίνη Γιαννακοπούλου ανέφερε επανειλημμένα ‘Ήταν νέα παιδιά ,αλλά δεν πρόσεξαν, δεν είχαν φυλάκιο τη νύχτα γι’αυτό αιφνιδιάστηκαν’. Στην περιοχή βρισκόταν μια δύναμη περίπου 50-60 ανταρτών με επικεφαλής τον Πρεκεζέ οι οποίοι αποφάσισαν να χτυπήσουν τους χωροφύλακες το πρωί της 23ης Νοεμβρίου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Άγγελου Σταυρόπουλου νεαρού τότε αντάρτη του ΔΣΕ ο οποίος καταγόταν από το χωριό και ήξερε τα μέρη, γι’ αυτό και μαζί με τον συγχωριανό του το Ντακόγιαννη είχαν αναλάβει χρέη οδηγού η όλη επιχείρηση ξεκίνησε γύρω στις τέσσερις με πέντε το πρωί, ‘Ξημέρωνε Σάββατο. Κατεβήκαμε στο χωριό από του Νικολέτου το πηγάδι. Είχαμε βγάλει τα άρβυλα μας για να μην κάνουμε θόρυβο. Ο κόσμος ξεκινούσε να πάει στη Σπάρτη στο παζάρι. Ήταν δυο ώρες δρόμο γι’αυτό κινούσαν από το χάραμα. Οι χωροφύλακες άκουσαν τη φασαρία αλλά δεν κατάλαβαν ότι ήμασταν εμείς. Νόμισαν ότι ήταν οι χωριάτες που έφευγαν με τα ζώα για την πόλη.’ Οι αντάρτες θα κατορθώσουν να διεισδύσουν εύκολα στο χωριό και να εξουδετερώσουν την προφυλακή των χωροφυλάκων ‘Σκοπιά φυλούσαν δύο ντόπιοι με ένα μυδράλιο. Μόλις αντιλήφθηκαν την παρουσία μας το παράτησαν και έτρεξαν να κρυφτούν.’ Κατέφυγαν στο σπίτι του ιερέα του χωριού, ονόματι Αρβανίτη ο οποίος αρνήθηκε να τους προσφέρει άσυλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Σταυρόπουλος ‘Ο παπάς μόλις τους είδε τους πλάκωσε στα σκαμπίλια και κατρακύλησαν κάτω από τη σκάλα του’. Ο συγκεκριμένος ιερέας κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε ταχθεί ανοιχτά με το μέρος του ΕΛΑΣ, πραγματοποιώντας μάλιστα δέηση κατά τη διάρκεια μιας λειτουργίας ‘υπέρ ευοδώσεως και ενισχύσεως του αγώνα του ΕΛΑΣ’. Στον Εμφύλιο ο ρόλος του αρχίζει να περιπλέκεται για να αποκαλυφθεί στο τέλος ότι έπαιζε ρόλο διπλού πράκτορα μεταβιβάζοντας πληροφορίες και προς τις δυο αντιμαχόμενες παρατάξεις. Για τη στάση του αυτή πέρασε δίκη από τον ΔΣΕ και απαγχονίστηκε. Όσον αφορά τους ένοπλους χωρικούς οι οποίοι επικουρούσαν το έργο της χωροφυλακής ο πληροφορητής αναφέρεται σε κάποιες οικογένειες οι οποίες επί Κατοχής είχαν συνεργαστεί με τον κατακτητή στελεχώνοντας τα Τάγματα Ασφαλείας και τώρα είχαν ενταχθεί ανεπίσημα στις ένοπλες παρακρατικές ομάδες της Δεξιάς. Ο Φλώρος τους αποδίδει το χαρακτηρισμό ‘αγανακτισμένοι πολίτες’ γεγονός που αφήνει κάποιες υπόνοιες για τη στάση του ΔΣΕ χωρίς να αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός.

Οι χωροφύλακες εκείνη την ώρα είχαν ξυπνήσει και δέχτηκαν τα πυρά των ανταρτών. Η άμυνα τους κρατούσε γερά οπότε οι αντάρτες αναγκάστηκαν να κάνουν χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών προκειμένου να ανατρέψουν τις εστίες τους. ‘Στην τοποθεσία Σταματήρα πάνω από το χωριό είχε πέσει μια γερμανική ρουκέτα η οποία δεν έσκασε. Την ανοίξαμε, αφαιρέσαμε την εκρηκτική σκόνη που περιείχε και η οποία ήταν πολύ ισχυρή και την βάλαμε σε μπιτόνια. Τα εκρηκτικά αυτά εν συνεχεία τοποθετήθηκαν στα σπίτια μέσα από τα οποία αμύνονταν οι αντάρτες.’ (Μαρτυρία Σταυρόπουλου). Μια ζωντανή περιγραφή της μάχης μας δίνει ο Πάνος Φλώρος. Στο σπίτι του είχαν καταφύγει μερικοί από τους χωροφύλακες οι οποίοι και παραδόθηκαν τελευταίοι. ‘Τα αδέλφια μου είχαν φύγει για να κατέβουν στην Σπάρτη. Όταν άρχισε η μάχη μέσα στο σπίτι βρίσκονταν μονάχα οι γονείς μου. Οι χωροφύλακες δεν τους άφησαν να βγούν. Το σπίτι μας ήταν δίπατο και είχε και ισόγειο με καμάρα. Οι χωροφύλακες αρχικά αμύνονταν στο πρώτο πάτωμα αλλά όταν οι αντάρτες έβαλαν φωτιά στο δεύτερο αναγκάστηκαν να κατέβουν στην καμάρα που τους πρόσφερε καλύτερη κάλυψη. Ο πατέρας μου ανέβηκε με μια λιόσκαλα στο δεύτερο πάτωμα να δει τι γίνεται γιατι το σπίτι καιγόταν. Εκεί δέχτηκε μια σφαίρα και κάηκε στο μέρος που έπεσε’.

Η μάχη κράτησε ως τις τρεις το μεσημέρι οπότε οι χωροφύλακες άρχισαν να παραδίνονται. Η ενίσχυση που ξεκίνησε από τη Σπάρτη με τα πόδια δεν είχε φθάσει ακόμη. Στην καθυστέρηση αυτή αποδίδουν οι κάτοικοι του χωριού τα όσα ακολούθησαν μετά την παράδοση των χωροφυλάκων. Τελευταίοι θα βγούν έπειτα από προτροπή του ενωμοτάρχη Κρητικού από το σπίτι του Φλώρου. ‘Προτού παραδοθούν έβγαλαν τα ρολόγια και ότι άλλα κοσμήματα είχαν επάνω τους και τα έδωσαν στη μάνα μου’. Μερικοί θα κατορθώσουν να διασωθούν. ‘ Ένας κρύφτηκε σε κάτι βάτα. Δεν τον κατάλαβαν και κατάφερε να γλιτώσει. Ένας άλλος είχε μαζί του μια σεντούκα, με τρία χωρίσματα. Όταν μπήκαν οι αντάρτες στο σπίτι άνοιξε το ένα και κρύφτηκε. Οι αντάρτες ανέβηκαν στη σεντούκα για να ανοίξουν ένα ντουλάπι. Άνοιξαν και ένα από τα χωρίσματα της αλλά ήταν άδειο. Έτσι σώθηκε. Ήρθε πριν από μερικά χρόνια στο χωριό με την γυναίκα του για να επισκεφθεί το σπίτι που σώθηκε’ ( Μαρτυρία Αικατερίνης Γιαννακοπούλου).

Το μνημείο που έστησε η οικογένεια Ντακόγιαννη,
αδιάψευστος μάρτυρας της θηριωδίας των παρακρατικών
 του Παυλάκου. 
Οι χωροφύλακες μετά την παράδοση τους οδηγήθηκαν στον κοντινό οικισμό Βέρροια όπου και εκτελέστηκαν από τους αντάρτες. Η μεταπολεμική ιστοριογραφία έσπευσε να αποδώσει στην εκτέλεση αυτή διαστάσεις μαρτυρίου. Ο Κ.Θ. Καραλής στο έργο του που αναφέρεται στην περίοδο 1943-49 στην Πελοπόννησο κάνει λόγο για μια σειρά βασανιστηρίων τα οποία υπέστησαν οι χωροφύλακες προτού εκτελεσθούν. Ο ηγούμενος της μονής Αγ. Αναργύρων, π. Νικόδημος Γρουμπός, ο οποίος κλήθηκε μετά από ημέρες να θάψει τις σορούς των εκτελεσθέντων αναφέρει στο ημερολόγιο του τα εξής ‘6-12-1946. Σήμερον ημέρα Παρασκευή με ειδοποίησε η Χωροφυλακή και επήγα εις τα Βέρροια και έθαψα 13 χωροφύλακας οι οποίοι είχαν εκτελεσθή από τους κομμουνιστάς την 23-11-1946 ημέραν Σάββατον. Το θέαμα ήτο φρικτόν, όλοι χωρίς κεφάλι και χωρίς χέρια.’ Οι κάτοικοι της περιοχής ,τόσο εκείνοι που πήραν ενεργά μέρος στη μάχη όσο και εκείνοι που ανέλαβαν το έργο της μεταφοράς και της ταφής των σορών αρνούνται κατηγορηματικά κάτι τέτοιο. ‘Άργησε να έλθει η ενίσχυση από την Σπάρτη. Αν είχαν έλθει έγκαιρα θα είχαν γλιτώσει την εκτέλεση. Όταν έφθασαν στο χωριό οι αντάρτες είχαν ήδη πάρει το δρόμο για τα Βέρροια. Πάνω από την Αγ. Τριάδα, στον πύργο που λέμε είχαν στήσει ένα φυλάκιο για να καθυστερήσουν τις ενισχύσεις. Εκείνοι με τη σειρά τους μόλις έφθασαν στο χωριό μάζεψαν όλους τους αμάχους, τους έβαλαν μπροστά και ξεκίνησαν. Μόλις οι αντάρτες τους είδαν άνοιξαν πυρ. Εγώ ήμουν νέα κοπέλα τότε, με είχαν βάλει οι στρατιώτες να τροφοδοτώ ένα πολυβόλο με δεσμίδες. Τους λέω θα μας σκοτώσουν. Μη φοβάσαι αυτές οι σφαίρες είναι αδέσποτες μου λέει ένας. Από τα αδέσποτα πυρά των ανταρτών τραυματίστηκε μια γυναίκα. Οι αντάρτες του φυλακίου τους καθυστέρησαν έτσι και οι υπόλοιποι με τους αιχμαλώτους πρόλαβαν να απομακρυνθούν. Τους οδήγησαν σε ένα ρέμα έξω από τα Βέρροια. Εκεί τους σκότωσαν και τους έριξαν σε δυο λάκκους. Μετά από μέρες μου είπαν σε μένα και σε μια άλλη κοπέλα να πάμε στο μοναστήρι να φωνάξουμε τον παπά Νικόδημο να τους θάψει. Ήρθε μαζί μας κι ένας άντρας. Εγώ ήξερα το μέρος που τους είχαν πετάξει γιατι είμαι από εκεί. Πριν πάμε για το μοναστήρι τους λέω πάμε να δούμε που τους έχουν. Φθάνουμε στο ρέμα τι να δω. Μέσα στους λάκκους πεταμένοι, γυμνοί με τα κεφάλια σμπαραλιασμένα από τις σφαίρες. Ναι ήταν σμπαραλιασμένα τα κεφάλια τους αλλά δεν ήτανε κομμένα . Μην το λένε αυτό. Μην το ακούς αυτό. Ήρθαν από το χωριό τους βάλανε πάνω σε κάτι σκάλες τους πήγαν ως τους τάφους, γυμνούς τουμπανιασμένους.’ (Μαρτυρία Αικατερίνης Γιαννακοπούλου).

Το μεταπολεμικό κράτος των νικητών του εμφυλίου θα τιμήσει τους νεκρούς χωροφύλακες χαρακτηρίζοντας τους ως ‘σφαγιασθέντας υπό των κομμουνιστοσυμμοριτών’ και θα ανεγείρει στην είσοδο του χωριού μνημείο προς τιμήν του ενωμοτάρχη Κρητικού και των ανδρών του. Το γεγονός αυτό θα μείνει ζωντανό στη μνήμη του χωριού. Ο εθνικός μύθος θα το περιβάλλει με αίγλη και θα το αναγάγει σε πρότυπο ηρωισμού και αυτοθυσίας. Σήμερα στέκει εκεί, απομεινάρι μιας εποχής διχασμού με εμφανή επάνω του την παρέμβαση της εθνικής λήθης ‘Έπεσαν υπέρ πατρίδος εν Βασσαρά την 23ην Νοεμβρίου 1946 μαχόμενοι στον εμφύλιο πόλεμο’. Λίγο πριν την είσοδο του χωριού το χρέος απέναντι στην ιστορία θα επιβάλλει την αναγνώριση των αγώνων της Εθνικής Αντίστασης . Ένα λιτό απέριττο μνημείο αφιερωμένο στους αγώνες του Λαού. Η ανέγερση του έγινε ‘δαπάνη Βασσαρέων αντιστασιακών και φίλων’ με την επίσημη πολιτεία να απουσιάζει από το εγχείρημα αυτό. Περίπου όπως και τότε..¨

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΝΤΑΚΟΓΙΑΝΝΗ

Ένα ακόμη μνημείο που συμπληρώνει την αναφορά στην τραγική περίοδο του εμφυλίου είναι εκείνο που βρίσκεται ένα χιλιόμετρο περίπου πριν την είσοδο του χωριού και το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη των Κωνσταντίνου και Ηλία Ντακόγιαννη και του συγχωριανού τους Ιωάννη Λάππα, τραγικών θυμάτων του εμφυλίου πολέμου όπως χαρακτηρίζονται. Άνθρωποι της βιοπάλης , οικογενειάρχες, κτηνοτρόφοι έπεσαν θύματα της θηριωδίας και της παράνοιας των παρακρατικών οι οποίοι με επικεφαλής τους Παυλάκο και Μπογέα , γνωστούς σε όλη την περιοχή της Λακωνίας για τα ειδεχθή εγκλήματα τους εις βάρος του άμαχου πληθυσμού, συγκέντρωσαν το 1947 (ακριβής ημερομηνία δεν αναφέρεται) στο σημείο αυτό ,τους αμάχους της γύρω περιοχής προβαίνοντας σε ανακρίσεις και βασανιστήρια. ‘Δεξιά από το μνημείο πάει ένας δρομάκος, πετρωτός τώρα τον έχουν κλείσει. Εκεί τους είχανε μαζέψει όλους. Μανάδες με τις νάκες στην πλάτη από τα χωράφια και κορίτσια. Το τι περάσανε εκείνα το ξέρουν. Ψήνανε αρνιά από τους τσοπάνηδες ένα γύρω. Και μετά άρχισαν να διαλέγουνε. Φώναζαν ονόματα. Εσύ φεύγεις εσύ μένεις. Εσύ να πάς στο χωράφι σου πάλι να μη γυρίσεις στο χωριό. Ξεδιάλεξαν τους δυο Ντακογιανναίους και το Λάππα. Γιατί δεν ξέρω. Δεν είχανε κάνει τίποτα. Τους σκότωσαν εκεί μπροστά με τις πέτρες. Με τα βουνά τους σκότωσαν.’ (Μαρτυρία Αικατερίνης Γιαννακοπούλου). Και ο μακρύς κατάλογος των θυμάτων συνεχίζεται ‘Έναν ξάδερφο μου τον πήραν από τα ζωντανά και τον σκότωσαν. Τον πατέρα μου που είχε πάει τα γελάδια στο βουνό τον μαρτύρησαν ότι είχε πάει τάχα στους αντάρτες. Τον έπιασαν οι χωροφύλακες. Τον βασάνισαν και στο τέλος τον έριξαν σε ένα πηγάδι.’ (Μαρτυρία Αικατερίνης Γιαννακοπούλου).

Το μνημείο που βρίσκεται στην είσοδο του χωριού,
ύστατος φόρος τιμής στους αγωνιστές της
Εθνικής Αντίστασης.
Το μνημείο αυτό αφιερωμένο στα τρία επώνυμα θύματα των παρακρατικών θα μπορούσε να είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους ανώνυμους ανθρώπους οι οποίοι χωρίς να έχουν εμπλακεί άμεσα στις πολεμικές συγκρούσεις, πλήρωσαν με την ζωή τους το μένος και την παράνοια, των καιροσκόπων της εθνικοφροσύνης, ανθρώπων διαταραγμένων ψυχικά οι οποίοι προέβησαν στα χειρότερα εγκλήματα χωρίς ποτέ να δικαστούν γι’ αυτά. Η λήθη επέβαλλε την αποσιώπηση των ονομάτων των δραστών από την πλάκα του μνημείου, η ανάμνηση των εγκλημάτων τους παρ’ όλα αυτά θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη σκέψη όσων έζησαν τα δραματικά εκείνα γεγονότα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Περπάτησα χαράματα στα στενά σοκάκια του χωριού, κουβαλώντας τις μνήμες όλων αυτών των ανθρώπων, προσπαθώντας να αναπλάσω με τη φαντασία μου τα γεγονότα εκείνης της ημέρας. Τα κλειστά παράθυρα των παλιών σπιτιών του χωριού σιωπηλοί μάρτυρες των γεγονότων. Εδώ ξεκίνησε η μάχη, στο σημείο αυτό έπεσαν οι τελευταίοι πυροβολισμοί, εδώ στάθηκαν οι αιχμάλωτοι και έγραψαν τα τελευταία τους γράμματα προς τις οικογένειες τους. Και λίγο πιο κάτω το μνημείο. Τα ονόματα μόλις που διακρίνονται. Στο κάτω μέρος με κόκκινη μπογιά η επιγραφή ‘Τιμή και Δόξα στον ΔΣΕ’. Ασέβεια, άγνοια ή απόδοση τιμών στα θύματα της άλλης πλευράς; Ποίος μπορεί να διακρίνει πλευρές και παρατάξεις εκεί που σκοτώθηκαν αδέλφια; Πόσα στρώματα μπογιάς θα καλύψουν την προμετωπίδα του μνημείου μέχρι να γραφτεί η αλήθεια; Η αλήθεια εκείνη που μεταφέρουν ως τα σήμερα μέσα τους, όσοι έζησαν τα γεγονότα, «σαν ανοιχτή πληγή, μια πληγή που περιστοιχίζει τα πάντα, τόσο οδυνηρή, τόσο πανταχού παρούσα , που φαίνεται αδύνατο να μιλήσουν γι’ αυτήν ακόμη και μετά από μια ολόκληρη ζωή ».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1. Κουφός Νικόλαος, Τα Βέρροια Λακεδαίμονος, Μνήμες και Μνημεία, Εκδόσεις Ιεράς Μονής Αγίων Αναργύρων Πάρνωνα, 2001
2. Ο Γέροντας Νικόδημος, Εκδόσεις Ιεράς Μονής Αγίων Αναργύρων Πάρνωνα, 1994
3. Λέφας. Λ. Ιωάννης, Ο Δημοκρατικός Στρατός Πελοποννήσου (Δημιουργία- Ήττα-Ανάπτυξη), τόμοι Α+Β, Εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 1998
4. Κομμουνιστοσυμμοριτισμός Πελοποννήσου, Στρατιωτική Διοίκησις Πελοποννήσου , Γραφείον Α2, Φεβρουάριος 1950
5. Κωνσταντίνος Θ. Καραλής, Ιστορία των τραγικών γεγονότων της Πελοποννήσου την περίοδο 1943-49, Αθήνα 1967
6. Thompson Paul, Φωνές από το Παρελθόν, Πλέθρον 2002

Αναδημοσίευση από http://www.hist-arch.uoi.gr/pdfs_docs/meta/ZAXARAKIS.pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου