Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ Ή /ΚΑΙ ΠΑΙΔΟΦΥΛΑΓΜΑ


Της Τασούλας Βερβενιώτη

Στη διάρκεια του ένοπλου ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949) και οι δύο αντιμαχόμενοι στρατοί συγκέντρωσαν και
Ξένοι δημοσιογράφοι συνομιλούν με παιδιά που
μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα στη Βουλγαρία, από τον ΔΣΕ
μετακίνησαν παιδιά από τις «εστίες» τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κι μετέφεραν στις παιδοπόλεις, οι οποίες είχαν ιδρυθεί από τον «Έρανο "Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος" υπό την Υψηλήν Προοτασίαν της Α.Μ. της Βασιλίσσης», ο οποίος έμεινε γνωστός ως ο Έρανος της βασίλισσας, ο Έρανος της Φρειδερίκης ή απλώς ο Έρανος. Ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος (ΔΣΕ) μετέφερε παιδιά έξω από τα σύνορα της χώρας. Το γεγονός δεν ήταν πρωτοφανές. Δέκα χρόνια νωρίτερα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου (1936-1939), η δημοκρατική κυβέρνηση είχε πράξει το ίδιο.

Στην Ελλάδα, το θέμα των παιδιών εντάχθηκε στην πολιτική και στρατιωτική αντιπαράθεση την πιο κρίσιμη χρονιά, το 1948. Στις 27 Φεβρουαρίου 1948 η κυβέρνηση της Αθήνας κατηγόρησε την κυβέρνηση του βουνού, στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια (UNSCOΒ), ότι μετέφερε παιδιά έξω από τα σύνορα της χώρας, με σκοπό να τα «αφελληνίσει» και μετακίνησε και η ίδια παιδιά για να τα «σώσει» από τους κομμουνιστές (ΟΗΕ Α/574, σσ. 18-20, Βaerentzen 1992). Οι μετακινήσεις αυτές αποτέλεσαν μέρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αφού και οι δύο αντιμαχόμενοι στρατοί έκαναν πολλές φορές αγώνα δρόμου για να προλάβουν να πάρουν τα παιδιά πριν από τους άλλους, τους εχθρούς. Οι μετακινήσεις των παιδιών είναι συνδεδεμένες επίσης και με τους πολιτικούς και διπλωματικούς χειρισμούς. Το θέμα, και λόγω της ευαισθησίας του, χρησιμοποιήθηκε στο ψυχολογικό παιγνίδι του Ψυχρού Πολέμου, στα πλαίσια του οποίου διεξήχθη ο ελληνικός Εμφύλιος, και αποτέλεσε αφορμή για αντιπαράθεση των δύο υπερδυνάμεων στα διεθνή fora.

Η κυβέρνηση της Αθήνας ονόμασε την πολιτική της κυβέρνησης του βουνού να συγκεντρώσει και να μεταφέρει παιδιά από την Ελλάδα στις ανατολικές χώρες «παιδομάζωμα» ενώ τις δικές της ενέργειες «παιδοφύλαγμα».

Το ιστορικό υπόβαθρο

Εκτός από τα ίδια τα παιδιά, τους πραγματικούς πρωταγωνιστές, οι κύριοι συντελεστές της επιχείρησης «Σωτηρία των παιδιών» ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη και το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ). Ο Έρανος ιδρύθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Ιουλίου 1947 και η διάρκειά του προβλεπόταν εξάμηνος. Η δημιουργία του αποτελούσε μια προσπάθεια κατοχύρωσης της θέσης του Παλατιού στους πολιτικούς εμφυλίους, που μαίνονταν μέσα στον Εμφύλιο, αλλά και της ίδιας της βασίλισσας στην πολιτική αρένα. Διοικούνταν από μια πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή (ΕΕ) αλλά τα νήματα κινούσαν οι «Εντεταλμένες Κυρίες», εθελόντριες, οι οποίες προΐστατο προνοιακών/ φιλανθρωπικών οργανώσεων. Βασικές πρωταγωνίστριες, η Αλεξάνδρα Μελά το γένος Πεσμαζόγλου, πρόεδρος της Λέσχης Εργαζομένου Κοριτσιού στη Θεσσαλονίκη και στη συνέχεια Διευθύντρια της «Βασιλικής Προνοίας» καθώς και η Λίνα Τσαλδάρη, κόρη του Σπυρίδωνα Λάμπρου και χήρα του αρχηγού του Λαϊκού Κόμματος Παναγή Τσαλδάρη, αντιπρόεδρος του ΠΙΚΠΑ, η οποία, το 1956, ως η πρώτη Ελληνίδα υπουργός ανέλαβε το Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας. Η βασίλισσα μέσω του Εράνου δημιούργησε ένα δίκτυο ανθρώπων, που κάλυπτε όλη την Ελλάδα. Συχνές ήταν οι επισκέψεις της ακόμη και σε χώρους επικίνδυνους, λόγω των συρράξεων, για τη στήριξη του έργου του Εράνου αλλά και του δικού της προφίλ (Βασίλισσα Φρειδερίκη, 1971).

Καθόλου τυχαία, ο Έρανος αφορούσε τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Εκεί είχε την έδρα του το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ, κοντά στους «βόρειους γείτονες», οι οποίοι μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εγκαθιδρύσει Λαϊκές Δημοκρατίες, φιλικά διακείμενες προς το ΔΣΕ/ΚΚΕ. Η βόρεια Ελλάδα επίσης, ήταν η «Νέα» Ελλάδα. Ο πληθυσμός της δεν ήταν εθνοτικά αμιγής και επιπλέον στη διάρκεια του Εμφυλίου το μέτρο της εκκένωσης των ορεινών χωριών και της μεταφοράς των κατοίκων τους στις γειτονικές πόλεις ίσχυσε κυρίως από τη Λαμία και πάνω.

Οι πρόσφυγες αυτοί, γνωστοί ως «ανταρτόπληκτοι» ή «συμμοριόπληκτοι», υπολογίζονται στο 10% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Ο στόχος του Εράνου ήταν να συνεργασθεί και να συνδράμει το κράτος στην περίθαλψη των προσφύγων. Ως μία από τις δραστηριότητες του προβλεπόταν και η ίδρυση παιδοπόλεων. Οι Εντεταλμένες Κυρίες όμως εκφράζοντας την «επιθυμίαν της Ανάσσης» προσανατόλισαν και επικέντρωσαν τη δράση του Εράνου στα παιδιά - το μέλλον του έθνους (ΕΠΒΕΕ 15.7.1947 και 22.9.1947).

Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945, και λόγω των διώξεων που υφίσταντο τα μέλη και οι οπαδοί του, είχε ιδρύσει κέντρα προσφύγων στη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία, όπου συγκεντρώνονταν αριστεροί «απελπισμένοι ή ανυπόμονοι» (Γουίτνερ 1991, ο. 66). Το 1947 στο Μπούλκες της Γιουγκοσλαβίας, το οποίο βρίσκεται μακριά από τα σύνορα της Ελλάδας και όπου είχαν καταφύγει κυρίως στελέχη του ΚΚΕ μαζί με τις οικογένειες τους, λειτουργούσαν τρία δημοτικά σχολεία, δύο νηπιαγωγεία και ένας παιδικός σταθμός (Μητσόπουλος, 1979, σ. 23).

Στους προσφυγικούς καταυλισμούς που είχαν δημιουργηθεί κοντά στα σύνορα, όπως το Πρένιες στην Αλβανία, κατέφευγαν αγρότες από τις γύρω περιοχές. Εγκατέλειπαν τα χωριά τους - εκόντες άκοντες - κουβαλώντας πάνω στις πλάτες ή στα γαϊδούρια τους ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν από τα οικιακά τους είδη, πιστεύοντας ότι πρόκειται για κάτι προσωρινό. Την ευθύνη των καταυλισμών αυτών και ειδικότερα των παιδιών και των νέων, είχε η οργάνωση νεολαίας του ΚΚΕ, η Ενιαία Πανελλαδικά Οργάνωση Νέων (ΕΠΟΝ).

Στους συντελεστές της όλης επιχείρησης πρέπει να συμπεριλάβουμε και τα ίδια τα παιδιά. Αξίζει να επισημάνουμε ότι τα παιδιά του Εμφυλίου δεν ήταν παιδιά με την έννοια που τους αποδίδεται σήμερα. Είχαν γεννηθεί ή/και μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο. Στη διάρκεια της Κατοχής κάποια από αυτά είχαν πάρει μέρος και στην Αντίσταση, κυρίως ως σύνδεσμοι. Οι δυνάμεις κατοχής δεν τους είχαν φερθεί ως παιδιά, με επιείκεια. Αναφέρεται ότι ένα 15χρονο αγόρι, τον Αντρέα Λυκουρίνο, το έβαλαν σε μια καρέκλα για να μπορέσουν να το φθάσουν οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος (Ανταίος, 1986, σσ. 81, 289-291).

Στη διάρκεια του ένοπλου Εμφυλίου τα παιδιά είχαν ήδη συμπεριλάβει τον πόλεμο στα παιγνίδια τους. Δεν έπαιζαν με βόλους αλλά με κάλυκες από σφαίρες, που μάζευαν ακόμη και την ώρα της μάχης - τα πιο τολμηρά -, ενώ άλλα έπαιζαν με οβίδες και βλήματα από τους βομβαρδισμούς. Η έκθεση στη βία - και στην πολιτική βία- αποτελούσε ένα καταπληκτικό, φανταστικό, παιγνίδι για πολλά από αυτά. παρ' όλους τους κινδύνους που περιέκλειε για τη σωματική τους ακεραιότητα (Cairns, 1996, σ. 105, Δροσάκη, 2002, σσ. 37-39).

Ο "κρίσιμος" Μάρτιος του 1948

Μέχρι το 1947, το θέμα της μετακίνησης παιδιών δεν μπορεί παρά να ενταχθεί στις γενικότερες μετακινήσεις πληθυσμών που συντελούνταν λόγω του Εμφυλίου. Τελειώνοντας το 1947, ο Έρανος είχε ιδρύσει και λειτουργούσε επτά παιδοπόλεις με «προσφυγόπουλα» ορφανά, εγκαταλελειμμένα ή άπορα και ο ΔΣΕ/ΚΚΕ επέβλεπε τόσο τις μετακινήσεις ενηλίκων και ανηλίκων, όσο και τις εγκαταστάσεις των προσφύγων εκτός των συνόρων της ελληνικής επικράτειας.
Παιδιά, κατά την πρώτη
μέρα της άφιξής τους σε παιδόπολη
του Εράνου.

Στις αρχές του 1948 όμως, η καταγγελία της κυβέρνησης της Αθήνας στην Ειδική Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια ότι οι αντάρτες συγκέντρωναν με τη βία παιδιά και τα μετέφεραν στις ανατολικές χώρες, έδωσε μια πολιτική διάσταση στο όλο ζήτημα. Ο Μάρτιος του 1948 υπήρξε ιδιαίτερα κρίσιμος.

Το Σάββατο 6 Μαρτίου, η βασίλισσα κάλεσε τον υπουργό Στρατιωτικών, τον υπουργό Κοινωνικής Πρόνοιας και τον υφυπουργό Εσωτερικών σε σύσκεψη και οι κυβερνητικές δυνάμεις άρχισαν να συγκεντρώνουν τα «απειλούμενα» παιδιά από τις «επισφαλείς περιοχές», δηλαδή τις περιοχές δράσης του ΔΣΕ, σε «Σταθμούς Ασφαλείας» και από εκεί τα μετέφεραν στις παιδοπόλεις που είχε ιδρύσει ή θα ίδρυε ο Έρανος (ΕΠΒΕΕ, 8.3.1948).

Στο βουνό, αφού είχε προηγηθεί το Συνέδριο της Νεολαίας των χωρών της Κομινφόρμ και το ραδιογράφημα Ν. 19,30 Ιανουαρίου 1948 (Γκριτζώνας, Ristovic, ΜGA CHRΟΝ 1), στις 7 Μαρτίου 1948, το Υπουργείο Εσωτερικών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΓΙΔΚ) εξέδωσε ανακοίνωση ότι «εγκρίνει την αποστολή και παραμονή των παιδιών, μέχρις ότου οι συνθήκες στη χώρα μας επιτρέψουν την επιστροφή τους». Η ΠΔΚ ισχυρίζεται ότι κατέληξε σε αυτή την απόφαση μετά από εκκλήσεις γονέων και οργανώσεων «της Ελεύθερης Ελλάδας», γιατί τα παιδιά κινδύνευαν από τον «υποσιτισμό και τη βαρβαρότητα του μοναρχοφαοισμού», αφού από τους βομβαρδισμούς είχαν σκοτωθεί ήδη 120 παιδιά. Στην ανακοίνωση γίνεται και αναφορά στη «διαταγή της Φρειδερίκης» για συγκέντρωση παιδιών, τα οποία θεωρούν ότι θα τα υποχρέωνε να ενταχθούν στις «χιτλερικές οργανώσεις νεολαίας» και θα το μετέτρεπε σε «γενίτσαρους (Δελτίον Ειδήσεων 8.3.1948, Εξόρμηση 15.3.1948).

Με λίγα λόγια η κυβέρνηση της Αθήνας αποφάσισε να μεταφέρει παιδιά για να τα σώσει από τους κομμουνιστές που τα "απήγαν" και η Κυβέρνηση του βουνού επικαλείτο ως αιτία για τις δικές της μετακινήσεις, εκτός από τα δεινά του πολέμου, και τη «διαταγή της Φρειδερίκης.

Το παιδομάζωμα και το παιδοφύλαγμα

Και οι δύο στρατοί «έσωζαν» ή «απήγαν» παιδιά μέχρι το τέλος σχεδόν της ένοπλης σύγκρουσης. Από την άνοιξη τοπ 1948 δημιούργησαν και οργανώσεις για τη στήριξη του έργου τους. Στην Αθήνα, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (21 Απριλίου 1948) ιδρύθηκε η Συντονιστική Επιτροπή Περιθάλψεως Απειλουμένων Παιδιών. Σε αυτή μετείχαν εκπρόσωποι των Υπουργείων Στρατιωτικών, Υγιεινής, Παιδείας, Ανοικοδομήσεως και Προνοίας καθώς και αντιπρόσωποι του ΠΙΚΠΑ, του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού και βέβαια του Εράνου. Η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής, όμως, δεν έγινε σε κάποιο από τα υπουργεία αλλά στο Παλάτι. παρ΄ όλο που επίσημα η Επιτροπή συνεκαλείτο από τον υπουργό Κοινωνικής Προνοίας (Αρχείο ΕΟΠ, Δ/ΚΥ. ΦΑΚ 1 και 2).

Στο Βουνό, εκτός από τη μεταφορά των παιδιών που γινόταν πάντα με την επίβλεψη του ΔΣΕ, την εγκατάσταση και τη φροντίδα τους στις Λαϊκές Δημοκρατίες αρχικά είχαν η ΕΠΟΝ και το ΚΚΕ καθώς και τα αδελφά» κόμματα, οι Ερυθροί Σταυροί και οι οργανώσεις νεολαίας των χωρών αυτών. Το Μάιο του 1948 όμως, το ΚΚΕ συγκρότησε την «Επιτροπή Βοήθεια στο Παιδί», η οποία ανέλαβε την επίβλεψη της όλης δραστηριότητας. Πρόεδρος της ήταν ο Πέτρος Κόκκαλης, γιατρός, πρώην καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το ΚΚΕ κάλεσε επίσης διανοούμενους κομμουνιστές, όπως την Έλλη Αλεξίου και το Γιώργο Αθανασιάδη να συμβάλουν στην εκπαίδευση των παιδιών (ΕΒΟΠ). Και οι δύο κυβερνήσεις διέθεταν οργανώσεις και φορείς υποστήριξης σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και στις ΗΠΑ.

Οι χώρες εγκατάστασης των παιδιών που μεταφέρθηκαν από το ΔΣΕ/ΚΚΕ ήταν η Γιουγκοσλαβία, η Βουλγαρία, η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Ανατολική Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση. Για τις ανάγκες του «παιδοφυλάγματος» λειτούργησαν 53 παιδοπόλεις: 23 στην περιοχή της Αθήνας, 12 στη Θεσσαλονίκη, τρεις στα Γιάννενα, δύο στη Λαμία και από μία στην Καβάλα, το Αγρίνιο, το Βόλο, τη Λάρισα και την Πάτρα. Παιδοπόλεις ιδρύθηκαν επίσης και στα νησιά: τρεις στη Ρόδο, δύο στη Σύρο και από μία στην Τήνο, τη Μυτιλήνη και την Κέρκυρα.

Και για τις δύο πλευρές η εύρεση κατάλληλων κτιρίων για την εγκατάσταση των παιδιών υπήρξε προβληματική, λόγω των καταστροφών που είχε επιφέρει ο πόλεμος. Οι συνθήκες στέγασης ποικίλλουν: από καλοκαιρινές κατασκηνώσεις με υποτυπώδεις υποδομές έως πολυτελή κτίρια, σχεδόν παλάτια, όπως στη Σινάια της Ρουμανίας ή στην Ελλάδα η έπαυλη Ψιακή στη Σύρο και το Αχίλλειο στην Κέρκυρα.

Η ηλικία των παιδιών στις παιδοπόλεις είχε οριστεί από 4 έως 16 ετών. Συγκεντρώθηκαν όμως και μικρότερα παιδιά (συνήθως μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους) αλλά και πάνω από 16, κυρίως αγόρια. Στην παιδόπολη του προσκοπικού καταυλισμού της Ρόδου, για παράδειγμα, διέμεναν 66 αγόρια ηλικίας 16-19 ετών. Στις παιδοπόλεις διαβίωσαν και «παιδιά» πάνω από 19 ετών, μια ηλικία που ούτε σήμερα, πόσο μάλλον στην ελληνική αγροτική κοινωνία της δεκαετίας του '40, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν παιδιά που χρειάζονταν προστασία. Η «διαπαιδαγώγηση» τους απασχόλησε ιδιαίτερα τους υπευθύνους.

Το όριό ηλικίας για τα παιδιά που μετακινήθηκαν από το ΔΣΕ ήταν λίγο μικρότερο από του Εράνου: από 3 ως 14 χρόνων. Και σε αυτή την περίπτωση τα όρια δεν τηρήθηκαν. Πέρα από τις κατηγορίες των αντιπάλων τους, προφορικές μαρτυρίες από την πλευρό του ΔΣΕ επιβεβαιώνουν ότι συγκεντρώθηκαν παιδιά/αγόρια που, εκπαιδευμένα ή μη, πήραν μέρος σε μάχες (Γκριτζώνας, 1998, σσ. 45-46, Στόγιαν Κισελίνοφσκι, Σκόπια 24.10.1997. Γιάννης Σεκολόπουλος, Οξυά Πρέσπας 7.7.2003). Τα παιδιά αυτά ήταν σίγουρα πάνω από 14 ετών και κάτω από 18, γιατί διαφορετικά 0α είχαν επιστρατευθεί νόμιμα από το ΔΣΕ. Ωστόσο ο Νίκος, ο οποίος δεν είχε κλείσει ακόμα τα 16, δραπέτευσε μαζί με τη μάνα του και άλλους συγχωριανούς του από τον καταυλισμό του Πρένιες και εντάχθηκαν στο ΔΣΕ, όπου βρισκόταν ο πατέρας. Ο Νίκος σήμερα θυμάται ότι έβλεπε τον καταυλισμό ως «φυλακή», ότι δεν τον χωρούσε «ο τόπος των γυναικόπαιδων» και ότι ήθελε να γίνει αντάρτης. Και όταν τα κατάφερε, ήταν «στην κυριολεξία μεθυσμένος, μ' ένα μοναδικό ποτό, που μονάχα ο πόλεμος μπορεί να σου το χαρίσει» (Ράπτης, 1999, σσ. 58-67).

Με δεδομένο ότι ο ΔΣΕ αντιμετώπιζε πρόβλημα με τις εφεδρείες του, εκτός από τους «πολεμοχαρείς» εφήβους, υπήρχαν και οι γυναίκες. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στις 20 Φεβρουαρίου 1948 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Προσωρινής Κυβέρνησης στρατιωτική διάταξη που αφορούσε και την επιστράτευση των γυναικών (Βερβενιώτη, 2002). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους το ΚΚΕ απομάκρυνε και
τρίχρονα παιδιά από την εμπόλεμη ζώνη ήταν η δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν οι γυναίκες στις στρατιωτικές, μάχιμες ή βοηθητικές, υπηρεσίες του ΔΣΕ. Θέμα προστασίας ετίθετο επίσης και για τα παιδιά των μαχητών/τριών του ΔΣΕ αλλά και των πολιτικών στελεχών του ΚΚΕ.

Ο αριθμός των παιδιών είναι πολύ δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια. Το βέβαιο είναι ότι ο αριθμός των παιδιών που μετακινήθηκαν από τους δύο στρατούς είναι σαφώς μικρότεροι, από τον αριθμό των παιδιών που έτυχαν της «προστασίας» των οργανώσεων. Είναι εντυπωσιακό ότι οι αριθμοί που συναντούμε στα προσβάσιμα αρχεία λειτουργούν ως ένα βαθμό και παραπλανητικά. Ο Έρανος, για παράδειγμα, θέλοντας να τονίσει τη σημασία του έργου, μάλλον υπερβάλλει.

Στις αρχές του 1950, ο Έρανος, κάνοντας τον απολογισμό του (ΕΠΒΕΕ 23.2.1950) αναφέρει ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις μετέφεραν 15.000 παιδιά και ότι ο αριθμός των τροφίμων των παιδοπόλεων ήταν 18.000 «περίπου» ενώ άλλες αρχειακές πηγές κατεβάζουν το συνολικό αριθμό σε 13-14.000. Στο κείμενο του απολογισμού υποστηρίζεται επίσης ότι συνολικά ο Έρανος «προστάτευσε» 65.000 παιδιά (τετραπλάσια από ό,τι τα κρατικά ιδρύματα), γιατί στα 18.000 προστίθενται 10.000 που σιτίζονταν μία φορά την ημέρα στις Εστίες Συσσιτίου (άλλες πηγές του ίδιου πολιτικού χώρου μιλούν για 3.000), γιατί συντηρούσε τους τροφίμους των Βασιλικών Τεχνικών Σχολών, κ.ά. Για τις συγκεκριμένες σχολές αξίζει ειδικά μνεία. Στη Λέρο, τη μεγαλύτερη, η οποία ιδρύθηκε το Μάρτιο του 1949, είχαν μεταφέρει ανήλικους αντάρτες του ΔΣΕ από την Πελοπόννησο, για να τους εκπαιδεύσουν επαγγελματικά και να τους «αναμορφώσουν» ηθικά. Είχε 1.253 τροφίμους και η διάρκεια της φοίτησης ήταν ένας χρόνος. Σε αυτές τις σχολές υπήρχε στρατιωτική πειθαρχία και χρησίμευαν ως φόβητρο για τους ανυπάκουους τροφίμους των παιδοπόλεων (ΜGΑ, ΡΜ 66/9, σο. 13-5, Αρχείο ΕΟΠ, Δ/ΚΥ, ΦΑΚ 14 και 16, Ιστορικό Αρχείο Λέρου).

Όσον αφορά τον αριθμό των παιδιών και τα στοιχεία που μας παρέχει το ΚΚΕ, παρ' όλη την οργανωτικά του δεινότητα, δεν είναι επακριβή. Το 1950 αναφέρεται ότι ζούσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ 25-28.000 παιδιά. Ο αριθμός δίνεται πάλι στο «περίπου». Η ύπαρξη παιδιών στη Γιουγκοσλαβία, με την οποία οι σχέσεις, λόγιο της σύγκρουσης Στάλιν - Τίτο, είχαν διακοπεί, περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα (Μπαρτζιώτας, σσ. 482, 504-5, Ristovic 1998, σ. 96) καθώς και το γεγονός ότι είναι δύσκολο να οριστεί o όρος παιδί. Σίγουρα όμως ο ΔΣΕ δεν μετακίνησε 25-28.000 παιδιά, γιατί σε αυτό το νούμερο συμπεριλαμβάνονται και οι νεαροί μαχητές του ΔΣΕ, όπως ο Νίκος που αναφέραμε παραπάνω, ο οποίος μετά το τέλος της ένοπλης σύγκρουσης από μαχητής πολιτογραφήθηκε πάλι ως παιδί και στάλθηκε στο σχολείο. Συμπεριλαμβάνονται ακόμη και τα παιδιά που γεννήθηκαν «έξω» και όσα είχαν φύγει με τις οικογένειες τους πριν ή στη διάρκεια του ένοπλου Εμφυλίου -στο Μπούλκες βρίσκονταν περίπου 2.000. Θεωρώ ότι είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα τα στοιχεία που παραθέτει ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, σύμφωνα με τα οποία ο ΔΣΕ «απήγαγε» 12.941 παιδιά χωρίς τους γονείς τους και 721 με τους γονείς τους (όσα περίπου και οι κυβερνητικές δυνάμεις) ενώ 12.248 διέσχισαν τα σύνορα με τις οικογένειες τους και 2.100 ζούσαν ή γεννήθηκαν «έξω», σύνολο 28.010 (ΕΕΣ 1997, σ. 55).

Η έλλειψη επαρκών αρχειακών πηγών δεν μας εμποδίζει μόνο να γνωρίσουμε τον ακριβή αριθμό των μετακινηθέντων παιδιών αλλά και να θέσουμε τα όρια μεταξύ όσων μετακινήθηκαν με τις οικογένειες τους, ή έστω με τη συγκατάθεση τους, και όσων πήγαν με τους αντάρτες ή τους στρατιώτες χωρίς τη συγκατάθεση των δικών τους. Στην τελευταία περίπτωση όμως τα όρια είναι έτσι κι αλλιώς δυσδιάκριτα, όταν, σήμερα, τα τότε παιδιά που βρέθηκαν στις παιδοπόλεις του Εράνου, θυμούνται ότι αυτό έγινε -σε πολλές περιπτώσεις - παραβιάζοντας την εντολή των γονιών τους. Υποστηρίζουν ότι ακολούθησαν κάποια μεγαλύτερα παιδιά, που τα θαύμαζαν ή ότι η επιθυμία τους να ανέβουν και να ταξιδέψουν με το αυτοκίνητο που είχαν οι στρατιώτες, υπερέβαινε τη γονική εντολή (Συνεντεύξεις σε Τσοτύλι, Ομαλή, Βροντή, Ανθοχώρι: 30.7-3.8.2001).

Όσο βέβαιο είναι ότι πολλοί γονείς δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα παιδιά τους άλλο τόσο είναι ότι αρκετοί τα έδωσαν οικειοθελώς, γιατί δεν είχαν να τα θρέψουν ή για να τα γλιτώσουν από τον πόλεμο και την πείνα ή γιατί πίστευαν ότι ήταν κάτι προσωρινά ή γιατί θεωρούσαν ότι έτσι τους εξασφάλιζαν ένα καλύτερο μέλλον. Αρκετά από τα μεγαλύτερα σε ηλικία παιδιά, αγόρια και κορίτσια, ήθελαν να ξεφύγουν από την κλειστή, αγροτική, πατριαρχική κοινωνία του χωριού. Επιπλέον, και οι δύο κυβερνήσεις υπόσχονταν καλύτερη διατροφή και Κυρίως μόρφωση. Η απήχηση αυτών των κηρυγμάτων ήταν μεγαλύτερη στις μειονοτικές ομάδες: τόσο στους σλαβόφωνους που βρίσκονταν με την πλευρά του ΚΚΕ/ΔΣΕ, όσο και στους τουρκόφωνους που πήγαν στις παιδοπόλεις του Εράνου.

Η προπαγάνδα

Σε μια αντιπαράθεση οι αντίπαλοι πάντα αναζητούν στηρίγματα στην «κοινή γνώμη». Στον ελληνικό Εμφύλιο και οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις επιδίωξαν να πείσουν ότι το μοναδικό τους κίνητρο για τη μετακίνηση των παιδιών ήταν η σωτηρία τους. Για τις μετακινήσεις που έκαναν οι ίδιοι επικαλούνταν ανθρωπιστικούς λόγους ενώ κατηγορούσαν τις αντίστοιχες πράξεις των αντιπάλων τους. Η προσπάθεια τεκμηρίωσης των ανθρωπιστικών λόγων στηριζόταν κυρίως στις κατηγορίες ότι οι «άλλοι» φταίνε γιατί άρχισαν πρώτοι (βασικό επιχείρημα της Δεξιάς) ή ότι οι «άλλοι» τους υποχρέωσαν να μεταφέρουν τα παιδιά, λόγω των βομβαρδισμών και της πείνας (επιχείρημα της Αριστεράς). Το ζήτημα δεν ήταν όμως απλά ανθρωπιστικό, αλλά βαθιά πολιτικό.

Το κοινωνικά ευαίσθητο θέμα της μετακίνησης των παιδιών τέθηκε στην πολιτική αρένα από τη Δεξιά. Λειτούργησε ως αντίβαρο στην πολιτική των εκτελέσεων και στην ύπαρξη στρατοπέδων, όπως η Μακρόνησος, όπου η Αριστερά είχε επικεντρώσει τη δική της προπαγάνδα.

Η δεξιά ρητορική χρησιμοποίησε εκτός από τον όρο «παιδομάζωμα» και τους όρους «γενοκτονία» και «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Ωστόσο, το «παιδομάζωμα» επικράτησε και χρησιμοποιείται έως σήμερα, ακόμη και από τους αριστερούς, συνήθως με την προσθήκη «το λεγόμενο παιδομάζωμα».

Ο όρος «παιδομάζωμα» επικράτησε, γιατί ακουμπούσε στον εθνικισμό/πατριωτισμό των Ελλήνων. Ανακαλούσε στην εθνική συλλογική μνήμη τους «προαιώνιους» εχθρούς τους, τους Τούρκους, οι οποίοι, σύμφωνα με την εθνική ιστοριογραφία, άρπαζαν Ελληνόπουλα, τα εκπαίδευαν στα τάγματα των γενιτσάρων και τα έστελναν να πολεμήσουν ενάντια στους χριστιανούς συμπατριώτες τους. Επικράτησε γιατί στον ελληνικό Εμφύλιο το μήλο της Έριδος ήταν το έθνος. Η δεξιά ρητορική της εποχής ονόμαζε τον Εμφύλιο «συμμοριτοπόλεμο»· οι «συμμορίτες», εναντίον των οποίων πολεμούσε ο Εθνικός Στρατός δεν ήταν Έλληνες αλλά «Εαμοβούλγαροι», «Σλαβοκουμμουνιστές». Η Αριστερά πάνα ονόμαζε τον Εμφύλιο «δεύτεροαντάρτικο» - το πρώτο ήταν στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής - και θεωρούσε ότι έκανε έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα ενάντια στη «δεύτερη Κατοχή» των Άγγλων και Αμερικανών. Οι αριστεροί, στις κατηγορίες των δεξιών «εθνικοφρόνων» επιχειρηματολογούσαν αποδεικνύοντας την «εθνικοφροσύνη» τους με τη δράση τους στην Κατοχή: το ΚΚΕ είχε οργανώσει και καθοδηγήσει  την Αντίσταση ενάντια στους κατακτητές για την απελευθέρωση της πατρίδας, σε αντίθεση με τη Δεξιά που θεωρούσαν ότι συνολικά είχε συνεργασθεί, και για δεκαετίες αποσιωπούσαν το κοινωνικά όραμα της λαοκρατίας (Βερβενιώτη, 2002α). Ο όρος «παιδομάζωμα» επικράτησε, γιατί, απέναντι στο εθνικιστικό επιχείρημα της Δεξιάς, ο αριστερός λόγος ήταν αδύναμος. Ο ΔΣΕ πράγματι μετέφερε παιδιά εκτός Ελλάδας, ακόμη και στη Βουλγαρία, παρ' όλο που και οι Σλάβοι -Βούλγαροι όπως και οι Τούρκοι ανήκαν στους εχθρούς του ελληνικού έθνους.

Στο διεθνές επίπεδο, παρόλο τον Ψυχρό Πόλεμο και τις αντιθέσεις μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και των χωρών που τις υποστήριζαν, το θέμα των παιδιών δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο. Γα παιδιά αποτελούσαν τις ελπίδες και το μέλλον της ανθρωπότητας, και τελικά της κομμουνιστικής ή αντικομμουνιστικής ιδεολογίας. Κανένας δεν μπορούσε να μην υποστηρίξει το αίτημα για επιστροφή των παιδιών στους γονείς και στην πατρίδα τους, που είχε θέσει η κυβέρνηση της Αθήνας. Στον ΟΗΕ και τα τρία ψηφίσματα [ 193C(ΙΙΙ) 27.11,1948, 288B(V) 18.11.1949 και 382C (V) 1.12.1950] για τον επαναπατρισμό των παιδιών που είχαν μετακινηθεί στις Λαϊκές Δημοκρατίες και την ΕΣΣΔ ψηφίστηκαν ομόφωνα.

Ο επαναπατρισμός

Τα παιδιά από τις παιδοπόλεις, εκτός από αυτά που ήταν ορφανά και από τους δύο γονείς «ή των προς τούτοις εξομοιουμένων (γονείς συμμορίται ή υπόδικοι ή κατάδικοι ή εν εξορία)» επέστρεψαν στα σπίτια τους το 1950 με το τέλος του σχολικού έτους. Για τα ορφανά και τα παιδιά των ανταρτών, των φυλακισμένων και των εξόριστων διατηρήθηκαν 13 παιδοπόλεις.

Στις 24 Ιουνίου 1950, στο Σύνταγμα, μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη έλαβε χώρα η τελετή του επαναπατρισμού. Παρευρέθηκαν οι βασιλείς, οι πρόσκοποι, οι οδηγοί, οι μαθητές των σχολείων της Αθήνας καθώς και τα παιδιά των παιδοπόλεων. Ο σκοπός αυτής της εκδήλωσης ήταν διπλός: να «εκδηλωθή η ευγνωμοσύνη των προοφυγοπαίδων προς τας ενόπλους δυνάμεις χάρις εις τον ηρωισμόν των οποίων διεσώθησαν» και να απευθύνουν διαμαρτυρία προς «τους Ελεύθερους Λαούς δια την παρακράτηση» των απαχθέντων Ελληνοπαίδων» (ΕΠΒΕΕ 3.8.1949 και 16.6.1950).

Στο θέμα του επαναπατρισμού των παιδιών που βρίσκονταν στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ η πολιτική εμπλοκή ήταν διεθνής και γι' αυτό πιο πολύπλοκη. Ο αριθμός των παιδιών που επέστρεψαν στην Ελλάδα μας είναι ακόμα άγνωστος. Μέχρι το Νοέμβριο του 1950 «ούτε ένα παιδί δεν έχει επιστρέψει στην πατρίδα του και. με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία, καμία από τις χώρες υποδοχής δεν έχει προβεί σε καμιά ενέργεια» (ΟΗΕ Α/2236). Στις δεκαετίες 1950 και 1960 υπολογίζεται ότι 3-5.000 παιδιά επέστρεψαν στην Ελλάδα (Swenson 1957, Μανούκας 1969. σσ. 70-1. Μητσόπουλος 1979. σ. 18. Βουρνάς 1981. σ. 398). Τα περισσότερα όμως ακολούθησαν τα βήματα των υπόλοιπων πολιτικών προσφύγων. Άρχισαν να επιστρέφουν μαζικά στη δεκαετία του 1980. Και δεν ήταν πλέον παιδιά.

Επίλογος

Στον ελληνικό Εμφύλιο και οι δύο παρατάξεις ενδιαφέρονταν, ή έδειχναν να ενδιαφέρονται, για τα παιδιά, γιατί τα παιδιά σε μια κοινωνία που μόλις είχε βγει από έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, το Β΄ Παγκόσμιο, αποτελούσαν μια κοινωνικά αδιαμφισβήτητη αξία. Επιπλέον, το τέλος του πολέμου και η συντριβή του φασισμού είχε εγείρει προσδοκίες για μια καλύτερη, δικαιότερη κοινωνία, όπου θα ζούσε η νέα γενιά. Δεν αποτελεί λοιπόν παράδοξο ότι στη διάρκεια της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης, η οποία υπήρξε η βαριά κληρονομιά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το θέμα της «σωτηρίας» των παιδιών αποτέλεσε ένα από τα σημεία αιχμής του. Η «σωτηρία» όμως δεν αφορούσε τα πάνω από 340.000 παιδιά που υπολογίζεται ότι μετά το τέλος του πολέμου ήταν ορφανά αλλά περίπου 40-60.000 παιδιά.

Αυτά τα παιδιά και «σώθηκαν» και «αρπάχθηκαν». Σώθηκαν από τους βομβαρδισμούς και την πείνα, σιτίστηκαν καλύτερα από όσα έμειναν στα χωριά τους και πολλά από αυτά μορφώθηκαν. Τα έχουν αρπάξει όμως, με την έννοια ότι και τα δύο στρατόπεδα τα εκπαίδευσαν σύμφωνα με τα δικά τους πιστεύω, τα εγκλώβισαν στο δικό τους κόσμο. Γα παιδιά αυτά βρέθηκαν στη δίνη μιας στρατιωτικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, η οποία μετέβαλε και καθόρισε τη ζωή τους.


•ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Π. Ανταίος, Χίλια σκοτωμένα παιδιά της ΕΠΟΝ, Αθήνα. 1986.
Αρχείο ΕΟΠ (Εθνικός Οργανισμός Πρόνοιας), Δ (μη καταχωρημένο)/ Κεντρικές Υπηρεσίες (ΚΥ)< ΦΑΚ 1 και 2.
Αρχείο ΕΟΠ, Δ/ΚΥ. ΦΑΚ 16, έγγρ. 30.11.49.
Αρχείο ΕΟΠ,Δ/ΚΥ,ΦΑΚ 14. έγγρ. 11.3.1950.
L. Baerentzen, «Tο "παιδομάζωμα" και οι Παιδοπόλεις», στο L. Baerentzen , Γ.Ο. Ιατρίδης,Ο.Smith (επιμ.). Μελέτες για τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945· 1949, Ολκός, Αθήνα, 1992. σσ. 137-164.
Βασίλισσα Φρειδερίκη, Μέτρον Κατανοήσεως, Αθήνα. Βιβλιομεταφραστική, 1971.
Τασούλα Βερβενιώτη, «Οι μαχήτριες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», στο Η. Νικολακόπουλος, Α. Ρήγας, Γ. Ψαλλίδας (επιμ.), ο εμφύλιος πόλεμος, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σσ. 125-142.
Τασούλα Βερβενιώτη, «Προφορική Ιστορία και έρευνα για τον Ελληνικό εμφύλιο: η πολιτική συγκυρία, ο ερευνητής και ο αφηγητής», στο Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 107, Ειδικό τεύχος: Οψεις της προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα, επιμ. Μαρία Θανοπούλου, Αλέκα Μπουτζουβή, Αθήνα, Έκδοση του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, 2002(α), σσ. 157-181.
Τ. Βουρνάς, Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, Ο Εμφύλιος, Αθήνα, 1981.
E. Cairns, Children and Political Violence, Oxford, 1996. 
Κ. Γκριτζώνας, Τα παιδιά του εμφυλίου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 1998.
Λ. Γουίτνερ, Η αμερικανική επέμβαση στην  Ελλάδα 1943-1949, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Βάνιας, 1991.
«Δελτίον Ειδήσεων 8 Μάρτη 1948» στο Δελτίο του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, Έκδοση του Γ.Α. του ΔΣΕ. Αν. Ντοκουμέντα του Ελληνικού Προοδευτικού Κινήματος, Αθήνα, Εκδόσεις Μνήμη, χ.χ.
Ε. Δροσάκη, Πού πας χωρίς σακκάκι; Από αφηγήσεις του Ηλία Παππά, Αθήνα, εκδόσεις Εντός, 2002.
ΕΒΟΠ (Επιτροπή Βοήθεια στο παιδί), Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας, χ.τ., χ.χ. [1952].
ΕΕΣ (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός), Δ/νση Αναζητήσεων, Δραστηριότητες κατά τις χρονικές περιόδους: I. Β' Παγκοσμίου Πολέμου II. Εμφυλίου Πολέμου Ελλάδος, Αθήνα. 1997.
Εξόρμηση, Όργανο εξυπηρέτησης των Λαϊκών συμφερόντων, 15 Μαρτίου 1948.
ΕΠΒΕΕ Έρανος «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών της Ελλάδος»), Πρακτικά της 2ης Συνεδρίας της Εκτελεστικής Επιτροπής (ΕΕ) του ΒΠΒΕΕ, 15 Ιουλίου 1947.
• Πρακτικά της 12ης Συνεδρίας της ΕΕ του ΕΠΒΕΕ, 22 Σεπτεμβρίου 1947.
• Πρακτικά της 26ης Συνεδρίας της ΕΕ του ΕΠΒΕΕ, 8 Μαρτίου 1948.
• Πρακτικά της 68ης Συνεδρίας της ΕΕ του ΕΠΒΕΕ, 3 Αυγούστου 1949.
• Πρακτικά της 85ης Συνεδρίας της ΕΕ του ΕΠΒΕΕ, 23 Φεβρουαρίου 1950.
• Πρακτικά της 95ης Συνεδρίας της ΕΕ του ΕΠΒΕΕ. 16 Ιουνίου 1950.
Χ. Γ. Μανούκας, Παιδομάζωμα. Η αγωγή και η διδασκαλία τον απαχθέντων ελληνοπαίδων, Αθήνα, 1969.
MGA (Modern Greek Archive, Liddel Hart Centre for Military Archives: King's College), CRON I.,Evacuation of Greek Children, London, League for Democracy in Greece, 1949.
MGA, PM 66/9, Union of Professional Women of the Dodecanese, Mother Greece and her Children, χ.χ. [1949].
Θ. Μητσόττουλος, Μείναμε Έλληνες. Τα σχολεία των ελλήνων πολιτικών προσφύγων στις σοσιαλιστικές χώρες, Αθήνας 1979.
Β. Μπαρτζιώτας, «Εισήγηση στην III Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ πάνω στο 2ο θέμα», [1950].
ΟΗΕ Α/574, Έκθεση της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια (UNSCΟΒ), General Assembly, Official Records: Third Session, Supplement No. 8, Lake Success, New York, 1948, σσ. 18-20.
ΟΗΕ Λ/2236, Report of the International Committee of the Red Cross and the League of Red Cross Societies to the General Assembly of the UNO, Seventh Session, Agenda item 23, 23 October 1952.
Μ. Α. Ράπτης, Τυχεροί μέσα  στην ατυχία, Αθήνα, 1999.
Μ. Ristovic, A Long Journey Home. Greek Refugee Children in Yugoslavia, 1948-1960. Belgrade, 1998.
C. Swenson, The Abduction, Repatriation, Adjustement of Greek Children, Student Project for Amity among Nations, Hamline University Library, 1957.

Αναδημοσίευση από Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τομ.8, σ.σ. 271-280.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου