Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη συνδιάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι, 1946

Το παρακάτω κείμενο είναι η εισαγωγή από την διδακτορική διατριβή του Περικλή Χριστίδη με τίτλο "Οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη συνδιάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι, 1946"  που μπορείτε να διαβάσετε εδώ http://invenio.lib.auth.gr/record/79252/files/gri-2007-774.pdf

Με ποιους όρους τα ζητήματα συζητήθηκαν, οι αποφάσεις υιοθετήθηκαν και οι προτάσεις έγιναν δεκτές σ’ αυτή τη Συνδιάσκεψη; Ακούμε να γίνεται λόγος μόνο για τους «Τέσσερις Μεγάλους» ή τους «Πέντε Μεγάλους»· το «αγγλοαμερικανικό μπλοκ» ή το «σοβιετικό μπλοκ»· τις «χώρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας» και τις «βρετανικές αποικίες» ή τους «δορυφόρους των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας»· συναλλαγές, ανταλλαγές και εμπόριο, χωρίς διάκριση εκχωρήσεις εδαφών και ανθρώπων, χωρίς αυτοί να ακουστούν· επανορθώσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων· αξιοθρήνητες εκκλήσεις από τα ηττημένα κράτη που ζητιανεύουν· διαμάχες και διαψεύσεις· επιθέσεις και αντιπερισπασμοί.1

Κατά τη συγγραφή μιας εργασίας στο πεδίο της διπλωματικής ιστορίας, ανακύπτουν αναπόφευκτα ερωτήματα που δεν παύουν να απασχολούν το συγγραφέα καθ’ όλη τη διάρκεια της προσπάθειας: Ποιο είναι το πραγματικό μέγεθος των πληροφοριών που διαθέτουμε; Καταγράφηκαν όλες οι κινήσεις των πρωταγωνιστών; Γνωρίζουμε όλες τις επαφές μεταξύ τους και τις επικοινωνίες τους μέσω τρίτων; Υπήρξαν μυστικά μνημόνια, έγγραφα που καταστράφηκαν πάραυτα ή μεταγενέστερα; Τα έγγραφα που αποδόθηκαν στην έρευνα είναι ακέραια ή λογοκριμένα;

Ισχυριζόμαστε, για παράδειγμα, ότι το πετρέλαιο αποτελεί την κύρια αιτία σύγκρουσης συμφερόντων. Πού βρίσκεται αυτό καταγραμμένο; Με ποιο τρόπο ομολογείται; Πολλές φορές μπορούμε μόνο να εικάσουμε, να υποθέσουμε. Ερευνούμε σε πείσμα, κάποτε, της πρόθεσης των πρωταγωνιστών να αποσιωπήσουν τις προθέσεις τους και να διατηρήσουν τις ενέργειές τους στο σκοτάδι. Συνεπώς δεν ερευνούμε μόνο για έγγραφα αλλά τα έγγραφα τα ίδια. Τι κρύβουν ή τι αποκαλύπτουν αθέλητα. Την ίδια στιγμή, ακόμη και τα επίσημα διπλωματικά έγγραφα δεν αποτελούν πάντα ψυχρές, τεχνοκρατικής φύσης, μορφές επικοινωνίας. Εμπεριέχουν, πολλές φορές, πολύτιμα στοιχεία τόσο για τους συντάκτες τους όσο και για το αντικείμενό τους. Τέλος, καθοριστικός είναι ο ρόλος του ερευνητή. Πέρα από το αναπόδραστο υποκειμενικό στοιχείο, η ίδια η σύνθεση των πληροφοριών από διάφορες πηγές συχνά τις «απογυμνώνει» και απομακρύνει τον τελικό αναγνώστη από τα συμφραζόμενά τους.

Για τη συγγραφή της παρούσας εργασίας κρίθηκε προτιμότερο να συνδυαστεί η θεματική με τη χρονολογική ανάπτυξη των περιγραφόμενων γεγονότων. Αυτό έγινε για δύο βασικούς λόγους: α) Τα ζητήματα τα οποία θίγονται στη μελέτη (εθνικές διεκδικήσεις) δεν υπήρξαν πάντα αντικείμενα διακριτών, από χρονική και θεματική άποψη, διπλωματικών ενεργειών. Για παράδειγμα, στις περισσότερες επαφές ελλήνων και ξένων διπλωματών, προσεγγίζεται το σύνολο, σχεδόν, των εθνικών διεκδικήσεων. β) Θεωρήθηκε ενδιαφέρον αλλά και σημαντικό να αποδοθεί το κλίμα που επικρατούσε τόσο στις Διασκέψεις του Συμβουλίου των υπουργών Εξωτερικών όσο και στη Συνδιάσκεψη. Το «δραματουργικό» τους στοιχείο κρίθηκε πως αποτελεί πρόσφορο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να φωτισθούν πληρέστερα οι χειρισμοί που αφορούσαν τις εθνικές διεκδικήσεις.

Η παρούσα μελέτη επεδίωξε να ανασυνθέσει τις σημαντικότερες στιγμές, για την Ελλάδα, των εργασιών της Συνδιάσκεψης, ώστε να παρουσιαστούν ευκρινέστερα τόσο η διαδρομή της τύχης των ελληνικών διεκδικήσεων όσο και το κλίμα μέσα στο οποίο επιδιώχθηκαν. Καταβλήθηκε, επίσης, προσπάθεια, να καταδειχθεί τι υπήρξε η ίδια η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης. Η ανάγκη των δοκιμασμένων από τον πόλεμο εθνών να θέσουν πιο στέρεες βάσεις για μια διαρκή ειρήνη είχε αποτελέσει αντικείμενο της Διάσκεψης του Αγίου Φραγκίσκου, η οποία ενέκρινε τον Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Ένα χρόνο αργότερα, στο Παρίσι, έμενε να αντιμετωπιστούν οι εκκρεμότητες που είχε αφήσει ο πόλεμος στις σχέσεις των πρώην συμμάχων της ναζιστικής Γερμανίας στην Ευρώπη με τις νικήτριες δυνάμεις. Επιπλέον, η όποια διευθέτηση, έστω και αν δεν θα περιλάμβανε τη Γερμανία, θα συνέβαλλε στη νομιμοποίηση της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης. Η παρούσα εργασία προσπαθεί να αναδείξει τη διαδικασία αυτή μέσα από τη στάση των πρωταγωνιστών της Συνδιάσκεψης, κυβερνήσεων αλλά και προσώπων που με τις ενέργειές τους έδωσαν τον τόνο των εργασιών της Συνδιάσκεψης. Σημαντικό, επίσης, κρίθηκε να περιγραφούν οι ελληνικές ενέργειες όχι με αφηρημένο τρόπο, αλλά διατηρώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που τις συνόδευαν και αφορούσαν τόσο την περιρρέουσα ατμόσφαιρα όσο και τα πρόσωπα που τις διενεργούσαν.

Πως, εν τέλει, διαμόρφωσαν και επιδίωξαν τις εθνικές διεκδικήσεις τους οι Έλληνες; Πώς τις αντιμετώπισαν οι «άσπονδοι γείτονες» και πως οι συμπολεμιστές της Ελλάδας; Τα ερωτήματα αυτά υπήρξαν βασικοί άξονες της εργασίας. Στην πορεία, όμως, της έρευνας, ανέκυψαν επιμέρους ερωτήματα που ζητούσαν ερμηνεία. Αυτό επιχειρήθηκε στο μέτρο του δυνατού, καθώς το διαθέσιμο υλικό αποδείχτηκε σχεδόν απεριόριστο.

Στην παρούσα εργασία τα εδαφικά ζητήματα αποτελούν το κύριο πεδίο του ενδιαφέροντος και, επομένως, καταλαμβάνουν σαφώς μεγαλύτερη έκταση από όση αναλογεί στις οικονομικές επανορθώσεις. Αυτό αντανακλά την κατανομή του διαθέσιμου υλικού που επιτρέπει να περιγραφούν με μεγαλύτερη άνεση οι ελληνικοί διπλωματικοί χειρισμοί. Δυσανάλογη υπήρξε, επίσης, η κατανομή της δημοσιότητας που δόθηκε τότε στη διαδικασία της κατάρτισης των συνθηκών ειρήνης. Η εθνική ρητορεία της εποχής αντλούσε ευχερέστερα επιχειρήματα από τα εδαφικά ζητήματα, εκμεταλλευόμενη το συναισθηματικό βάρος που είχαν για την ελληνική κοινή γνώμη. Την ίδια στιγμή, οι περισσότεροι έλληνες πολιτικοί έμοιαζαν να μην πιστεύουν στη δυνατότητα να εξασφαλιστούν επανορθώσεις ικανές να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανοικοδόμηση της χώρας. Αντίθετα, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη θα έριχνε το βάρος της προσπάθειάς της στην εξασφάλιση οικονομικής βοήθειας από το βασικό χρηματοδότη του μεταπολεμικού κόσμου, τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι εξηγείται ο περιορισμένος, σε σύγκριση με τα εδαφικά ζητήματα, όγκος του υλικού που αφορά τις επανορθώσεις και γενικότερα τα οικονομικά αιτήματα της Ελλάδας, υλικό που σχετίζεται κυρίως με τεχνικά ζητήματα. Η εργασία αυτή απηχεί, λοιπόν, τη δυσαναλογία ενδιαφέροντος από την πλευρά των ελλήνων πολιτικών και της κοινής γνώμης απέναντι στα εδαφικά και τα οικονομικά ζητήματα της Συνδιάσκεψης, αντίστοιχα.2

Η διαμόρφωση των κειμένων των συνθηκών ειρήνης με τις ηττημένες πρώην συμμάχους της Γερμανίας εξηγεί μόνον ως ένα σημείο τα γενεσιουργά αίτια της Συνδιάσκεψης του Παρισιού το 1946. Δεκατέσσερις μήνες μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη, οι νικήτριες χώρες συγκεντρώθηκαν για να διαμορφώσουν τη μεταπολεμική διευθέτηση. Εκείνο που έμοιαζε να παρέχει περισσότερα εχέγγυα για τη μακροημέρευση της ειρήνης ήταν ότι, αντίθετα με τη Συνδιάσκεψη του 1919, θα δινόταν η ευκαιρία να ακουστούν και οι ηττημένοι. Όπως όμως φάνηκε ήδη από την αρχή, η Συνδιάσκεψη χρησίμευσε περισσότερο ως νομιμοποιητικό μέσο για την επιβολή των Μεγάλων Δυνάμεων πάνω σε ασθενέστερα κράτη, από τη μεριά τόσο των νικητών όσο και των ηττημένων, παρά ως εργαλείο για την εμπέδωση της ειρήνης με βάση τις αρχές του Διεθνούς Δικαίου.3

Είκοσι επτά χρόνια νωρίτερα, τον Ιανουάριο του 1919, είχε ξεκινήσει η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για πρώτη φορά η διεθνής κοινότητα επεδίωξε να εγκαθιδρύσει τη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων λαμβάνοντας υπόψη, σε ορισμένες περιπτώσεις τουλάχιστον, τα δικαιώματα των εθνοτήτων και όχι μόνο την ανάγκη να αποκατασταθεί μια νέα ισορροπία δυνάμεων. Οι λόγοι της αποτυχίας του εγχειρήματος, που περιέλαβε τη σύσταση της Κοινωνίας των Εθνών, είναι πλέον γνωστοί.4

Το 1946 η Συνδιάσκεψη κάθε άλλο παρά συνήλθε σε κλίμα ευφορίας. Αν κατόρθωσε να ξεκινήσει, αυτό έγινε κατά παραχώρηση των Τριών Μεγάλων Δυνάμεων – Βρετανία, Ηνωμένες Πολιτείες και Σοβιετική Ένωση – οι οποίες παρακάθονταν ήδη στο Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών που προηγήθηκε της Συνδιάσκεψης και εν πολλοίς προκαθόρισε τις αποφάσεις της. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επιχείρησαν να συντάξουν συνθήκες ειρήνης μέσα σε ένα «ρεαλιστικό» πλαίσιο που θα αναγνώριζε και θα διαφύλασσε τον ιδιαίτερο ρόλο τους σε μια νέα τύπου ισορροπία δυνάμεων.

Η Ελλάδα δεν έθετε για πρώτη φορά στην κρίση μιας Συνδιάσκεψης τις εθνικές της διεκδικήσεις, και μάλιστα στο Παρίσι. Το 1919, όπως και αργότερα το 1946, βρισκόταν στο πλευρό των νικητών και θεωρούσε ότι η συμμετοχή της στον πόλεμο αποτελούσε το βασικό λόγο για τη θετική αντιμετώπιση των διεκδικήσεών της.5 Τότε, η προβολή τους δεν είχε βασιστεί τόσο στην επίκληση ιστορικών δικαίων όσο στην παρουσίαση εθνολογικών στοιχείων για τις περιοχές που διεκδικούσε,6 χάρη στη δραστηριότητα και προσωπική ακτινοβολία του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε επιδέξια τις, συχνά αντιτιθέμενες, επιδιώξεις των «μεγάλων» συμμάχων προκειμένου η Ελλάδα να αποκομίσει τα μέγιστα δυνατά κέρδη.7

Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, η ελληνική κυβέρνηση δεν έμοιαζε ικανή να εκμεταλλευτεί την εμπειρία του 1919. Μπορεί στην ελληνική αντιπροσωπεία του 1946 να συμμετείχαν ορισμένα πρόσωπα τα οποία, ως χαμηλόβαθμοι διπλωμάτες, ήταν παρόντα και στη Συνδιάσκεψη του 1919, η δυνατότητα όμως για αξιοποίηση της σχετικής εμπειρίας τους ήταν αμελητέα καθώς οι συνθήκες και οι πρωταγωνιστές είχαν αλλάξει δραματικά.8

Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης ήταν ο επικεφαλής της ελληνικής
αντιπροσωπείας στην συνδιάσκεψη στο Παρίσι
Αν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχαν εξαντλήσει την αυστηρότητά τους με τα ηττημένα κράτη,9 δεν συνέβη το ίδιο με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι νικήτριες δυνάμεις προτίμησαν όχι μόνο να είναι επιεικείς με τους ηττημένους συμμάχους της Γερμανίας, αλλά και να συνδράμουν στην ανασυγκρότησή τους, καθώς θεωρούσαν ότι η έλλειψη κατανόησης προς τους ηττημένους του 1919 είχε δημιουργήσει τις συνθήκες για την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού. Ακόμη κι αν αντιμετώπισαν δίλημμα μεταξύ αυστηρότητας και επιείκειας, τα διαμορφούμενα αντίπαλα στρατόπεδα του «ψυχρού πολέμου» συμπεριέλαβαν στους κόλπους τους τόσο νικητές όσο και ηττημένους.10 Αυτό έφερε σε δεινή θέση την Ελλάδα. Προκειμένου να ικανοποιήσει τις διεκδικήσεις της όφειλε να αντιμετωπίσει όχι μόνο τους χθεσινούς της εχθρούς αλλά και συμμάχους, ισχυρούς μάλιστα. Αν κατά τη διάρκεια της Συνδιάσκεψης του 1919 η Ιταλία είχε αποτελέσει το βασικό ανασταλτικό παράγοντα στην προώθηση των ελληνικών διεκδικήσεων, τώρα η Σοβιετική Ένωση αναμενόταν να ρίξει το πολύ μεγαλύτερο ειδικό της βάρος ώστε οι δορυφόροι της στα Βαλκάνια να εξέλθουν αλώβητοι από τη Συνδιάσκεψη.11

Οι εδαφικές διεκδικήσεις του 1946 έχουν άμεση σχέση με εκείνες του 1919. Η διαφορά είναι ότι μετά από είκοσι επτά χρόνια το σώμα των διεκδικήσεων αναπόφευκτα όφειλε να προσαρμοστεί στα νέα διεθνή δεδομένα. Σταθερές παρέμειναν οι διεκδικήσεις της Βόρειας Ηπείρου και των Δωδεκανήσων. Έναντι της Βουλγαρίας προβλήθηκε η αξίωση «διαρρύθμισης» των συνόρων, αξίωση που είχε εγερθεί και το 1919 σε ευρύτερο πλαίσιο, καθώς τότε προείχε η εδαφική επέκταση στη Θράκη. Διεκδικήσεις έναντι της Τουρκίας και της Γιουγκοσλαβίας δεν ήταν εύκολο να διατυπωθούν, αν και στη διάρκεια του πολέμου είχε γίνει λόγος τόσο για «διαρρύθμιση» των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων όσο και αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος της Ανατολικής Θράκης, ανάλογα με τη στάση της Τουρκίας έναντι των Συμμάχων. Η Κύπρος, ακριβώς όπως και το 1919, δεν συμπεριελήφθη στις διεκδικήσεις, καθώς βρισκόταν υπό την κυριαρχία της «φίλης» και συμμάχου Βρετανίας.12

Και στις δύο συνδιασκέψεις της ειρήνης το ελληνικό έθνος προσήλθε με νωπά τα τραύματα του διχασμού. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα πενιχρά αποτελέσματα του 1946-47, η προηγούμενη διπλωματική προσπάθεια είχε στεφθεί από ανέλπιστη επιτυχία. Ακόμη κι αν λάβουμε υπόψη την ποιοτική διαφορά ηγεσίας μεταξύ 1919 και 1946, δεν φαίνεται ότι το κρίσιμο σημείο ήταν οι ελληνικοί χειρισμοί. Το βάρος των διεθνών συνθηκών υπήρξε συντριπτικό για την τύχη των ελληνικών διεκδικήσεων στη δεύτερη περίπτωση. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως άλλοθι των υπεύθυνων χειριστών της διπλωματικής προσπάθειας του 1946, όσον αφορά τόσο τις επιλογές όσο και τους χειρισμούς τους.

Εκείνο που επηρεάζει καθοριστικά το διπλωματικό αγώνα που η Ελλάδα διεξήγαγε ήδη από τη Διάσκεψη των τεσσάρων υπουργών Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων στο Λονδίνο, το Σεπτέμβριο του 1945, είναι ότι εξελίχθηκε παράλληλα με τη σταδιακή αλλαγή των σχέσεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Βρετανία, αφενός, και τη Σοβιετική Ένωση, αφετέρου. Επρόκειτο για σταθερή επιδείνωση ορατή σε διεθνή ζητήματα που ενδιέφεραν τους πρωταγωνιστές της αντιχιτλερικής συμμαχίας (Ιράν, Στενά). Στη διάρκεια του 1946 και η Ελλάδα θα αποτελέσει ένα από τα πεδία δοκιμών για την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων στις νέες συνθήκες του «ψυχρού πολέμου».13

Κατά μία έννοια, η Ελλάδα του 1946 είναι κράτος «ηττημένο». Ως «ήττα» εκλαμβάνεται η κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει μεταπολεμικά. Στο οικονομικό πεδίο αδυνατούσε να σταθεί χωρίς εξωτερική βοήθεια. Το έμψυχο δυναμικό της είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα από τον πόλεμο, την αντίσταση στους κατακτητές, αλλά και την αδελφοκτόνο διαμάχη που εκδηλώθηκε ενόσω διαρκούσε η εχθρική κατοχή. Η πολιτική κατάσταση στη χώρα παρέμεινε ρευστή, καθώς η βίαιη «αναδιαπραγμάτευση» των πολιτικών συσχετισμών βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη. Αυτό το κράτος, αρχικά με υπηρεσιακές κυβερνήσεις, και, μετά τις εκλογές του Μαρτίου του 1946, υπό την κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος και των συμμάχων του, θα επιχειρήσει μια εντυπωσιακή, για το μέγεθος και τον αριθμό των ζητημάτων που έθεσε, εξόρμηση στο διεθνή στίβο. Η Ελλάδα θα διεκδικήσει, ολομόναχη πρακτικά, αυτά που θεωρεί ότι της ανήκουν ή της οφείλονται για λόγους ιστορικούς, δικαιοσύνης αλλά και ασφάλειας, όπως ισχυρίζεται. Κοινή ήταν η πεποίθηση πως η Ελλάδα έπρεπε να ικανοποιηθεί, και μάλιστα με προνομιακό κάποτε τρόπο, λόγω της μεγάλης συνεισφοράς της στον κοινό συμμαχικό αγώνα.14 Η πίστη αυτή θα διατηρηθεί καθώς πλησίαζε η Συνδιάσκεψη και ήταν ήδη ευδιάκριτα τα εμπόδια που θα συναντούσαν οι ελληνικές διεκδικήσεις. Η αναπάντεχη αυτή ευκαιρία εθνικής ολοκλήρωσης, που είχε προπληρωθεί ακριβά, περίμενε τη δικαίωσή της. Άραγε, οι έλληνες πολιτικοί δεν ήταν ικανοί να αντιληφθούν τη δυσαναλογία ανάμεσα στις δυνατότητες της Ελλάδας και στους στόχους που έθεταν; Ή το είχαν αντιληφθεί, και η έγερση των διεκδικήσεων απλώς εξυπηρετούσε σκοπιμότητες εσωτερικής πολιτικής;

Σε μεγάλο βαθμό, οι ελληνικές κυβερνήσεις μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχαν ακολουθήσει τη γραμμή της εξωτερικής πολιτικής που είχε καθορίσει ο Βενιζέλος. Οι όποιες διεκδικήσεις υποχωρούσαν μπροστά στην ανάγκη επιβίωσης και ανάπτυξης της χώρας. Σε ένα ευνοϊκότερο, όμως, διεθνές περιβάλλον οι διεκδικήσεις αυτές μπορούσαν να αναβιώσουν.15 Το σώμα των εδαφικών διεκδικήσεων δεν δομείται τυχαία. Τα ελληνικά αιτήματα αποτελούσαν στόχους η επίτευξή των οποίων προβαλλόταν ως θεμιτή και επιθυμητή για λόγους νομικούς, πληθυσμιακούς, ιστορικούς, στρατηγικούς.16 Οι εδαφικές διεκδικήσεις έμοιαζαν κληροδότημα του παρελθόντος και μένει να διερευνηθεί κατά πόσο μπορούν να ερμηνευτούν ως αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας. Σύμφωνα με τον Σβολόπουλο, πάντως, βασικός προσανατολισμός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παρέμενε η διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας και με βάση αυτόν τον προσανατολισμό δομήθηκε το πλαίσιο των ελληνικών διεκδικήσεων.17 Αντίθετα, ο William McNeill θεωρεί ότι το επιχείρημα της ασφάλειας υπήρξε εφεύρημα, ενώ οι διεκδικήσεις εκπορευόντουσαν από τη «Μεγάλη Ιδέα», την «ανασύσταση», δηλαδή, μιας ελληνικής ανατολικής αυτοκρατορίας, έστω και σε κάπως περιορισμένα όρια.18

Κατά τις παραμονές της Συνδιάσκεψης, η οικονομική κατάσταση της χώρας, η σύγκρουση με τους κομμουνιστές, τα μεθοριακά επεισόδια, η έντονη πολεμική των γειτόνων και της Σοβιετικής Ένωσης, συνιστούσαν ένα εκρηκτικό μείγμα το οποίο κλήθηκε να χειριστεί η κυβέρνηση Τσαλδάρη. Η στήριξη από τη Βρετανία δεν αρκούσε, καθώς η χώρα αυτή έδινε άνιση μάχη προκειμένου να διατηρήσει το ρόλο της ως μεγάλη δύναμη. Την ίδια περίοδο, ο έτερος πόλος της δυτικής συμμαχίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν είχαν αποσαφηνίσει τη θέση τους έναντι της Ελλάδας.

Οι ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις στράφηκαν κατά της Ιταλίας για λόγους εθνικούς, κατά της Βουλγαρίας για λόγους ασφάλειας, ενώ η διεκδίκηση της Βόρειας Ηπείρου συνδύαζε και τα δύο. Ως προς την απόδοση των Δωδεκανήσων, η Συνδιάσκεψη θα αποδειχτεί μια μάλλον τυπική διαδικασία, καθώς η απόφαση είχε ήδη ληφθεί από το Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών στο Παρίσι. Το ελληνικό ενδιαφέρον στράφηκε κυρίως στη διατύπωση του άρθρου που θα καθόριζε τα ζητήματα της αποστρατικοποίησης και των θαλάσσιων συνόρων του νησιωτικού συμπλέγματος. Η διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων εισήχθη στη Συνδιάσκεψη ως ζήτημα για το οποίο δεν είχαν καταλήξει οι Τέσσερις, ενώ το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα, με το οποίο δεν ασχολήθηκε καθόλου το Συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών, τέθηκε στη Συνδιάσκεψη αποκλειστικά με ελληνική πρωτοβουλία. Ο ανατολικός συνασπισμός θα αμφισβητήσει την αρμοδιότητα της Συνδιάσκεψης, ως προς το ζήτημα αυτό.

Στην πραγματικότητα τα ελληνικά αιτήματα υπήρξαν περισσότερα και δεν συμπεριλάμβαναν μόνο τα εδαφικά ζητήματα και εκείνα των επανορθώσεων. Ως προς την ιταλική συνθήκη, η Ελλάδα εκδήλωσε το ενδιαφέρον της καταθέτοντας τροπολογίες για τον αριθμό και την οργάνωση του ιταλικού στρατού, την αποκατάσταση των ορθόδοξων καθιδρυμάτων της Ιταλίας, την υπηκοότητα των Ιταλών της Δωδεκανήσου, την ελεύθερη αλιεία και σπογγαλιεία στη Λιβύη, την απόδοση του κατασχεθέντος πολεμικού υλικού από τους Ιταλούς, την εκκαθάριση των ιταλικών ναρκών στην ξηρά και τη θάλασσα, την αποκατάσταση των κλαπέντων αρχαιολογικών, καλλιτεχνικών κ.ά. αντικειμένων. Ακόμη η Ελλάδα ενδιαφέρθηκε για την ακύρωση των συμβάσεων μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών υπηκόων κατά τη διάρκεια της κατοχής και την αποκατάσταση των καταστροφών που είχε υποστεί η Ελλάδα από την Ιταλία πριν από την έναρξη του πολέμου 19. Οι περισσότερες από αυτές τις τροπολογίες είτε δεν συζητήθηκαν είτε αποσύρθηκαν είτε απορρίφθηκαν 20. Κάτι ανάλογο συνέβη και με τις ελληνικές τροπολογίες στο σχέδιο συνθήκης ειρήνης με τη Βουλγαρία που αναφέρονταν σε ανάλογα ζητήματα, καθώς και σε κάποια τα οποία αφορούσαν αποκλειστικά τις σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας 21. Η κυβέρνηση Τσαλδάρη θα επικριθεί για πλημμελή προετοιμασία και υποστήριξη των αιτημάτων της. Σύμφωνα με τον αμερικανό δημοσιογράφο των New York Times Cyrus Sulzberger, η ελληνική προσπάθεια υπέφερε από αποσπασματικότητα και έλλειψη συστηματικότητας, καθώς διάφορες πηγές, επίσημες και ανεπίσημες, διοχέτευαν διαφορετικές διεκδικήσεις προς διάφορες κατευθύνσεις 22.

Εκείνο που επιχειρείται στην παρούσα μελέτη είναι να περιγραφεί, αφενός, η διπλωματική προσπάθεια της Ελλάδας για την ανάδειξη και επίτευξη των εθνικών της διεκδικήσεων και, αφετέρου, οι συνθήκες υπό τις οποίες η διπλωματική αυτή προσπάθεια κορυφώθηκε κατά τη Συνδιάσκεψη για την Ειρήνη. Εκτός από την αποτίμηση των διεκδικήσεων αυτών και της σημασίας τους για τους έλληνες πολιτικούς και τον ελληνικό λαό, θα εξεταστεί κατά πόσον οι εσωτερικές και διεθνείς συγκυρίες προδίκασαν αναπόδραστα το τελικό αποτέλεσμα.

Η κάποτε λεπτομερέστερη περιγραφή της διπλωματικής προσπάθειας σκοπό έχει τόσο να αναδείξει τη σημασία της διαδικασίας στη Συνδιάσκεψη για την ελληνική πλευρά όσο και να αποτυπώσει τη σταδιακή διαμόρφωση των θέσεων των Μεγάλων Δυνάμεων, κυρίως της Βρετανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Φτάνοντας στη Συνδιάσκεψη οι Έλληνες γνώριζαν τι ήθελαν αλλά, όπως θα φανεί, δεν γνώριζαν πώς να θέσουν τα αιτήματά τους ενόψει της αρνητικής, κατ’ ουσίαν, στάσης εκείνων από τους οποίους ανέμεναν βοήθεια. Ενώ οι εργασίες της Συνδιάσκεψης είχαν ξεκινήσει, η ελληνική κυβέρνηση ακόμη αναζητούσε τον τρόπο που θα έθετε τα αιτήματά της. Το Βορειοηπειρωτικό επιθυμούσε να συζητηθεί στην ουσία του. Τι είδους προβλέψεις στην ιταλική συνθήκη ειρήνης θα την ικανοποιούσαν; Τελικά, κατέληξε να προσπαθεί να εκμαιεύσει μια σύσταση από τη Συνδιάσκεψη προς του Τέσσερις Μεγάλους να ασχοληθούν με το ζήτημα αυτό στο μέλλον, για να αποσύρει το αίτημά της αυτό, καθώς έκρινε ότι δεν υπήρχαν πλέον περιθώρια επιτυχίας. Κι όλα τούτα γιατί ουσιαστικά δεν κατάφερε να πείσει κανέναν συμμετέχοντα στη Συνδιάσκεψη πως το Βορειοηπειρωτικό ανήκε στην αρμοδιότητά της. Ως προς τη διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων, η ελληνική τακτική ήταν πιο συνεπής, για να συναντήσει εξαρχής μια σχεδόν απόλυτη αντίθεση στο αίτημά της από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Έχοντας επίγνωση της αντίθεσης αυτής, δεν απέφυγε τα λάθη, καθώς δεν μπόρεσε να καταστήσει σαφή τη σχέση ανάμεσα στη διαρρύθμιση των συνόρων και την αποστρατικοποίηση της βουλγαρικής μεθορίου, όπως επιζητούσε. Όσον αφορά τις επανορθώσεις, διεκδίκησε υπέρογκα ποσά τα οποία όμως, φτάνοντας στη Συνδιάσκεψη, είτε έπαψε να ζητά (στην περίπτωση των ιταλικών επανορθώσεων) είτε περιόρισε κατά πολύ (στην περίπτωση των βουλγαρικών επανορθώσεων), αναμένοντας ουσιαστικά να δει τα ποσά που θα τις εξασφάλιζαν οι «φίλοι» της.

Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις δεν προέκυψε «αυτόματα». Μπορεί οι θέσεις τους να μην άλλαξαν δραματικά από τη σύλληψή τους έως το πέρας της διπλωματικής προσπάθειας, η τακτική όμως, κυρίως των Βρετανών και των Αμερικανών, υπέστη κάποιες διαφοροποιήσεις. Οι «φίλοι» της Ελλάδας, αν δεν αιφνιδιάστηκαν, φαίνεται πάντως ότι δεν περίμεναν από εκείνη να δείξει τέτοια επιμονή στις διεκδικήσεις της στο τραπέζι της Συνδιάσκεψης. Προσάρμοζαν, επομένως, την τακτική τους, κάποτε από μέρα σε μέρα, σημειώνοντας ορισμένες αξιοσημείωτες μεταστροφές. Από τις Μεγάλες Δυνάμεις μόνο οι Σοβιετικοί έμοιαζαν πιο σταθεροί απέναντι στις ελληνικές διεκδικήσεις, καθώς εκδήλωσαν τις αντιρρήσεις τους από την πρώτη στιγμή και, με τη μερική εξαίρεση του Δωδεκανησιακού, κράτησαν σκληρή στάση έως το τέλος. Αναντίρρητα οι λόγοι που οδήγησαν στην έγερση των συγκεκριμένων διεκδικήσεων, καθώς και ο τρόπος που αυτές επιδιώχθηκαν, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην έκβαση της διπλωματικής προσπάθειας. Όμως το ραγδαία μεταβαλλόμενοδιεθνές κλίμα υπερέβη τις προθέσεις και τις ικανότητες των ελλήνων πολιτικών και διπλωματών. Θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε τη διπλωματική προσπάθεια της Ελλάδας μέσα στη δυναμική τόσο του διεθνούς περιβάλλοντος όσο και της ίδιας της Συνδιάσκεψης. Οι δύο αυτές παράμετροι – ελληνικές ενέργειες και διεθνείς εξελίξεις – άλλοτε κινούνται παράλληλα, άλλοτε διασταυρώνονται αλλά η σχέση τους δεν είναι ποτέ αμφίδρομη. Η ελληνική προσπάθεια επηρεάζεται από το διεθνές περιβάλλον αδυνατώντας να το διαμορφώσει ή τουλάχιστον να αφήσει το ίχνος της πάνω σε αυτό.

Θα ήταν μάταιο να επιχειρήσει κανείς να διακρίνει και να σταθμίσει στις προθέσεις των ελλήνων ιθυνόντων τα επιμέρους στοιχεία τους, όπως η φιλοπατρία και το προσωπικό πολιτικό όφελος, τα οποία αλληλεπικαλύπτονται και «αλληλοεξυπηρετούνται». Αντίθετα οι προθέσεις των «μεγάλων» πρωταγωνιστών της διεθνούς σκηνής ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις υπήρξαν, τουλάχιστον το 1946, αρκετά ευδιάκριτες. Τούτο είναι φυσικό, καθώς οι εθνικές διεκδικήσεις αντιμετωπίζονταν στην Ελλάδα ως θέμα ζωτικής σημασίας και βρέθηκαν στο επίκεντρο της εξωτερικής της πολιτικής. Στο διπλωματικό ορίζοντα των Μεγάλων Δυνάμεων, όμως, δεν αποτελούσαν παρά ένα μόνο σημείο, το οποίο, όπως θα φανεί, είχαν πριν από τη Συνδιάσκεψη αποφασίσει να παρακάμψουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.“Paris Peace Conference” New International, 1946.
2. «Ως κλάδος της επιστήμης της διακυβέρνησης, η εδαφική πολιτική είναι πρωτεύουσας πρακτικής
σημασίας και διαθέτει περισσότερο προφανή απήχηση στα κράτη, τόσο κατά την ειρήνη όσο και κατά
τον πόλεμο, από κάθε άλλο παράγοντα, πολιτικό ή οικονομικό»: Lord Curzon (υπουργός Εξωτερικών
Μεγάλης Βρετανίας), στο Petsalis-Diomidis 1978, σ. 3 (εσώφυλλο).
3. Documents on Australian Foreign Policy 1946, 9 (στο εξής DAFP): 20 Μαΐου 1946, 254 Evatt προς
Fraser, ιστοσελίδα.
4. Στεφανίδης 1997, 89-101, 103-23.
5. Σβολόπουλος 1983, 124.
6. Στο ίδιο, 122.
7. Η προσωπική συμβολή του έλληνα πρωθυπουργού ως πολιτικής προσωπικότητας με διεθνή
εμβέλεια οδήγησε τον αρχηγό του βρετανικού στρατού Henry Wilson, να σημειώσει με
χαρακτηριστική δυσφορία: «Ο Βενιζέλος χρησιμοποιεί κατά βούληση τους τρεις “καλαμαράδες” για την επίτευξη των σκοπών του», εννοώντας τους ηγέτες της Βρετανίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων
Πολιτειών: Στο ίδιο, 125.
8. Ο Κωνσταντίνος Ρέντης, ο Ραφαήλ Ραφαήλ, ο Αθανάσιος Πολίτης και ο Ιωάννης Πολίτης
συμμετείχαν και στην ολιγομελή (είκοσι ένα μέλη) αντιπροσωπεία που έλαβε μέρος στη Συνδιάσκεψη του 1919: Petsalis-Diomidis 1978, 348-9. Οι τρεις πρώτοι στην πραγματικότητα τέθηκαν στο περιθώριο της αντιπροσωπείας του 1946, ενώ ο Πολίτης συμμετείχε κυρίως στις Οικονομικές Επιτροπές.
9. Σβολόπουλος 1983, 135.
10. Gaddis 1972, 95 κ.ε.
11. Για το ρόλο της Ιταλίας στη Συνδιάσκεψη του 1919: Petsalis-Diomidis 1978, 339.
12. Οι εδαφικές διεκδικήσεις του 1919 ήταν: Βόρεια Ήπειρος, Θράκη (Ανατολική και Δυτική),
Κωνσταντινούπολη, δυτική Μικρά Ασία, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και τα Δωδεκάνησα:
Petsalis-Diomidis 1978, 123-6.
13. Xydis 1963, 551.
14. Για παράδειγμα, τον Μάιο του 1946 ο υφυπουργός Εξωτερικών Φίλιππος Δραγούμης, ο οποίος βρίσκεται στο Παρίσι, αναλαμβάνει να διεκδικήσει την αναγνώριση στην Ελλάδα δικαιώματος προτεραιότητας κατά την επιδίκαση επανορθώσεων, «τιμής ένεκεν» σύμφωνα με έκθεση της νομικής υπηρεσίας του υπουργείου Εξωτερικών. Ως προηγούμενο αναφέρεται η περίπτωση του Βελγίου στη συνθήκη των Βερσαλλιών: Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (στο εξής ΑΥΕ), φακ. 64.1β/1946, 2 Μαΐου 1946, 16632, Υπ.Εξ. προς πρεσβεία Παρισιού, επείγον.
15. Σβολόπουλος 1983, 163-5.
16. Xydis 1963, 522, 524-5.
17. Σβολόπουλος 2002, 43· Xydis 1963, 532.
18. McNeill 1947, 250.
19. Οι ελληνικές τροπολογίες στο σχέδιο της ιταλικής συνθήκης: Recueil des Documents, 1946, Ι, 474-87. Κάποιες τροπολογίες τροποποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων και δεν περιλαμβάνονται εδώ.
20. Βλέπε συνθήκη Ειρήνης με Ιταλία: Treaty of Peace with Italy, ιστοσελίδα.
21. Για παράδειγμα, η Ελλάδα ζητούσε την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων της
Βουλγαρίας που απέρρεαν από τη συνθήκη του Νεϊγύ. Οι τροπολογίες της αφορούσαν επίσης σε ζητήματα εμπορικά και συγκοινωνιακά, καθώς και στο ελεύθερο εμπόριο στο Δούναβη: Recueil des Documents, Ι, 487-96. Η συνθήκη ειρήνης με τη Βουλγαρία στο Treaty of Peace with Bulgaria, ιστοσελίδα.
22. ΑΥΕ, φακ. 64.1γ/1946, 26 Απρ. 1946, Ημερολόγιο Εργασιών Στρατιωτικών Εμπειρογνωμόνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου