Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

«Η βία του πολέμου: Ελλάδα, 1941-1949»

Πολυμέρης Βόγλης

Διεθνές Συνέδριο, Πανεπιστημίου Αιγαίου

Θεωρήσεις του πολιτικού στην ελληνική κοινωνία:
                Απολογισμός και προοπτικές της έρευνας στην κοινωνική ανθρωπολογία και την ιστορία
                                                            (Μυτιλήνη, 8-11 Νοεμβρίου 2007)


   Η δεκαετία του 1940 υπήρξε µια περίοδος συγκρούσεων και βίας µε δεκάδες χιλιάδες θύµατα. Οι στρατιωτικές συγκρούσεις, τα αντίποινα, οι εκτελέσεις, η τροµοκρατία αποτελούν µερικές µόνο όψεις της βίας του πολέµου. Οι µορφές της βίας µάς προσφέρουν µια ιδιαίτερη οπτική γωνία για να µελετήσουµε το χαρακτήρα των συγκρούσεων, τους φορείς που ενεπλάκησαν και το ιδιαίτερο κοινωνικό-πολιτισµικό φορτίο των αντίστοιχων πρακτικών σε στενή συνάφεια πάντα µε τη δεδοµένη ιστορική συγκυρία. Αυτό εξηγεί και το έντονο ενδιαφέρον των τελευταίων ετών για τη µελέτη των εµφύλιων συγκρούσεων στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1940. Πολλές όµως από τις τρέχουσες απόπειρες ερµηνείας της βίας µε βάση τους φορείς οδηγούν σε εύκολες σχηµατοποιήσεις (σε «λευκή», «µαύρη» και «κόκκινη» βία) που παραβλέπουν τόσο τις αλλαγές στο ιστορικό πλαίσιο όσο και τις διαφοροποιήσεις που σηµειώνονται στους ίδιους τους φορείς που πρωταγωνιστούν στις συγκρούσεις.
    Στην προτεινόµενη ανακοίνωση εκκινώντας από τις δύο διαφορετικές ιστορικές περιόδους (Κατοχή και Εµφύλιος Πόλεµος) θα επιδιώξω να αναλύσω τις µορφές της βίας του πολέµου λαµβάνοντας υπόψη τη δυναµική και το χαρακτήρα της σύγκρουσης (π.χ. ανταρτοπόλεµος, σύγκρουση τακτικών στρατών) για να ερµηνεύσω τόσο τα χαρακτηριστικά των φορέων όσο και τις ιδιαίτερες πρακτικές που ακολούθησαν. Η ανακοίνωσή µου θα βασιστεί τόσο στην προγενέστερη µελέτη µου για τους πολιτικούς κρατούµενους στα χρόνια του Εµφυλίου όσο και στην τρέχουσα έρευνά µου για το ∆ηµοκρατικό Στρατό Ελλάδας.


Στον αιώνα που πέρασε γνωρίσαμε κάθε είδους πόλεμο: δύο παγκόσμιους πολέμους, εμφυλίους πολέμους, διακρατικούς πολέμους, πολέμους ανεξαρτησίας, γενοκτονίες. Η βία ήταν αναπόσπαστο αν όχι το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των πολέμων: θάνατοι στο πεδίο της μάχης, θάνατοι αιχμαλώτων πολέμου, αμάχων, βιασμοί γυναικών, πυρπολήσεις χωριών και καταστροφές ολόκληρων πόλεων. Το ερώτημα που συχνά καλούμαστε να απαντήσουμε όσοι ασχολούμαστε με περιόδους πολέμου είναι να εξηγήσουμε τη βία του πολέμου. Η βία που χρησιμοποιούν οι αντιμαχόμενοι εξυπηρετεί σκοπιμότητες, έχει κίνητρα και σκοπούς, υπακούει σε κάποιους κανόνες ή μήπως είναι σύμπτωμα της αποκτήνωσης του πολέμου και του ένστικτου της επιβίωσης, οπότε θα πρέπει να αρκεστούμε στην κοινότοπη διαπίστωση ότι αυτά συμβαίνουν στους πολέμους;

Δεν έχω την πρόθεση να αναπτύξω κάποια θεωρία που να εξηγεί το φαινόμενο τη βίας γενικά στους πολέμους αλλά εστιάζοντας στη δεκαετία του 1940 στην Ελλάδα να προτείνω έναν τρόπο προσέγγισης της βίας του εμφυλίου πολέμου. Πιο συγκεκριμένα θα ξεκινήσω από κάποια περιστατικά που σημειώνονται το 1946 για να επισημάνω τις διαφορές σε σχέση με τη βία τόσο της Κατοχής που προηγείται όσο και του Εμφυλίου που ακολουθεί. Ο λόγος για τον οποίο υιοθετώ αυτήν την προσέγγιση είναι ένας: όταν μιλάμε για τη βία του πολέμου, στην πραγματικότητα έχουμε διαφορετικές μορφές βίας τις οποίες καλούμαστε να εξηγήσουμε. Η βία του πολέμου στην Ελλάδα της περιόδου 1941-1949 περιλαμβάνει διαφορετικές μορφές βίας, διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και διαφορετικούς πρωταγωνιστές που θα πρέπει να αναλύσουμε και να συσχετίσουμε.

Παναγιώτης Κατσαρέας
Αφετηρία της ανακοίνωσής μου είναι δύο περιστατικά που σημειώνονται το φθινόπωρο του 1946. Στις 15 Οκτωβρίου μια μεγάλη ομάδα παραστρατιωτικών έκανε επιδρομή σε τρία χωριά της Λακωνίας και σε μία μέρα σκότωσε 33 (κατ’ άλλους 37) αμάχους (άνδρες, γυναίκες, παιδιά), στην πλειονότητά τους κατοίκους του χωριού Βαμβακού. Ένα σχεδόν μήνα αργότερα, στις 20 Νοεμβρίου, μια άλλη μεγάλη ομάδα παραστρατιωτικών εισέβαλε στο χωριό Ξηρόβρυση, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Κιλκίς, και μέσα σε τρεις ώρες σκότωσαν με αυτόματα όπλα ή έσφαξαν με μαχαίρια 47 άτομα. Η σφαγή στην Ξηρόβρυση ήταν από τα πιο αιματηρά περιστατικά εκτέλεσης αμάχων στη διάρκεια του Εμφυλίου, απασχόλησε επί μέρες τον Τύπο και ακόμα και ο Α/ΓΕΣ αντιστράτηγος Βεντήρης διέταξε ανακρίσεις διότι «το πράγμα είναι τερατώδες».1

Η χρονική στιγμή που συμβαίνουν μας ενδιαφέρει. Βρισκόμαστε στις αρχές του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και στη φάση της αριθμητικής ανάπτυξης των ανταρτών. Ο ΔΣΕ από 4.000 μαχητές το καλοκαίρι του 1946 έφτασε τις περίπου 10.000 το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς 2 Η ανάπτυξη της δύναμης του ΔΣΕ ήταν τέτοια που τον Οκτώβριο του 1946 είχε δημιουργηθεί το Γενικό Αρχηγείο των ανταρτών. Ακόμη όμως δεν είχε τη δομή και την οργάνωση του «λαϊκού στρατού» που θα αποκτήσει το 1947, αλλά παρέμενε ένα εκτεταμένο δίκτυο χαλαρά συντονισμένων αντάρτικων ομάδων.

Την αντιμετώπιση των ανταρτών σε αυτήν την πρώτη φάση αρχικά είχε αναλάβει η Χωροφυλακή και οι παραστρατιωτικές ομάδες, που λυμαίνονταν την ύπαιθρο σε όλη την Ελλάδα και με την ανοχή των επίσημων αρχών είχαν εξαπολύσει τους μήνες μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας μια εκστρατεία βίας κατά της Αριστεράς, γνωστή στη βιβλιογραφία ως «λευκή τρομοκρατία». Ήδη από το καλοκαίρι του 1946 είχε γίνει αντιληπτό στην κυβέρνηση ότι η Χωροφυλακή δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τους αντάρτες. Ο στρατός θα αναλάβει το έργο της καταδίωξης των ανταρτών και της εσωτερικής ασφάλειας της χώρας από τη Χωροφυλακή στις 15 Σεπτεμβρίου 1946. Οι παραστρατιωτικές ομάδες δεν θα διαλυθούν αλλά θα εξελιχθούν σε Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου (ΜΑΥ) και Μονάδες Αποσπασμάτων Διώξεως (ΜΑΔ) τον Οκτώβριο του 1946, οι οποίες θα δράσουν είτε από κοινού με το στρατό είτε ανεξάρτητα μέχρι τον Ιούλιο του 1947, οπότε και θα διαλυθούν για να δημιουργηθούν τα Τάγματα Εθνοφρουράς τα οποία τελούσαν υπό στρατιωτική διοίκηση. Οι παραστρατιωτικές ομάδες είχαν τοπικό χαρακτήρα, δηλαδή στρατολογούσαν τοπικά μέσα από συγγενικά δίκτυα σε επίπεδο χωριού ή γειτονικών χωριών, είχαν τοπική δράση και ο αρχηγός τους ασκούσε σημαντική εξουσία σε τοπικό επίπεδο στηριγμένος στη δύναμη των όπλων.

Ας ξαναδούμε από πιο κοντά τα δύο περιστατικά. Η επίθεση της ομάδας του Κατσαρέα στη Βαμβακού, είχε το χαρακτήρα αντιποίνων. Ο Παναγιώτης Κατσαρέας στην Κατοχή υπήρξε βασικό στέλεχος των Ταγμάτων Ασφαλείας με έδρα το Γύθειο και το 1944 είχε οργανώσει επιχειρήσεις κατά του ΕΛΑΣ στον Ταΰγετο. Ο Κατσαρέας είχε εγκαταστήσει φυλάκιο στο χωριό Βαμβακού με λίγους άντρες του, οι οποίοι «επίεζαν ποικιλοτρόπως τους κατοίκους, πράγμα το οποίο προεκάλει συχνά τας διαμαρτυρίας αυτών» 3. Στις 10 Οκτωβρίου 1946, πέντε δηλαδή μέρες πριν τη σφαγή, ομάδα ανταρτών είχε επιτεθεί στη Βαμβακού, και είχε σκοτώσει οκτώ παραστρατιωτικούς, ενώ άλλη συμπλοκή είχε σημειωθεί την ίδια μέρα και στο χωριό Βαρβίτσα. Από το ορεινό χωριό Βαμβακού κατάγονταν αρκετοί αντάρτες που δρούσαν στην περιοχή του Πάρνωνα, όπως και οι οικογένειές τους που τους υποστήριζαν. Όταν όμως έγιναν στόχος επιθέσεων από τους αντάρτες, οι μοναρχικοί στράφηκαν κατά των οικογενειών τους 4. Στις 15 Οκτωβρίου 80 παραστρατιωτικοί του Κατσαρέα με επικεφαλής τον Γερακάρη μπήκαν στο χωριό, συνέλαβαν 25 άνδρες, 5 γυναίκες και 3 παιδιά, τους οδήγησαν στην πλατεία και εκεί τους εκτέλεσαν. Στη συνέχεια «απέκοψαν την κεφαλήν ενός εκ των εκτελεσθέντων, την ενέπηξαν εις ένα κοντόν και τη μετέφεραν εν πομπή εις το χωρίον Αράχωβα όπου και την εξέθεσαν εις κοινήν θέαν εις την πλατείαν του χωριού» 5. Ενώ αυτά συνέβαιναν στη Βαμβακού, βρισκόταν σε εξέλιξη εκκαθαριστική επιχείρηση του στρατού στον Πάρνωνα και τον Ταΰγετο – στην περιοχή του Πάρνωνα, όπου και το χωριό Βαμβακού, δεν έγιναν συμπλοκές, συνελήφθησαν λίγοι αντάρτες και έπεσε στα χέρια του στρατού υλικό των ανταρτών.

Η περίπτωση της Ξηρόβρυσης είναι πιο σύνθετη. Επικεφαλής της ομάδας των παραστρατιωτικών ήταν ο Μπουντουβάκης αλλά ο οπλαρχηγός της περιοχής ο καπετάν Λαζίκ, ψευδώνυμο του Λάζαρου Αβραμίδη, αγροφύλακας πριν από τον πόλεμο και πρόσφυγας και παλαιός οπλαρχηγός ποντιακής καταγωγής. Στη διάρκεια της Κατοχής το χωριό του (Σπουργίτης) είχε δεχθεί επίθεση από τον ΕΛΑΣ και πέρασε στην αντίπαλη πλευρά συγκροτώντας ένοπλο σώμα από πρόσφυγες ποντιακής καταγωγής που συνεργάστηκε με τους Γερμανούς 6. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας ο Λαζίκ επανεμφανίστηκε και συγκρότησε ένοπλο σώμα με περιοχή δράσης, όπως και στην Κατοχή, το Κιλκίς. Η παραστρατιωτική ομάδα του εξελίχθηκε σε ΜΑΔ και λόγω της γνώσης της περιοχής και του ανταρτοπολέμου στα χρόνια της Κατοχής λειτούργησαν ως «οδηγοί» για το στρατό 7. Ο Δημήτριος Ζαφειρόπουλος σημειώνει ότι οι ΜΑΔ «συνέβαλον εις την εξουδετέρωσιν της αυτοαμύνης των χωρίων και δια της δράσεως των εματαίωσαν την διείσδυσιν μικρών αντάρτικών ομάδων εις τα περιοχάς των. (…). Τελικώς δια της αξιοζηλεύτου δράσεως των απέδειξαν ότι εκεί ένθα υπάρχει ΜΑΔ δεν ζη συμμορίτης». Η επίθεση των παραστρατιωτικών του Λαζίκ με επικεφαλής τον Μπουντουβάκη στην Ξηρόβρυση δεν εμπίπτει στη λογική των αντιποίνων με τη στενή έννοια. Το χωριό ήταν αριστερό και πολλοί αντάρτες που δρούσαν στην περιοχή κατάγονταν από αυτό και ανάμεσά τους ο καπετάν Καραϊσκάκης, ψευδώνυμο του Π. Σαββίδη. Όταν επιτέθηκαν, έκαψαν τα σπίτια όσων οικογενειών ανταρτών γνώριζαν και στη συνέχεια σκότωσαν 47 αμάχους. Τριάντα ήταν γυναίκες, πολλές από τις οποίες πριν δολοφονηθούν βιάστηκαν. Οι αρχές στην αρχή προσπάθησαν να αποδώσουν την ευθύνη για τη σφαγή στους αντάρτες, αργότερα όμως επιβεβαιώθηκε ότι επρόκειτο περί ενέργειας παραστρατιωτικών 8. Η δράση των παραστρατιωτικών του Λαζίκ είχε το χαρακτήρα της τρομοκράτησης μιας περιοχής όπου δρούσαν αντάρτες, γι’ αυτό και δύο μέρες πριν τη Ξηρόβρυση είχαν επιτεθεί στο χωριό Κοκκινιά, όπου είχαν σκοτώσει 14 πολίτες.

Τα δύο αυτά περιστατικά είναι απλώς παραδείγματα από πολυάριθμα ανάλογα που συμβαίνουν εκείνη την εποχή σε όλη την Ελλάδα. Όλα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: πρόκειται για σφαγές αμάχων. Προτρέχοντας, και έχοντας κατά νου τη συσχέτιση των μορφών βίας που προανέφερα, θα ήθελα να τονίσω ότι οι σφαγές αμάχων δεν αποτελούν το βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1946-1949), όπως σε άλλους εμφυλίους πολέμους. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι 3.500 άμαχοι σκοτώθηκαν στο διάστημα 1946-1949 –αριθμός υπολογίσιμος αλλά πάντως μικρός σε σχέση με τις απώλειες των εμπολέμων 9. Τα θύματα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, τα οποία υπολογίζονται σε 38.000, προέρχονται από τις τάξεις των εμπόλεμων, αν και βέβαια στην περίπτωση των 25.000 θυμάτων του ΔΣΕ η διάκριση μεταξύ εμπόλεμων-αμάχων δεν είναι τόσο αυστηρή. Γενικά δεν παρατηρούμε βομβαρδισμούς κατοικημένων περιοχών ή ομαδικές εκτελέσεις αμάχων στην κορύφωση του εμφυλίου πολέμου, δηλαδή στα χρόνια 1947-1949. Άρα το ερώτημα που τίθεται, είναι γιατί υπάρχουν ομαδικές σφαγές αμάχων στις αρχές του εμφυλίου πολέμου από την πλευρά των κυβερνητικών δυνάμεων;

Καταρχήν υπάρχει η απλοϊκή εξήγηση του υπουργού Ιωάννη Θεοτόκη ο οποίος για τη σφαγή στη Βαμβακού δήλωσε: «Έγιναν κακά πράγματα. Μπήκαν αριστεροί, βγήκαν, μπήκαν κατόπιν οι δεξιοί, βγήκαν, ξαναμπήκαν οι αριστεροί, ξαναμπήκαν οι δεξιοί και ούτω καθ’ εξής. Το αποτέλεσμα είναι ότι αλληλοσκοτώθηκαν» 10. Πράγματι εκ πρώτης όψεως φαίνεται πειστική μια ερμηνεία που υιοθετεί το σχήμα του κύκλου των αντεκδικήσεων. Οι αντάρτες επιτέθηκαν στη Βαμβακού και στη συνέχεια οι παραστρατιωτικοί του Κατσαρέα επιτέθηκαν κι εκείνοι. Αναφορικά με τη Ξηρόβρυση μπορεί να μην είχαν επιτεθεί οι αντάρτες στην Ξηρόβρυση αλλά είχαν επιτεθεί τις προηγούμενες μέρες σε χωριά της περιοχής εξορμώντας από βουνά των Κρουσσίων: επιτέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό των Μουριών όπου σκοτώθηκαν 4 χωροφύλακες και ένοπλοι χωρικοί, στο χωριό Τέρπυλλος όπου συγκρούστηκαν με μοναρχικούς και αποχωρώντας στρατολόγησαν 10 χωρικούς, στο σταθμό χωροφυλακής του Μεταλλικού, στα χωριά Καβαλάρης, Κορυφή, Κάτω Σούρμενα, Ροδώνας όπου έκαψαν σπίτια 11. Η αυξημένη δράση των ανταρτών στην περιοχή κορυφώθηκε με την φονική επίθεση στο («παοτζίδικό») χωριό Βάθη (14 νεκροί), η οποία προκάλεσε την αιματηρή απάντηση των παραστρατιωτικών: επίθεση στην Κοκκινιά (14 νεκροί) και την Ξηρόβρυση.

Όμως δεν πρόκειται απλά για «αλληλοσκοτωμούς», για ένα φαύλο κύκλο δράσης-αντίδρασης. Για να εξηγήσουμε τη βία του πολέμου, όπως εκδηλώθηκε στη Βαμβακού και τη Ξηρόβρυση, θεωρώ ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο στοιχεία: τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών και τη φύση του πολέμου. Τι εννοώ:

Η πρώτη σελίδα του Ριζοσπάστη με την είδηση για την
τραγωδία στην Βαμβακού (16/10/1946).
Α) Οι παραστρατιωτικοί έθεσαν στο στόχαστρο τον άμαχο πληθυσμό αριστερών χωριών, όπως η Βαμβακού και η Ξηρόβρυση, διότι γνώριζαν ότι από αυτόν τον πληθυσμό οι αντάρτες αντλούσαν μαχητές, τρόφιμα και πληροφορίες. Η τρομοκράτηση του πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής είχε ως στόχο να σταματήσει τον πληθυσμό να ενισχύει τους αντάρτες. Θα ήθελα να προχωρήσω λίγο περισσότερο σε αυτό. Και οι δυο πλευρές σκοτώνουν αμάχους; Από την έρευνά μου φαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Τα θύματα των παραστρατιωτικών είναι πολύ περισσότερα. Οι περισσότεροι ιστορικοί τη βία των παραστρατιωτικών στο πλαίσιο της «λευκής τρομοκρατίας», δηλαδή ανάμεσα σε δύο χρονικά ορόσημα: την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας και τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Η πολιτική βία, όμως, δεν σταματά στις εκλογές. Αντίθετα συνεχίζεται καθώς ταυτόχρονα στρατιωτικοποιείται η σύγκρουση. Σύμφωνα με στοιχεία του Ριζοσπάστη από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1946 είχαν δολοφονηθεί 2.234 αριστεροί, εκ των οποίων οι μισοί (1.144 άτομα) είχαν δολοφονηθεί μετά τις εκλογές του 1946 12. Οι αντάρτες του ΔΣΕ είτε σε αυτήν την αρχική φάση είτε αργότερα όταν καταλαμβάνει πόλεις όπως η Καρδίτσα ή το Καρπενήσι, ενδιαφέρονται κυρίως για τη στρατολογία ενώ οι δολοφονίες είναι η εξαίρεση και σχεδόν πάντα περιορισμένες και επιλεκτικές. Αν και οι δύο αντιμαχόμενους χρησιμοποιούν τη βία με τον ίδιο σκοπό, τον έλεγχο μιας περιοχή, δεν θα πρέπει να αποσυνδέσουμε τις μορφές βίας από την πολιτικο-ιδεολογική ταυτότητά τους. Η υπόθεση εργασίας είναι ότι οι αντάρτες στρέφονται κυρίως κατά των φορέων-μηχανισμών εξουσίας ενώ οι παραστρατιωτικοί κατά των κοινωνικών ερεισμάτων των ανταρτών. Θύματα των ανταρτών είναι χωροφύλακες και παραστρατιωτικοί ή εκπρόσωποι της εξουσίας σε τοπικό επίπεδο (συνήθως δήμαρχοι ή τοπικές ελίτ). Οι αντάρτες θεωρούν ότι εάν εξουδετερώσουν μηχανισμούς και πρόσωπα που καταπιέζουν τον πληθυσμό, τότε αυτός θα τους ακολουθήσει επειδή ο ΔΣΕ εκφράζει τα συμφέροντά τους –δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ΔΣΕ διεξάγει έναν επαναστατικό πόλεμο. Οι παραστρατιωτικοί αντίθετα στρέφονται κατά της κοινωνικής βάσης των ανταρτών, τις οικογένειές τους και τα αριστερά χωριά, με στόχο να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να κατευθυνθούν στα αστικά κέντρα.

Β) Οι συγκρούσεις μεταξύ ανταρτών και παραστρατιωτικών εδράζονταν στον τοπικό χαρακτήρα του εμφυλίου πολέμου το 1946. Από αυτήν την άποψη οι συγκρούσεις αυτής της αρχικής φάσης του εμφυλίου πολέμου μοιάζουν αρκετά με τις εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρωταγωνιστές των επιθέσεων, όπως ο Λαζίκ ή ο Κατσαρέας, έχουν δράσει στην Κατοχή και μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας αποτελούν την αιχμή του δόρατος της «λευκής τρομοκρατίας» παίρνοντας εκδίκηση για τη δράση του ΕΛΑΣ στην περιοχή τους. Η ιδιαίτερα φονική δράση των παραστρατιωτικών στο Κιλκίς μοιάζει ανεξήγητη αν δεν λάβουμε υπόψη μας τη μάχη του Κιλκίς (4 Νοεμβρίου 1944), στην οποία περίπου 1.100 Έλληνες ένοπλοι συνεργάτες των Γερμανών σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ 13. Ολόκληρα χωριά μετατρέπονται σε στόχους γιατί από εκεί η καθεμιά πλευρά αντλεί τους ενόπλους της. Επίσης σημαντικό ρόλο παίζουν οι αντιθέσεις στο μικρο-επίπεδο: στην περίπτωση του Κιλκίς πέρα από την αντίθεση Δεξιά-Αριστερά, βαρύνοντα ρόλο παίζει η αντίθεση μεταξύ τουρκόφωνων και ελληνόφωνων Ποντίων προσφύγων.

Γ) Η βία έχει έντονα προσωπικό και συμβολικό χαρακτήρα. Η Ξηρόβρυση είναι το χωριό καταγωγής του καπετάν Καραϊσκάκη και ανάμεσα στα θύματα των παραστρατιωτικών είναι η μητέρα του, ο πατέρας του και η ανιψιά του 13 ετών 14. Η Κοκκινιά ήταν ο τόπος κατοικίας του βουλευτή Κώστα Γαβριηλίδη. Η προσωπική και συμβολική διάσταση φαίνεται πιο καθαρά στην περίπτωση της Βαμβακούς. Οι παραστρατιωτικοί αποκεφάλισαν τον Κοσμά Πρεκεζέ, συγγενή του Θεόδωρου Πρεκεζέ, ο οποίος ήταν διοικητής του συγκροτήματος του Πάρνωνα. Μάλιστα μετέφεραν το κεφάλι του στο χωριό από το οποίο καταγόταν την Αράχωβα (σημερινές Καρυές) για να το δουν γνωστοί και συγγενείς του. Επιπλέον, προσωπικός χαρακτήρας της βίας στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1940 σήμαινε οικογενειακή. Στη Βαμβακού εκτελέστηκαν 6 άτομα της οικογένειας Βελδέκη, 5 της οικογένειας Βούρα, 3 της οικογένειας Κανατά και τα ανδρόγυνα Δημητριάδη, Λεμπέση και Πρεδάρη 15.

Δ) Η βία ακόμα και όταν έχει μαζικό χαρακτήρα είναι επιλεκτική, δεν είναι αδιάκριτη. Τα χωριά είναι «χαρακτηρισμένα» και αποτελούν διαφιλονικούμενες περιοχές τόσο για τους αντάρτες όσο και για την κυβέρνηση. Αδιάκριτη βία θα συναντήσουμε μόνο στη διάρκεια της Κατοχής από τα γερμανικά στρατεύματα, στις περιπτώσεις των μαζικών αντιποίνων όπου οι Γερμανοί σκοτώνουν όλον τον άρρενα πληθυσμό και σπανιότερα γυναίκες και παιδιά. Όπως και στο ανατολικό μέτωπο, η Βέρμαχτ επειδή δεν είχε επαρκείς δυνάμεις για την αστυνόμευση και έλεγχο των περιοχών όπου δρούσαν αντάρτες, επέλεξε την τακτική των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν αιματηρότατες και δεν έκαναν διάκριση μεταξύ ανταρτών και αμάχων. Ο ιδεολογικός παράγοντας διευκόλυνε τη διενέργεια μαζικών αιματηρών αντιποίνων. Η γερμανική ζωή παρέμενε ανώτερη από αυτή των «χασομέρηδων, των λαθρεμπόρων και των διαφθορέων», όπως πίστευε για τους Έλληνες οι Γερμανοί. Η φυλετική θεώρηση του κόσμου ήταν αυτή που μετέτρεπε τον αντίπαλο σε «συμμορίτικη πανούκλα» και τον άμαχο πληθυσμό σε «ελληνικό βρομολαό». Μέσα από μια τέτοια φυλετική θεώρηση του κόσμου, η εξόντωση του άμαχου πληθυσμού δεν ήταν μόνο δυνατή αλλά και επιτρεπτή. Η ναζιστική ιδεολογία μαζί με το συνδυασμό της έλλειψης επαρκών δυνάμεων, του εκτεταμένου εδάφους που έπρεπε να καλύψουν, της έλλειψης μεταφορικών μέσων, της ανάπτυξης αντάρτικης δραστηριότητας και, τέλος, η πίεση της διοίκησης για αποτελεσματική δράση (να αναφέρουν καθημερινά πόσους αντάρτες σκότωσαν, πόσα όπλα ανακάλυψαν, τι πληροφορίες έχουν) οδήγησαν τη Βέρμαχτ σε μια όλο και πιο αιματηρή δράση 16.

Ε) Από τη στιγμή που ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος μετατρέπεται σε σύγκρουση στρατών, οι σφαγές αμάχων σταματούν. Ο τακτικός στρατός έχει διαφορετική λογική, οργάνωση, πειθαρχία και μηχανισμούς ελέγχου και λογοδοσίας. Οι παραστρατιωτικές ομάδες λειτουργούν με κριτήρια τοπικότητας, αφοσίωσης στον οπλαρχηγό, προσωπικά κίνητρα (εκδίκησης ή πλουτισμού) και η βία τους έχει έντονα προσωπικό και συμβολικό χαρακτήρα. Ο τακτικός στρατός από την άλλη δεν έχει τοπικές εξαρτήσεις, έχει γραφειοκρατικά οργανωμένη ιεραρχία, είναι ένας μηχανισμός που ασκεί απρόσωπη βία. Όσο πιο ενεργά εμπλέκεται ο τακτικός στρατός τόσο οι παραστρατιωτικές ομάδες είτε διαλύονται είτε μπαίνουν υπό τις διαταγές του στρατού ως Τάγματα Εθνοφρουράς και χάνουν την όποια αυτονομία τους. Ταυτόχρονα και ο ΔΣΕ από την άνοιξη του 1947 επιδιώκει να αποκτήσει τη δομή και τα χαρακτηριστικά ενός λαϊκού στρατού. Και οι δύο πλευρές για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά χάνουν την τοπική πρόσδεσή τους, η βία χάνει όποια προσωπική ή συμβολική διάσταση και υπακούει στις ανάγκες των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο στρατός, όπως και οι παραστρατιωτικοί πιο πριν, στρέφεται κατά της κοινωνικής βάσης των ανταρτών αλλά όχι με μαζικές σφαγές ή αδιάκριτη βία. Δεν χρειάζεται να καταφύγει σε αυτά τα μέσα γιατί είναι αναποτελεσματικά (ο πληθυσμός λόγω του φόβου καταφεύγει στους αντάρτες), γιατί έχουν σοβαρό αντίκτυπο στην πολιτική ζωή και την κοινή γνώμη και τέλος γιατί, εν αντιθέσει με τους Γερμανούς, διαθέτει επαρκείς δυνάμεις για τον διαρκή και πυκνό έλεγχο του εδάφους. Η βία του στρατού και του κράτους κατά των αριστερών αμάχων θα μεταφερθεί στα στρατοδικεία και τις φυλακές. Ως προς τον πληθυσμό της υπαίθρου ο στρατός θα ακολουθήσει την τακτική της εκκένωσης των χωριών με τον ίδιο πάντα στόχο, την εξουδετέρωση της κοινωνικής βάσης των ανταρτών. Η ερήμωση της υπαίθρου θα συντελέσει στο να σωθούν χιλιάδες ζωές αμάχων στις εμπόλεμες ζώνες και ταυτόχρονα σε μεγάλο βαθμό θα προκαλέσει την ήττα του ΔΣΕ.

Η έκρηξη της βίας του πολέμου στη δεκαετία του 1940 στην Ελλάδα, αλλά και στην κατεχόμενη Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δεν είναι ούτε αδιανόητη ούτε μας αποκαλύπτει τη βαρβαρότητα που ενυπάρχει στην ανθρώπινη φύση. Η βία επίσης δεν μπορεί να μελετηθεί έξω από την ιστορική συγκυρία ούτε απλώς ως τεχνολογία του πολέμου. Στην ανακοίνωσή μου προσπάθησα να προσεγγίσω τη βία του πολέμου ως κοινωνικό γεγονός, και άρα οι μορφές με τις οποίες εκδηλώνεται θα πρέπει να εξηγηθούν με βάση την ιστορική συγκυρία, τα κίνητρα και τους σκοπούς, τις ιδέες και τις πρακτικές των φορέων που την ασκούν. Επιπλέον μέσα από το συσχετισμό των διαφορετικών μορφών βίας μπορούμε να κατανοήσουμε τις διαφορετικές φάσεις του πολέμου αλλά και τα κοινωνικά-πολιτισμικά χαρακτηριστικά των αντιπάλων. Στην περίπτωση του ελληνικού εμφυλίου υπάρχει και ένα επιπλέον πρόβλημα. Θα το διατυπώσω δανειζόμενος τα λόγια του Φ. Ηλιού: «Όλα αυτά βέβαια η κάθε παράταξη τα θεώρησε αποκλειστικά συμπεριφορές και στάσεις του αντιπάλου. Οι μεν θα μιλήσουν για τον Μελιγαλά και οι δε θα μιλήσουν για το Μακρονήσι. Η Ελλάδα γνώρισε και Μελιγαλάδες και Μακρονήσια· η δουλειά του ιστορικού δεν είναι να αποφανθεί ότι το ένα είταν καλό και το άλλο κακό. Η δουλειά του ιστορικού είναι να εννοήσει, να κατανοήσει, πώς τα πράγματα κατέστησαν δυνατά, μέσα στη συγκεκριμένη κοινωνία και μέσα στους συγκεκριμένους ανθρώπους» 17.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Γ΄ ΣΣ προς Χ Μεραρχία, Θεσσαλονίκη 2 Δεκεμβρίου 1947, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, τ. 2, σ. 586.

2. David Close, The Origins of the Greek Civil War, Λονδίνο, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 1995, σ. 195

3. Το Βήμα, 15 Οκτωβρίου 1946

4.  Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Αθήνα, τ. 1, 2000, σ. 526-527.

5. Το Βήμα, 15 Οκτωβρίου 1946

6. Για τη δράση του Λαζίκ στην Κατοχή βλέπε, Βάϊος Καλογριάς, «Ένοπλες ομάδες ανεξάρτητων οπλαρχηγών και εθνικιστών αξιωματικών στην περιοχή μεταξύ Στρυμόνα και Αξιού (1941-1944), στο Νίκος Μαραντζίδης (επ.), Οι άλλοι καπετάνιοι. Αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα, 2005, σ. 127-200.

7. Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ, Ζήτω το έθνος. Προσφυγιά, Κατοχή και Εμφύλιος: Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του δυτικού Πόντου, Ηράκλειο, 2001, σ. 199

8. Βλέπε το άρθρο με τίτλο «Δεκατρία χωριά του νομού Κιλκίς μεταξύ των οποίων και η Ξηρόβρυση κατεστράφησαν υπό των κομμουνιστών», Το Φως, 30 Νοεμβρίου 1946.

9. Ντέηβιντ Κλόουζ, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, 1943-1950. Μελέτες για την πόλωση, Αθήνα, 1997, σ. 26

10. Ριζοσπάστης, 16 Οκτωβρίου 1946.

11. Για τις σφαγές αμάχων στην Κοκκινιά και τη Βάθη, η μία πλευρά επέρριπτε την ευθύνη στην άλλη, και δεν μπόρεσα να βρω περισσότερα στοιχεία για την ταυτότητα των θυμάτων. Από τα δημοσιεύματα όμως και με δεδομένο ότι η μεν Κοκκινιά ήταν αριστερό χωριό, η δε Βάθη δεξιό («παοτζίδικο»), οι δράστες στη πρώτη περίπτωση πρέπει να ήταν παραστρατιωτικοί, στη δε δεύτερη αντάρτες. Ευχαριστώ τη Φωτούλα Καραλίδου για τη βοήθειά της σε αυτό το ζήτημα.

12. Ριζοσπάστης, 3 Φεβρουαρίου 1947.

13. Στράτος Δορδανάς, «Η πιο ‘μεγάλη ημέρα’ του κατοχικού εμφυλίου στην Κεντρική Μακεδονία: Η μάχη του Κιλκίς, 4.11.1944», Κλειώ, 3, 2006, σ. 17-34. Σύμφωνα μάλιστα με δημοσιεύματα των εφημερίδων οι δράστες της σφαγής στην Ξηρόβρυση φώναζαν: «Νομίζετε βρε, ότι πέθανε ο Παπαδόπουλος. Αυτός ζει και θα σας φάει όλους». Ο Κώστας Παπαδόπουλος ήταν ο οπλαρχηγός της περιοχής στα χρόνια της Κατοχής, ο οποίος αν και ακολούθησε πολιτική σταδιοδρομία μεταπολεμικά το όνομά του για τους αριστερούς είχε ταυτιστεί με την τρομοκρατία και τη βία. Ριζοσπάστης, 26 Νοεμβρίου 1946.

14. Ελευθερία, 30 Νοεμβρίου 1946

15. Γιάννης Λέφας, Χιλιάδες τέσσερις σταυροί στο μαρτυρικό Μωριά, Αθήνα, 2007, σ. 214, 217-219.

16. Ben Shepherd, War in the Wild East. The German Army and Soviet Partisans, Καίμπριτζ, Harvard UP, 2004, σελ. 98, 121—122.

17. Φίλιππος Ηλιού, «Οι εμφύλιοι πόλεμοι στην Ευρώπη του 20ου αιώνα», στο του ιδίου, Ψηφίδες ιστορίας και πολιτικής του εικοστού αιώνα, Αθήνα, 2007, σ. 290.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου