Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Αναθεώρηση της Ιστορίας και Δεκέμβρης του '44


της Δώρας Μόσχου


Κι απέ Δεκέμβρης στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι
Λικνίζει κάτω από το Δρυ και την Ιτιά
Το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Αρη.
Νίκος Καββαδίας


Αθήνα, 4 Δεκεμβρίου  1944. 
Ο τελευταίος χρόνος -μέχρι και το Μάιο του 2005- σημαδεύτηκε από πολλές ιστορικές επετείους, ελληνικές και ξένες, οι οποίες σχετίζονταν στην πλειοψηφία τους με την αντιφασιστική νίκη των λαών στο β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αυτές οι επέτειοι «γιορτάστηκαν» σε επίσημο - κρατικό - ανεπίσημο, αλλά και σε «ακαδημαϊκό» (!) επίπεδο, με μία γενικευμένη προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας που έχει κατά τη γνώμη μας δύο στόχους, εξ ίσου σημαντικούς στο επίπεδο της ιδεολογικής χειραγώγησης που επιχειρεί ο ιμπεριαλισμός, αλλά που διαφέρουν ως προς τα μέσα που χρησιμοποιούν και ως προς το επίπεδο της συνείδησης στο οποίο απευθύνονται. Ο πρώτος στόχος είναι άμεσα πολιτικός: Συνδέεται με μία θεωρία που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1930, αλλά γενικεύτηκε στη δεκαετία του '90, μετά τις τραγικές αντεπαναστατικές ανατροπές, περί ταυτότητας των «ολοκληρωτισμών». Η θεωρία αυτή ισχυρίζεται ότι ο «ολοκληρωτισμός» είναι ένα ενιαίο σύστημα στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τόσο τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα, όσο και ο σοσιαλισμός, με αιχμή την περίοδο 
κατά την οποία Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ ήταν ο Ιωσήφ Β. Στάλιν.

Μεταφερμένη στις συνθήκες του β΄ παγκοσμίου πολέμου, η θεωρία περί «ολοκληρωτισμού» αρνείται τον ειδικό ρόλο της ΕΣΣΔ στη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού και αποδίδει τη νίκη στις στρατιωτικές ενέργειες των «δυτικών» συμμάχων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικός αυτής της αντίληψης ήταν ο περυσινός εορτασμός της λεγόμενης D - Day, της απόβασης στη Νορμανδία, που χαρακτηρίστηκε ως «η μεγαλύτερη μέρα του πολέμου». Μόνο που η ημέρα αυτή άλλο δε σηματοδοτούσε παρά το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου, το οποίο η Σοβιετική Ενωση ζητούσε επιτακτικά από το φθινόπωρο του 1941, όταν μόνη της αντιμετώπιζε τις φασιστικές στρατιές στο Στάλινγκραντ... Αυτό το δεύτερο μέτωπο άνοιξε όταν ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να προελάσει στην Ευρώπη, ελευθερώνοντας τους λαούς της από το φασιστικό ζυγό. Το διακύβευμα λοιπόν για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ και Βρετανία) που συμμετείχαν στον αντιφασιστικό συνασπισμό ήταν να μη βρεθούν πρώτοι οι Σοβιετικοί στο Βερολίνο, διαμορφώνοντας έτσι καλύτερες συνθήκες για τα κομμουνιστικά κόμματα των κατεχομένων χωρών της Ευρώπης.


Η αναθεώρηση της ιστορίας περιλαμβάνει ασφαλώς και τα αντιστασιακά κινήματα των χωρών της Ευρώπης, στα οποία πρωτοστάτησαν οι κομμουνιστές. Η -ιστορικά επιβεβλημένη- εθνικοαπελευθερωτική και ταξική βία που αυτά άσκησαν, καταδικάζεται και εξομοιώνεται με τη βία των φασιστών κατακτητών. Ειδικά στην Ελλάδα η τάση αυτή συνδυάζεται με την αναβίωση παλαιότερων, ιστορικά σαθρών, χυδαίων ιδεολογημάτων περί «εγκλημάτων» των κομμουνιστών.

Το δεύτερο επίπεδο της αναθεώρησης της ιστορίας λειτουργεί στο επίπεδο της θεωρίας και της μεθοδολογίας. Αν και δεν πρόκειται για το πεδίο στο οποίο διεξάγεται άμεσα η πολιτική διαπάλη, αξίζει ωστόσο να γίνει μία εκτεταμένη αναφορά στα ζητήματα αυτά, διότι η πρόταση για την εισαγωγή μιας «νέας» μεθοδολογίας στην ιστοριογραφία ακυρώνει στην ουσία την επιστημοσύνη της ιστορίας και τη δυνατότητα του ανθρώπου να «διαβάζει» τις ιστορικές εξελίξεις στη βάση της ταξικής πάλης και προς το όφελος της εργατικής τάξης.

Μέχρι το 19ο αιώνα η ιστορία δε θεωρούνταν επιστήμη, αλλά αφήγηση. Ο θετικισμός του 19ου αιώνα, μία αστική φιλοσοφική μέθοδος (1), ορίζει την ιστορία ως επιστήμη, μόνο στο βαθμό που το έργο του ιστορικού στηρίζεται αυστηρά στις πηγές. Δεν αναγνωρίζει όμως στην ιστορία ούτε τη συνέχεια ούτε, πολύ περισσότερο, τη νομοτέλεια. Στην ουσία, για το θετικισμό η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στο χρόνο δεν είναι παρά ένα σύνολο γεγονότων αιτιακά ασύνδετων μεταξύ τους, τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζονται ως «μοναδικά, ατομικά και ανεπανάληπτα».

Η έννοια της νομοτέλειας στην ιστορία, κατ' αναλογία με τη νομοτέλεια που υπάρχει στη φύση, δεν εισάγεται από το μαρξισμό (2). Ο μαρξισμός όμως, ο ιστορικός υλισμός, ανάγει τη νομοτέλεια στην υλική βάση της κοινωνίας, στη διαρκή διαπάλη ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Από την άποψη αυτή (θεώρηση της ανθρώπινης εξέλιξης ως αποτέλεσμα νόμων που διέπουν τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε κάθε ιστορικά προσδιορισμένο επίπεδο ανάπτυξης του ανθρώπου και των μέσων που χρησιμοποιεί, νόμων που αφορούν και την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης και την κοινωνική δράση) είναι η μεθοδολογία που κατ' εξοχήν ορίζει την ιστορία ως επιστήμη. Επειδή ακριβώς ο μαρξισμός τεκμηριώνει επιστημονικά, νομοτελειακά τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη, θεωρεί -και σωστά- ότι ενισχύει, επιταχύνει τη δυνατότητα του ανθρώπου να επέμβει, χρησιμοποιώντας τους ιστορικούς νόμους, ώστε να αλλάξει συνειδητά το ιστορικό γίγνεσθαι προς όφελός του.

Κατά την προηγούμενη δεκαετία, ενώ ακόμη ήταν πολύ πρόσφατες οι αντεπαναστατικές ανατροπές των αρχών της δεκαετίας του '90, παρατηρήθηκε μία γενικότερη οπισθοδρόμηση στις κοινωνικές επιστήμες. Οσον αφορά την ιστορία, κυκλοφόρησε ευρέως το ιδεολόγημα περί «τέλους της ιστορίας», το οποίο κατέρρευσε πανηγυρικά στις νέες συνθήκες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, πολέμων, αλλά και αφύπνισης (αργής έστω και επώδυνης) των λαών. Ετσι, στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, ανασύρθηκαν όχι μόνο τα -άμεσης πολιτικής χρήσης- ιδεολογήματα τα οποία αναφέρθηκαν προηγουμένως, αλλά και ορισμένες θεωρητικές - μεθοδολογικές προσεγγίσεις που εμφανίζονται ως νέες (3)- στην πραγματικότητα όμως είναι πάρα πολύ παλιές και οδηγούν την ιστορική σκέψη πολύ πίσω, πίσω ακόμη και από το θετικισμό του 19ου αιώνα. Παράλληλα παρατηρείται μία γενικευμένη τάση υποτίμησης των κοινωνικών επιστημών και σπουδών, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στον τρόπο διδασκαλίας τους στη μέση παιδεία -και αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο- όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίζονται από τα ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Στην Ελλάδα οι πρωτεργάτες της αναθεώρησης της ιστορίας ισχυρίζονται ότι ωθούνται από αγνά επιστημονικά κίνητρα και ότι χρησιμοποιούν αυτές ακριβώς τις «νέες» μεθοδολογικές αρχές. Πρόκειται κυρίως για ορισμένους πανεπιστημιακούς κύκλους, με εργασιακές και επιστημονικές τουλάχιστον διασυνδέσεις με την άλλη όχθη του Ατλαντικού (4), που εντάσσονται στην αστική αγγλοσαξωνική σχολή σκέψης και οι οποίοι ισχυρίζονται ότι θέλουν να χειραφετήσουν την ιστοριογραφία της περιόδου της Εθνικής Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου από τους «μύθους» - και δη τους «αριστερούς μύθους». Με τούτο εννοούν ότι η «αριστερή» ιστοριογραφία έχει περιβάλει την αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο με μια αχλύ μύθου, ότι παρουσιάζει μόνιμα ως εν δικαίω ευρισκόμενα θύματα τους κομμουνιστές, τους εαμίτες, τους αριστερούς, ότι παραγνωρίζει την πολυπλοκότητα των πραγμάτων της εποχής και ότι το δίκαιο θα μπορούσαν να το διεκδικήσουν όλες οι πλευρές (5). Βασικός κορμός των θεωριών που αναπτύσσουν είναι η άποψη ότι ήδη από τα χρόνια της κατοχής το ΕΑΜ άσκησε πρωτοφανή βία εναντίον των πληθυσμών της υπαίθρου, δεδομένου ότι το ΚΚΕ ήθελε να διαμορφώσει συνθήκες εδραίωσης της εξουσίας του μετά την απελευθέρωση. Η βία αυτή οδήγησε -σύμφωνα πάντα με τους ρέκτες θεωρητικούς της τάσης- στη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας (!) και βέβαια στη δικαιολογημένη, όπως προκύπτει από την έκθεση των απόψεών τους, βία της αστικής τάξης και των συμμάχων της εναντίον των κομμουνιστών στα χρόνια που ακολούθησαν (6).

Εχει ενδιαφέρον να δούμε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν για να αποδείξουν τα αναπόδεικτα. Ισχυρίζονται μετ' επιτάσεως ότι επιμένουν στη χρήση των πηγών - και, αν το πράγμα ήταν όντως έτσι, ουδείς ψόγος και ουδείς σοβαρός ιστορικός, ανεξάρτητα από θεωρητικές προσεγγίσεις και ιδεολογική τοποθέτηση, θα μπορούσε να τους κατηγορήσει γι' αυτό. Αναφύονται όμως δύο βασικά ζητήματα: Ποιες είναι οι πηγές που χρησιμοποιούν και με ποιον τρόπο τις χρησιμοποιούν;

Η πρώτη κατηγορία των πηγών αυτών είναι οι προσωπικές μαρτυρίες. Πρόκειται για μία αναγνωρισμένη γενικά μέθοδο της ιστοριογραφίας, η οποία αποσκοπεί ιδιαίτερα στην αποθησαύριση προσωπικών ιστοριών και ενθυμημάτων που, εντασσόμενες σε ένα γενικό ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, μπορούν να μας βοηθήσουν στην ανασύνθεση μιας ολόκληρης εποχής. Είναι μία μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη λεγόμενη «μικροϊστορία», που αναδεικνύει το ρόλο των ατομικών περιπτώσεων των απλών ανθρώπων στο ιστορικό γίγνεσθαι. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που το ειδικό, η προσωπική μαρτυρία, ανάγεται άκριτα σε γενικό, χωρίς να ελέγχεται η εγκυρότητά του, αλλά και χωρίς να τοποθετείται μέσα στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Εξ άλλου το «ειδικό», το επί μέρους, δεν υπάρχει αφ' εαυτού του: Διαμορφώνεται μέσα σε και από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρόσληψη της πραγματικότητας από ένα ατομικό -αλλά και συλλογικό- υποκείμενο απορρέει από τη θέση του στην κοινωνία: από την ταξική του προέλευση και θέση, την ιδεολογική του τοποθέτηση, τον πιθανό του ρόλο στην εκάστοτε διοίκηση ή σε άλλους φορείς.

Στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραδείγματος: οι ερευνητές αυτοί, έχοντας καταγράψει μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, αναφέρονται στην «περίπτωση της Αργολίδας», προσπαθώντας να τεκμηριώσουν την άποψή τους περί βιαιοτήτων του ΕΑΜ και «απαντητικής άσκησης βίας» από τα Τάγματα Ασφαλείας! (7). Είναι γεγονός ότι στην περιοχή της Αργολίδας, ο γραμματέας της νομαρχιακής οργάνωσης του ΚΚΕ, Χρήστος Ζέγγος, διαγράφηκε από το Κόμμα, επειδή επέδειξε σκληρότητα που κρίθηκε μη αιτιολογημένη. Ωστόσο το θέμα δεν είναι -μόνο- να θεωρηθεί η περίπτωσή του ως μεμονωμένο γεγονός. Το σπουδαιότερο ζήτημα είναι ότι μέσα από την ανάδειξη τέτοιων περιπτώσεων γίνεται μία ενιαία προσπάθεια καταδίκης της επαναστατικής βίας και ταύτισής της με την ατομική τρομοκρατία, προκειμένου να αιτιολογηθεί η βία της καπιταλιστικής εξουσίας (στην προκειμένη περίπτωση τα «Τάγματα Ασφαλείας» και ο ρόλος τους στην ανασυγκρότηση του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους).

Ενα δεύτερο ζήτημα σχετικά με τη χρήση των πηγών: Οι υποστηρικτές της τάσης χρησιμοποιούν, ως τεκμηριωτικό υλικό για τα «εγκλήματα» του ΕΑΜ και των κομμουνιστών, αρχεία των αρχών κατοχής (8). Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα. Ομως ένας βασικός κανόνας για την αξιολόγηση των επισήμων εγγράφων, που αποτελούν οπωσδήποτε σημαντικότατες ιστορικές πηγές, είναι η διασταύρωση των πληροφοριών, η συμπλήρωση της πληροφόρησης που συνειδητά αποκρύπτεται. Είναι βέβαια γνωστό ότι οι αρχές δημοσιοποιούν επιλεκτικά τα Αρχεία τους και είναι ταξικός ο χαρακτήρας της επιλογής τους. Αυτό ισχύει και για τα Αρχεία των φασιστικών κατοχικών αρχών.

Το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται αυτή η μεθοδολογία είναι η μεταμοντέρνα αντίληψη της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει «ιστορία» ως ενιαίο, αντικειμενικά υπάρχον και εξελισσόμενο σύνολο, αλλά ούτε και ιστοριογραφία ως επιστήμη. Υπάρχουν «ιστορίες», επί μέρους αφηγήσεις, οι οποίες αθροιζόμενες μπορούν να δώσουν μία καλή εικόνα του παρελθόντος, που όμως δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, αφού όσες είναι και οι προσωπικές προσλήψεις του ιστορικού γίγνεσθαι, άλλες τόσες είναι οι «αλήθειες» της ιστορίας. Στη βάση αυτής της αντίληψης καμία ιστορική κατηγορία δεν μπορεί να οριστεί: για παράδειγμα, η έννοια της κοινωνικής τάξης -καθώς και τα κριτήρια για τον ορισμό των τάξεων- καταργούνται και αντικαθίστανται από μια γενικόλογη αναφορά σε «κοινωνικές ομάδες» ή ελίτ.

Πρόκειται για ιδεαλιστική και αντιεπιστημονική προσέγγιση. Είναι επίσης αντιδραστική, ξαναγυρίζοντας την ιστορική σκέψη στο επίπεδο των μεσαιωνικών χρονογραφιών και των συναξαριών και βίων των αγίων, αφού ακυρώνει την αντικειμενικότητα και ταξικότητα της αλήθειας.

Σε μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας μπορούμε λοιπόν να εντοπίσουμε -στην καλύτερη περίπτωση- πολλά ιστορικά, μεθοδολογικά κενά και -στη χειρότερη- ύποπτες προθέσεις. Οι υποστηρικτές της αποσπούν τη βία που όντως ασκήθηκε από τις κοινωνικές τάξεις και τα πολιτικά μορφώματα που τις εκπροσωπούσαν από το συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον: την κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του φασισμού και του ναζισμού, τη στάση της αστικής τάξης (σημαντική μερίδα της οποίας συνεργάστηκε ανοιχτά με τους Γερμανούς, ενώ κεντρικοί πολιτικοί και θεσμικοί της φορείς ενσωματώθηκαν στην αγγλική πολιτική) (9) και το ιστορικά αυταπόδεικτο: ότι δηλαδή οι κομμουνιστές ήταν εκείνοι που σήκωσαν το βάρος της εθνικής αντίστασης, πρωτοστατώντας στην ίδρυση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, καθοδηγώντας τη δράση τους και εμπλουτίζοντας το εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενό της με τη διαμόρφωση σπερμάτων λαϊκών θεσμών που θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν στα πλαίσια μιας άλλης, σοσιαλιστικής εξουσίας.

Μέσα σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισωθεί η βία των λαϊκών απελευθερωτικών δυνάμεων με τη βία του κατακτητή ή τη βία των μηχανισμών της ντόπιας αστικής τάξης που είχαν ως κύριο -αν όχι και μόνο- μέλημα τη διατήρηση του κράτους της. Βεβαίως τίθενται ορισμένα πολύ σημαντικά ζητήματα σε σχέση με το πώς αντιλαμβανόταν το ΚΚΕ το χαρακτήρα της εξουσίας, για την οποία θα έπρεπε να παλέψει και τα οποία σχετίζονται άμεσα με το κεντρικό θέμα του παρόντος άρθρου, το Δεκέμβρη του '44 και την πρόσληψή του από τους «αναθεωρητές» της ιστορίας.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ


«Αν υπάρχει ένα θετικό στοιχείο στην τραγωδία της Δεκεμβριανής σύρραξης, αυτό αναμφισβήτητα είναι η έκβασή της, η απομάκρυνση, δηλαδή, της προοπτικής μιας κομμουνιστικής επικράτησης με τραγικές συνέπειες για τη χώρα. Οπως όμως φάνηκε σύντομα, η έκβαση αυτή ήταν παροδική. Η ήττα δεν έγινε μάθημα. Ο Στάλιν είχε καταλάβει, όπως είπε στο Δημητρόφ τον Ιανουάριο του 1945, πως «οι Ελληνες έκαναν βλακεία», όμως οι Ελληνες κομμουνιστές διακήρυσσαν ένα χρόνο αργότερα πως οι εξελίξεις «επιβεβαιώνουν περίτρανα το δίκαιο και ουσιαστικό περιεχόμενο του αγώνα αυτού του Δεκέμβρη». Τελικά, και οι δύο πλευρές παραβίασαν είτε το πνεύμα είτε το γράμμα της συμφωνίας της Βάρκιζας, οι μεν ανεχόμενοι τη βία των παρακρατικών συμμοριών, οι δε παρέχοντάς τους την ιδανική αφορμή ως προς αυτό, αφού είχαν κρύψει το καλύτερο κομμάτι του οπλισμού του ΕΛΑΣ. Χρειάστηκε να ακολουθήσει ένας νέος και καταστρεπτικός πόλεμος και δεκαετίες ανωμαλίας για να εγκαταλειφθεί οριστικά και στη χώρα μας η πολιτική επιλογή της βίαιης ρήξης» (10).


Τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό Κοραή 4
Ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου είναι ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της «μοντέρνας» ιστοριογραφίας και της χρήσης των περίφημων «νέων μεθόδων» στην ιστορική επιστήμη. Ωστόσο η ουσία των θέσεών του -πολλές φορές ακόμη και οι διατυπώσεις του, όπως θα δούμε σε άλλο απόσπασμα- δεν είναι καθόλου «μοντέρνες», παραπέμπουν μάλιστα σε μια χωροφυλακίστικη διάλεκτο περασμένων δεκαετιών που η αστική τάξη παρουσίαζε τα τελευταία χρόνια πιο εκλεπτυσμένη φραστικά, χωρίς όμως να αποστεί από την ουσία της. Είναι σαφές ότι για τους απολογητές της αστικής τάξης η κατάληξη του Δεκέμβρη (η αντιστροφή των συσχετισμών υπέρ της ντόπιας αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού) είναι ένα ευτύχημα, αφού συντέλεσε στην αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου». Τι είναι όμως και πώς μπορεί να εκτιμηθεί ο Δεκέμβρης για το εργατικό κίνημα και ειδικότερα για το ΚΚΕ ως πολιτική του πρωτοπορία;


Ο Δεκέμβρης του '44 είναι η απόληξη μιας τετράχρονης ηρωικής πορείας του ένοπλου λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα, στον οποίο πρωτοστάτησε το ΚΚΕ. Ομως αυτός ο αγώνας δεν μπόρεσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση εξουσίας προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και εξαιτίας υποχωρήσεων απέναντι στην ντόπια αστική τάξη και στο βρετανικό ιμπεριαλισμό που είχαν αφετηρία τους την ίδια τη στρατηγική του ΚΚΕ.


Ο Δεκέμβρης όμως είναι και η ηρωική αντίσταση του λαού της Αθήνας, με επικεφαλής το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας, κατά των βρετανικών και των ντόπιων στρατιωτικών δυνάμεων. Στόχος της βρετανικής επέμβασης ήταν να στηρίξει την ντόπια αστική τάξη, η οποία επιχειρούσε να εδραιωθεί εκ νέου στην εξουσία και η οποία για το λόγο αυτό κάλεσε τους Βρετανούς, αλλά και να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή στις μεταπολεμικές συνθήκες που είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται. Χωρίς να σταθούμε αναλυτικά στα γεγονότα, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε ορισμένες πλευρές του ζητήματος, καθώς και τις προϋποθέσεις που οδήγησαν σε αυτές τις εξελίξεις:

- Τη διαμόρφωση λαϊκών θεσμών κατά τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης που δημιούργησαν φύτρα στην πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας, ενισχύοντας τις εγχώριες προϋποθέσεις επιτυχίας στην κατάκτησή της μετά την απελευθέρωση.

- Την ιδεολογική και πολιτική αδυναμία του ΚΚΕ (και τις αιτίες της) να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα.

- Το σύστημα των συμμαχιών στο β΄ παγκόσμιο πόλεμο, τόσο μεταξύ κρατών όσο και μεταξύ των κατά χώρα εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των στρατιωτικών δυνάμεων των συμμάχων που δρούσαν στο «πλευρό τους», καθώς επίσης και τις επιδιώξεις των καπιταλιστικών κρατών του αντιφασιστικού συνασπισμού, σε σχέση με το μεταπολεμικό κόσμο.

- Την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας κατά τη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου, τόσο στο εσωτερικό των χωρών του αντιφασιστικού συνασπισμού όσο και σε επίπεδο διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, στην ουσιαστική διαπάλη που συνέχιζε να υπάρχει ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και στη Σοβιετική Ενωση.

Η πολυπλοκότητα και οι αντιφάσεις του πολέμου εκδηλώνονται στην Ελλάδα με ιδιαίτερη ένταση λόγω και της θέσης της στο σύστημα του ιμπεριαλισμού και των παραδοσιακών σχέσεων της ελληνικής άρχουσας τάξης με τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία είναι το ισχυρό στοιχείο στο δίπολο αυτών των ετεροβαρών συμμαχικών σχέσεων. Η αντίσταση της ελληνικής άρχουσας τάξης στην επίθεση των δυνάμεων του Αξονα εξαρτήθηκε κατά ένα σημαντικό μέρος από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των συμμάχων της (11) και κατά ένα άλλο από τη δική της προσπάθεια να διατηρήσει το κράτος της -έστω και προοπτικά- στο μεταπολεμικό status quo.

Τα υπονομευτικά σχέδια της ντόπιας αστικής τάξης (12) και των Βρετανών απέναντι στην ΕΑΜική εθνική αντίσταση εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς και με ποικίλες μορφές. Αναφέρουμε ορισμένες χαρακτηριστικές ενέργειες.

Το Δεκέμβριο του 1942 οι Βρετανοί που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να βοηθήσουν με την τεχνογνωσία τους στα σαμποτάζ τις ελληνικές αντάρτικες ομάδες στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου πήραν την εντολή να παραμείνουν στο ελληνικό έδαφος και, από τις αρχές του 1943, αποτέλεσαν τη βρετανική στρατιωτική αποστολή (ΒΣΑ). Στο τέλος του Ιανουαρίου του 1943 Βρετανοί αξιωματικοί που είχαν πέσει με αλεξίπτωτα σε διάφορες περιοχές της χώρας τοποθετήθηκαν ως σύνδεσμοι σε όλες τις μονάδες του ΕΛΑΣ και προσπάθησαν να τον θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Ταυτόχρονα, οι Βρετανοί προχώρησαν στη δημιουργία ενόπλων τμημάτων -ή στην ενίσχυση ήδη υπαρχόντων- ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν αντίβαρο στον ΕΛΑΣ. Στα πλαίσια αυτά χρηματοδότησαν και στήριξαν πολιτικά και στρατιωτικά τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ), με επικεφαλής το Ναπολέοντα Ζέρβα. Ο ΕΔΕΣ δραστηριοποιήθηκε εναντίον των Γερμανών ιδιαίτερα στην Ηπειρο, ωστόσο στελέχη του συνεργάζονταν και με τους Γερμανούς, ενώ άλλοι κατατάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο ΕΔΕΣ της Αθήνας ήταν ανοιχτά δοσιλογική οργάνωση.

Ο ΕΔΕΣ στήριξε και στηρίχτηκε απολύτως στη βρετανική πολιτική. Στην ίδια κατεύθυνση οι Βρετανοί αξιοποιούσαν και άλλες πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις, όπως η ΕΚΚΑ («Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση») του Δημητρίου Ψαρρού και του Γεωργίου Καρτάλη.

Από τις αρχές ακόμη του 1943, εν όψει της διαφαινόμενης στρατιωτικής κατάρρευσης της Ιταλίας, οι Βρετανοί άρχισαν να προετοιμάζουν απόβαση των δυνάμεών τους στα Βαλκάνια, ενώ το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αποφάσισαν στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα. Στις 7 - 8 Οκτωβρίου του 1943 ο Νεοζηλανδός λοχαγός Ντόναλντ Στοτ, που εκτελούσε χρέη συνδέσμου στην 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, κατέβηκε από τα βουνά της Αττικής στην Αθήνα, όπου διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον εκπρόσωπο των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, συνταγματάρχη Λος και την ακολουθία του (ένα διπλωμάτη και ένα διερμηνέα), στο σπίτι του κατοχικού δημάρχου της Αθήνας, Γεωργάτου, ώστε να καθορίσουν κοινή τακτική απέναντι στο ΕΑΜ. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα ο Στοτ διοργάνωσε, με το ίδιο αντικείμενο, σύσκεψη εκπροσώπων των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων, του ΕΔΕΣ Αθήνας και άλλων δοσιλογικών οργανώσεων («Χ», ΡΑΝ, ΕΔΕΝ, «Εθνική Δράσις», «Τρίαινα», ΕΚΟ κλπ.). Στη σύσκεψη παραβρέθηκε και αξιωματικός της Γκεστάπο! Την ίδια εποχή οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που ελέγχονταν από τους Βρετανούς εξαπέλυαν πρωτοφανή υβριστική επίθεση εναντίον του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, γεγονός που προκάλεσε την οργή ακόμη και βρετανικών εφημερίδων, καθώς και του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας.

Παράλληλα στη Μέση Ανατολή, όπου είχε καταφύγει η ηγεσία των αστικών πολιτικών κομμάτων και ο βασιλιάς, το βρετανικό στρατηγείο υπονόμευσε με κάθε τρόπο τη δράση των αντιφασιστικών στοιχείων μέσα στον εξόριστο ελληνικό στρατό, διέλυσε τα σώματά του και διατήρησε μόνο ορισμένα σώματα πραιτοριανών, όπως ήταν η Γ΄ oρεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος.

Το ΚΚΕ δεν μπόρεσε έγκαιρα να εκτιμήσει όλη αυτή την προετοιμασία των αντιδραστικών δυνάμεων και τη διαπλοκή τους με τη βρετανική συμμαχία για μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ελλάδα σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και επομένως σε ευθεία πολεμική απέναντι στο ΚΚΕ, την ΕΑΜική συμμαχία και τον ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η απόφαση της 10ης Ολομέλειας της ΚΕ. Στην Ολομέλεια λαμβάνεται ουσιαστικά η απόφαση για την ίδρυση της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που κινούνταν στην κατεύθυνση της «εθνικής ενότητας» και της αστικοδημοκρατικής εξουσίας. Αυτό είναι σαφές και στη διακήρυξη των σκοπών του ΚΚΕ, όπου τονιζόταν:

«Το φούντωμα του εθνικού αγώνα, η απελευθέρωση σημαντικού μέρους του εθνικού εδάφους, η ανάγκη της υπέρτατης συνένωσης και επιστράτευσης όλων των εθνικών δυνάμεων στη σημερινή τελική φάση του πολέμου, για την ολοκληρωτική συντριβή των κατακτητών στο πλευρό των συμμάχων, βάζουν μπροστά στο αγωνιζόμενο έθνος επιτακτικά το πρόβλημα της δημιουργίας στην Ελεύθερη Ελλάδα κεντρικού κυβερνητικού οργάνου εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης (...) Το ΚΚΕ υιοθέτησε την πρόταση της ΚΕ του ΕΑΜ για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας στην Ελεύθερη Ελλάδα, που θα συντονίσει τον εθνικό αγώνα με τις επιχειρήσεις των συμμάχων και θα τσακίσει τις προσπάθειες των κατακτητών και της ντόπιας αντίδρασης να εξαπολύσουν τον εμφύλιο πόλεμο και να παραδώσουν ανυπεράσπιστο το έθνος στους κατακτητές, θα εξασφαλίσει τη λαϊκή ετυμηγορία με δημοψήφισμα και συντακτική εθνοσυνέλευση, θα τιμωρήσει τους εγκληματίες πολέμου, θα εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της εθνικής αποκατάστασης, σύμφωνα με τις αρχές της αυτοδιάθεσης των λαών (...)

Αγωνιζόμαστε ανεπιφύλακτα στο πλευρό των μεγάλων συμμάχων μας - Σοβιετικής Ενωσης, Μεγάλης Βρετανίας, Ενωμένων Πολιτειών - και όλων των Ενωμένων Εθνών για την παγκόσμια εκμηδένιση του φασισμού και κάθε τυραννίας, για την επικράτηση των αρχών του Ατλαντικού και της Τεχεράνης. Καταπολεμούμε κάθε προσπάθεια διαίρεσης του ελληνικού λαού σε αγγλόφιλους, ρωσόφιλους, αμερικανόφιλους κλπ. που διασπάει τον εθνικό και συμμαχικό αγώνα για όφελος των φασιστών καταχτητών ... Αγωνιζόμαστε για την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξένη δύναμη, για το σεβασμό των εθνικών δικαίων του λαού μας. Μισούμε και καταπολεμούμε κάθε είδος ξενοδουλείας, ραγιαδισμού, οικονομικού, πολιτικού, πνευματικού, ψυχικού ... Για τη μεταπολεμική αναδημιουργία της Ελλάδας θεωρούμε σαν μόνο κατάλληλο πολίτευμα τη λαϊκή δημοκρατία και θ' αγωνιστούμε να κερδίσουμε την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και την ελεύθερη εκδήλωσή της στη συντακτική εθνοσυνέλευση μετά την εθνική απελευθέρωση...».

Μετά τη 12η Οκτωβρίου, όταν ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει την Αθήνα από τους Γερμανούς, τα γεγονότα εξελίσσονται με ταχύτατο ρυθμό και είναι λίγο - πολύ γνωστά. Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι η διάλυση όλων των εθελοντικών ενόπλων σωμάτων και η αντικατάστασή τους με τακτικό, εθνικό στρατό. Ομως οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου επέμεναν στη διάλυση μόνο του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής και στη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου.

Άγγελος Έβερτ
Την 1η Δεκεμβρίου, ο επικεφαλής των βρετανικών στρατευμάτων, στρατηγός Σκόμπι κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ τελεσίγραφο με το οποίο καθοριζόταν ως ημερομηνία έναρξης της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων η 10η Δεκεμβρίου. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση Παπανδρέου, που συνεδρίασε εν αγνοία των ΕΑΜικών υπουργών, αποφάσισε τη διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιοχές της χώρας. Την ίδια μέρα παραιτούνται οι ΕΑΜικοί υπουργοί και στις 3 Δεκεμβρίου οργανώνεται από το ΕΑΜ μεγαλειώδης συγκέντρωση του λαού της Αθήνας. Ενώ η διαδήλωση περνούσε από την πλατεία Συντάγματος, από τα παλαιά ανάκτορα και την αστυνομική διεύθυνση Αθηνών (διοικητής της οποίας ήταν ο Αγγελος Εβερτ) ανοίχτηκε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Ο απολογισμός ήταν 21 νεκροί και 140 τραυματίες. Η επίθεση συνεχίστηκε στην οδό Ηρώδου του Αττικού, ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας δολοφονήθηκαν 7 ΕΑΜίτες που τοιχοκολλούσαν αφίσες του ΕΑΜ.


Οι δολοφονικές επιθέσεις συνεχίστηκαν την επόμενη μέρα, στην κηδεία των θυμάτων, αλλά και στις μέρες που ακολούθησαν. Η ανοιχτή αγγλική επέμβαση εκδηλώθηκε τη νύχτα της 3ης προς την 4η Δεκεμβρίου, όταν βρετανικά τεθωρακισμένα κύκλωσαν και αφόπλισαν το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στις 33 ημέρες των μαχών που ακολούθησαν πήραν μέρος οι ακόλουθες δυνάμεις: από την πλευρά των αστικών στρατιωτικών σχηματισμών και των Βρετανών 60.000 βρετανικού στρατού με 80 αεροπλάνα, 200 τανκς, πολλά πυροβόλα, 2.500 χιλιάδες άνδρες της Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας, 500 άνδρες του Ιερού Λόχου, 3.000 άνδρες της χωροφυλακής και σχηματισμοί δοσιλόγων, ανάμεσα στους οποίους και άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η σημαντική αυτή δύναμη αντιμετωπίστηκε από το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ (6.500 άνδρες με ελαφρά όπλα) και 3.500 άνδρες της ΙΙης Μεραρχίας.


Παρά την τεράστια αυτή διαφορά στους συσχετισμούς, ο ΕΛΑΣ αντιστάθηκε γενναία, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις των Βρετανών και της αστικής τάξης να έχουν περιοριστεί επί μακρόν σε ένα τρίγωνο γύρω από την πλατεία Συντάγματος. Η παρουσία του Τσόρτσιλ στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1944 είναι σαφής απόδειξη της σημασίας που έδιναν οι Βρετανοί στην περίπτωση της Ελλάδας και της ανησυχίας που τους είχε προκαλέσει η εξέλιξη της μάχης της Αθήνας.

Η ήττα των δυνάμεων του λαϊκού κινήματος ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, με κυριότερους την εξέλιξη στο συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώθηκε και από την επίδραση στρατηγικών στρατιωτικών (13) και τακτικών λαθών (14).

Η λευκή τρομοκρατία που εξαπολύθηκε με ιδιαίτερη αγριότητα μετά τη Βάρκιζα, το χρονικό διάστημα που κέρδισε η αστική τάξη ώστε να οικοδομήσει το κράτος και τους μηχανισμούς της, η παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος, όλα αυτά είναι παράγοντες που οδήγησαν ένα χρόνο μετά στην έκρηξη της γενικευμένης σύγκρουσης και την ίδρυση του ΔΣΕ.

ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΩΝ

«Την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ έδινε μάχη εξουσίας, αποδέσμευε σημαντικό μέρος των δυνάμεών του για τον εντοπισμό, τη σύλληψη και μετακίνηση χιλιάδων αόπλων πολιτών ως ομήρων. Το επιχείρημα ότι η ενέργεια αυτή είχε κάποια «στρατιωτική» λογική, εφόσον συλλήψεις πραγματοποιούσε και η αντίπαλη πλευρά, εξανεμίζεται αν ληφθεί υπόψη τόσο η εν ψυχρώ εκτέλεση 4.000 - 6.000 ανθρώπων (κάτι που δε βαρύνει τους αντιπάλους του) όσο και η συστηματική εκκαθάριση δεκάδων τροτσκιστών που κορυφώθηκε στη διάρκεια των Δεκεμβριανών: σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν απειλή για το ΚΚΕ και η εξόντωσή τους είναι ενδεικτική της νοοτροπίας που το διαπερνούσε» (15).

Για τους αναθεωρητές της ιστορίας είναι σαφές ότι οι «εν ψυχρώ εκτελέσεις» δε βαρύνουν τους αντιπάλους του ΚΚΕ, ωσάν να μην ήταν εν ψυχρώ εκτέλεση οι δολοφονίες στην πλατεία Συντάγματος και οι γενικευμένες βιαιότητες των μηχανισμών του αστικού κράτους, των ταγματασφαλιτών και των Βρετανών εναντίον του λαού της Αθήνας (16).
Το ζήτημα, κατά τη γνώμη μας, που τίθεται στην πραγματικότητα από τους κύκλους αυτούς είναι η άρνηση στο ΚΚΕ του δικαιώματος να διεκδικήσει την εξουσία.
Ο Δεκέμβρης ήταν μια μεγάλη λαϊκή στιγμή, έστω κι αν «σκιάζεται» από μια σειρά σοβαρών
σφαλμάτων στρατηγικού χαρακτήρα.
Στο κείμενο των «Θέσεων» της ΚΕ του ΚΚΕ για τα εξηντάχρονα της αντιφασιστικής νίκης 
(Μάιος 2005), μεταξύ άλλων αναφέρεται:

«Η συνύπαρξη του κοινωνικοταξικού περιεχομένου της λαϊκής πάλης με το εθνικοαπελευθερωτικό, πέραν των άλλων πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων με τις στρατιωτικές οργανώσεις του «δοσιλογισμού», που έτσι κι αλλιώς περιείχαν και το ταξικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τις ένοπλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις αντιχιτλερικές και τις αγγλόφιλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι συνεχείς προστριβές του ΕΛΑΣ με τους Εγγλέζους, η αμείωτη ιδεολογική και πολιτική πάλη των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής κατά της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, καθώς και η αιματηρή καταστολή από τους Εγγλέζους και την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, 
της ηρωικής «Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης» (ΑΣΟ) τον Απρίλη του 1944.

Ηταν επίσης αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντίπαλου (Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ (...).
Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δημιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία. Δεν μπόρεσε ωστόσο να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας. Υπέταξε την πάλη γι' αυτήν στις εθνικοαπελευθερωτικές επιδιώξεις και τότε ακόμη που οι συνθήκες επέβαλαν, ιδίως μετά το 1943, να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ως αποτελέσματος της αντιστασιακής πάλης και επάθλου του 
λαϊκού αγώνα».

Οι εκτιμήσεις αυτές του ΚΚΕ -που βρίσκονται μακριά από τη «λαθολογία» των αστών- δε μας αποσπούν από τους πραγματικούς ενόχους: την ντόπια αστική τάξη και το βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από τη σκοπιά του λαϊκού κινήματος, το ΚΚΕ, πάντα έντιμο με τον εαυτό του και την εργατική τάξη της χώρας μας, έχει ήδη αποτιμήσει τα λάθη του, όχι με τη διάθεση να ακυρώσει την τεράστια προσφορά του, αλλά με τη διάθεση να φρονηματιστεί και να 
παραδειγματιστεί για το μέλλον.

Σε μία ταινία που πρόσφατα προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες, αφιερωμένη στο δολοφονημένο Χιλιανό πρόεδρο, Σαλβαδόρ Αλλιέντε, ο «κακός» της ταινίας, ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Χιλή, την εποχή της κυβέρνησης της λαϊκής ενότητας, αναφέρει μια μεγάλη αλήθεια: «Η κυβέρνηση της λαϊκής ενότητας περίμενε να αυτοκτονήσουν οι αστοί ευτυχισμένοι». Τηρουμένων των αναλογιών, με την ίδια αντίληψη στάθηκε το ΚΚΕ απέναντι στον ταξικό του αντίπαλο και τους ξένους συμμάχους του το 1944. Τα ιστορικά και πολιτικά συμπεράσματα που αντλήθηκαν ωστόσο από την τραγωδία που ακολούθησε είναι μια ιδιαίτερα χρήσιμη παρακαταθήκη -και όχι μόνο για τη χώρα μας- εν όψει των μεγάλων 
αγώνων που έρχονται στον αιώνα που μόλις έχει αρχίσει

Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Σημειώσεις

1. Ο θετικισμός εγγράφεται στο συνολικό πλαίσιο της αστικής επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης, η οποία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως σύνολο επί μέρους πραγματικοτήτων, που δεν έχουν οργανική σχέση μεταξύ τους. Από αυτή την άποψη και οι επί μέρους επιστήμες καταγράφουν τις επί μέρους πλευρές της αλήθειας και οι διάφοροι τομείς της γνώσης δε συνδέονται μεταξύ τους. Από την αντίληψη αυτή προέρχεται και μία τεχνητή «διαπάλη» ανάμεσα στις λεγόμενες «θετικές» και στις λεγόμενες «θεωρητικές» (ανθρωπιστικές) επιστήμες.
2. Ο διαφωτισμός, ιδεολογία της ανερχόμενης αστικής τάξης το 18ο αιώνα, διατυπώνει αναλογίες ανάμεσα στη φύση και στην ανθρώπινη κοινωνία, ενώ και ο ιδεαλισμός, τόσο στη φιλοσοφική όσο και στη θρησκευτική του έκφανση, δέχεται τη συνέχεια, αλλά και την εντελέχεια στην ιστορία. Την αποδίδει όμως στην κίνηση των ιδεών (Χέγκελ) ή στη βούληση του υπέρτατου όντος.
3. Ως παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τη γενικευμένη -και άκριτη- χρήση της αφήγησης εμπειριών ή της προσωπικής μαρτυρίας ως ιστορικής πηγής, χωρίς αυτή να εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.
4. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της τάσης είναι οι ακόλουθοι: ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γέιλ της Νέας Υόρκης, ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ και ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
5. Αστοί πολιτικοί, πολύ ειλικρινέστεροι όσον αφορά τη διατύπωση των προθέσεών τους, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, έχουν διατυπώσει δημόσια την άποψη ότι η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου έχει γραφτεί από τους ηττημένους.
6. "Διαβάζοντας την ιστοριογραφική παραγωγή των επιγόνων του KKE, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η εαμική εξουσία στην κατεχόμενη και μετακατοχική Ελλάδα ήταν ένα είδος σοσιαλιστικού παραδείσου: για πρώτη φορά οι άνθρωποι έπαιρναν στα χέρια τους τη μοίρα τους, συμμετείχαν σε μαζικές οργανώσεις, απένειμαν αυθεντική λαϊκή δικαιοσύνη, οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, προωθούσαν την απελευθέρωση της γυναίκας και του παιδιού ακόμη (με τα «αετόπουλα», την ελληνική εκδοχή των πιονιέρων) - όλα αυτά μέσα σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού, αλληλεγγύης και σύμπνοιας. Τυχόν πράξεις βίας αποδίδονται σε στιγμιαία λάθη, εξτρεμιστικές παρεκτροπές και μεμονωμένες εγκληματικές προσωπικότητες. H αφήγηση αυτή διογκώνει κάποια πραγματικά στοιχεία μετατρέποντάς τα σε ρομαντική φαντασία. Πολλοί άνθρωποι εντάχθηκαν στο EAM επειδή πίστεψαν στο κοινωνικό και πολιτικό του όραμα, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει την πραγματικότητα μιας αυταρχικής άσκησης της εξουσίας και της κατασταλτικής πάταξης κάθε αμφισβήτησης. Οπως έχω γράψει αλλού, τα θύματα του EAM, σύμφωνα και με το ίδιο, δεν ήταν τόσο οι «προδότες» όσο οι «αντιδραστικοί»". Πρόκειται για απόσπασμα άρθρου του Στάθη Καλύβα που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» της 5ης Δεκεμβρίου του 2004 σε αφιέρωμα για το Δεκέμβρη. Είναι σαφές ότι ο εν λόγω αμφισβητεί τόσο το δημιουργικό, κοινωνικό έργο του ΕΑΜ, όσο και την εθνικοαπελευθερωτική προσφορά του.
7. Εξ άλλου, τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλει και ο λογοτέχνης Θανάσης Βαλτινός, στο βιβλίο του «Ορθοκωστά».
8. Από την άλλη, ωστόσο, υποτιμούν και παραγνωρίζουν την αναφορά σε κεντρικά κομματικά ντοκουμέντα, θεωρώντας τα μη αντικειμενικά.
9. Υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις αστών που συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ και των οποίων η στάση δεν καθορίζει οπωσδήποτε τη συνολική στάση της τάξης τους απέναντι στη φασιστική κατοχή.
10. Απόσπασμα άρθρου του Στάθη Καλύβα, καθηγητή του Πανεπιστημίου Γέιλ, που δημοσιεύτηκε με τίτλο «Η επιλογή της βίαιης ρήξης», στο «ΒΗΜΑ», της 5ης Δεκεμβρίου του 2004.
11. Αυτή η πλευρά -ιδιαίτερα του ελληνοϊταλικού πολέμου- φωτίζεται κατά τη γνώμη μας ικανοποιητικά από τα δύο λιγότερο γνωστά γράμματα του Νίκου Ζαχαριάδη, που δημοσιεύθηκαν στις αρχές του 1941 και με τα οποία γίνεται αναφορά στην πιθανή χρησιμοποίηση του ελληνικού στρατού που είχε περάσει στην Αλβανία, απωθώντας τους Ιταλούς, για την υλοποίηση βρετανικών στόχων.
12. Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι, ανεξάρτητα από το φιλογερμανικό ή φιλοβρετανικό προσανατολισμό της δράσης των αστικών δυνάμεων, όλες συνεργάζονται μεταξύ τους, παραμερίζοντας τις όποιες διαφορές, για να χτυπήσουν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. 
13. Για παράδειγμα, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΕΛΑΣ πήρε την εντολή να ακολουθήσει δευτερεύουσας σημασίας αποστολή στην Ήπειρο -εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα- και όχι να βοηθήσει στη μάχη της Αθήνας.
14. Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945.
15. Στάθης Καλύβας: όπως και πριν. 
16. Οσον αφορά τις περιώνυμες εκτελέσεις τροτσκιστών, νομίζουμε μπορεί να βοηθήσει η ανάγνωση των εντύπων τους κατά τη διάρκεια της κατοχής και του Δεκέμβρη, όταν αναγνώριζαν ως κύριο εχθρό της εργατικής τάξης της Ελλάδας το «εθνικιστικό ΕΑΜ» ή όταν χαρακτήριζαν «νέα εθνικιστική φενάκη» την αντίσταση του λαού της Αθήνας το Δεκέμβρη, 
ενάντια στην ντόπια αστική τάξη και τους Βρετανούς συμμάχους της.

Αναδημοσίευση από http://www.kke.gr/2005_5/anatheorhsh_ths_istorias_kai_dekembrhs_toy_44_ths_doras_mosxoy

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου