Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 1944. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ


ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΤΟΥ 1944
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Του Πέτρου Πιζάνια, 
Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο Θηγηρή 
Του 

   Τέσσερις ημέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών, στις 18 Οκτωβρίου του 1944, έφθαναν στην απελευθερωμένη Αθήνα η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου, μαζί και παλαιοί πολιτικοί συνοδευόμενοι από δύο βρετανικές μονάδες υπό το στρατηγό Σκόμπι. Με εξαίρεση την οδό, τότε, Συγγρού και την πλατεία Συντάγματος, το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και εξακόσιους Άγγλους αλεξιπτωτιστές κάπου στη νοτιά Πελοπόννησο, σχεδόν όλη η υπόλοιπη ελληνική επικράτεια βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου,

Το ΕΑΜ και οι Βρετανοί

   Αυτοί η συνοπτική τοπογραφία αναπαριστά τη ριζικά ανατροπή των πολιτικών δυνάμεων που είχε πραγματοποιηθεί σε σχέση με όσα γνώριζαν οι Έλληνες από την περίοδο του Μεσοπολέμου και, πολύ περισσότερο, οπό τα τέσσερα χρόνια της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά. Οι πολιτικές οργανώσεις οι οποίες είχαν δημιουργηθεί το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, πρωτίστως οι κομμουνιστές και οι σοσιαλιστές, ήταν πρακτικά ανύπαρκτες κατά την περίοδο Μεταξά. Τώρα, τη 18η Οκτωβρίου του 1944, αντιπροσώπευαν μακράν τη σημαντικότερη κοινωνική και πολιτική δύναμη της χώρας. Στο συμβολικό επίπεδο το ΕΑΜ αντιπροσώπευε τη μαχόμενη Ελλάδα - ακριβέστερα εξέφραζε το έθνος που είχε αντισταθεί στον κατακτητή και είχε επάξια νικήσει. Το ηθικό και πολιτικό βάρος του ΕΑΜ, με κύρια δύναμη το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, ήταν πολύ μεγάλο, όπως και το βάρος της πατριωτικής ιδεολογίας για την απελευθέρωση της χώρας, εντός της οποίας είχαν αναδυθεί και οι παλαιότερες αριστερές ιδέες της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αυτό το κύρος στηριζόταν στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), το δεύτερο σε μέγεθος εθελοντικό ανταρτικό στρατό στην Ευρώπη, όπως επίσης σε πολλές κοινωνικές οργανώσεις συνδικαλιστικές, πολιτιστικές, επισιτισμού, αλληλοβοήθειας. Στα όρια της ελληνικής κοινωνίας, μόνη σχετικά συγκρίσιμη δύναμη με το ΕΑΜ εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν οι Βρετανοί. Όμως οι Βρετανοί ήταν σύμμαχοι και επιπλέον αντιπροσώπευαν στα μάτια των Ελλήνων μια ρεαλιστική και ηθική δύναμη ταυτοχρόνως. Ρεαλιστική, επειδή ήταν η μέχρι τότε αυτοκρατορία και ηθική, επειδή, αντί να συνθηκολογήσουν με την Γερμανία, όλοι οι Βρετανοί πολίτες, αστοί, ευγενείς και «Τόμιδες» (οι απλοί φαντάροι), είχαν πολεμήσει στα τέσσερα σημεία του πλανήτη και στη χώρα τους ενάντια στο φασισμό, με κόστος να φθάσει η κοινωνία τους στα πρόθυμα της καταστροφής.

    Σε αντίθεση με την ηγεμονική επιρροή του ΕΑΜ, οι Βρετανοί δεν διέθεταν στην Ελλάδα ικανούς συμμάχους μετά την Απελευθέρωση, Οι παλαιοί σύμμαχοι τους, που διαβιούσαν κατά κανόνα στη Μέση Ανατολή, οι  Έλληνες πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που έφυγαν οικειοθελώς με την κατάρρευση του έλληνο-γερμανικού μετώπου το 1941, μετά σχεδόν τέσσερα χρόνια που έφθασαν στην Αθήνα, διέθεταν ελάχιστη επιρροή στην ελληνική κοινωνία, το κύρος τους ήταν πολύ συρρικνωμένο . Οι πολιτικοί σύμμαχοι των Βρετανών ήταν ο Βασιλιάς, κατ' ουσίαν έκπτωτος, και η προπολεμική πολιτική ελίτ, που σχημάτιζε τις ελληνικές κυβερνήσεις στην Μέση Ανατολή. Ο ένας πυλώνας ισχύος αυτής της ελίτ, ο ελληνικός στρατός, που τους είχε συνοδεύσει και είχε ανασυγκροτηθεί στη Μέση Ανατολή, δεν τους εξασφάλιζε ιδιαίτερη στήριξη, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος του είχε αρκετές φορές κινητοποιηθεί υπέρ του ΕΑΜ. Οι ακροδεξιοί εθνικόφρονες αξιωματικοί όταν μάλλον περιορισμένοι και είχαν αναγκαστεί να οργανωθούν συνωμοτικά στο μετέπειτα γνωστό ΙΔΕΑ. Ο άλλος πυλώνας του κράτους που είχε παραμείνει στη χώρα, η διοίκηση, και ακριβέστερα οι δημόσιοι υπάλληλοι, από τις μεγάλες διαδηλώσεις εναντίον της επιστράτευσης τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, είχαν σχεδόν μαζικά ενταχθεί στις οργανώσεις του ΕΑΜ ενώ μεγάλος αριθμός είχε απλώς σκορπίσει προκειμένου να επιβιώσει. 'Ο,τι απέμενε ήταν το κράτος των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί και κάποιες συνεργαζόμενες με αυτό συμμορίες.

    Με εξαίρεση το Βασιλιά, το ΕΑΜ είχε ήδη αναγνωρίσει με τη Συμφωνία του Λιβάνου, το Μάιο του 1944, την ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής ως μέρος της αντιφασιστικής συμμαχίας. Και σε αυτή την κυβέρνηση πρωθυπουργός είχε αναλάβει ο Γεώργιος Παπανδρέου. Όμως, τόσο η παλαιά πολιτική ελίτ όσο και οι αμιγώς φιλοβρετανικές αντιστασιακές οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ του στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα, δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν την πολιτική και κοινωνική επιρροή του ΕΑΜ και το ηθικό του κύρος. Μπορούσαν όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια, να αντισταθμίσουν τη στρατιωτική δύναμη του ΕΛΑΣ.


   Με την Απελευθέρωση, λοιπόν, το ΕΑΜ συνιστούσε το κατ' εξοχήν πολιτικό υποκείμενο, αντιπροσώπευε μια πολιτική δύναμη μεγάλη και ανεξάρτητη από τους Βρετανούς. Η ανεξαρτησία αυτή εκφραζόταν και από τις ιδεολογικές επιλογές του ΕΑΜ. Εκτός από τους κομμουνιστές, ακόμη και πάρα πολλοί αριστεροί και δημοκράτες του ΕΑΜ έκλειναν προς τη Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο από τη σημαντικό επιρροή που ασκούσαν οι Έλληνες κομμουνιστές αλλά και επειδή τότε ακόμη η ΕΣΣΔ αντιπροσώπευε τη μεγάλη ηθική δύναμη των ιδεών του σοσιαλισμού και της κοινωνικής απελευθέρωσης ενώ το κύρος της είχε κυριολεκτικά απογειωθεί μετά τη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί των Ναζί, το Φεβρουάριο του 1943 στο Στάλινγκραντ
.
Βρετανοί και συνεργάτες των Ναζί

   Οι μόνες ελληνικές ομάδες οι οποίες διέθεταν κάποια δύναμη ήταν το κράτος των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί, μέρος της αστυνομίας και της χωροφυλακής, η ηγεσία της εκκλησίας, πολλοί δικαστικοί -ομάδες που σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής είχαν κινηθεί μεταξύ συνεργασίας με τους κατακτητές, κατατρομοκράτησης των Ελλήνων - και ιδίως των αριστερών αντιστασιακών - και της πρακτικής αδράνειας (με εξαίρεση βέβαια πολλά στελέχη τους που είχαν προσχωρήσει στην Αντίσταση). Αυτές οι ομάδες ήταν ό.τι απέμενε για τους Βρετανούς στην Ελλάδα. Όλες αυτές οι ομάδες συνεργατών, με προέλευση εν πολλοίς το παλαιό ελληνοχριστιανικό μεταξικό κράτος, δεν ήταν ποσοτικά ασήμαντες αλλά η συνεργασία με τον κατακτητή τις είχε καταστήσει δυνάμεις ηθικά και πολιτικά ανυπόληπτες. Οι μεταξικοί εθνικόφρονες είχαν εξελιχθεί σε συνεργάτες των κατακτητών του έθνους ενώ, αντίθετα, οι κομμουνιστές, αν και διεθνιστές, όπως και οι κάθε είδους αριστεροί, είχαν γίνει πατριώτες και εκφραστές της Ελλάδας. Οι Έλληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί των κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής δεν ήταν, βεβαίως, συνεργάτες των κατακτητών αλλά οι Βρετανοί γνώριζαν ότι αυτοί ήταν ανεπαρκέστατοι σύμμαχοι.

   Στην πραγματικότητα, οι Βρετανοί και το ΕΑΜ είχαν να διαχειριστούν κατά την απελευθέρωση μία και την αυτή αντινομία : ενώ η Ελλάδα γεωπολιτικά εντασσόταν στη διεθνή σφαίρα επιρροής των Βρετανών, σε εθνικό επίπεδο ο συσχετισμός δυνάμεων ευνοούσε το ΕΑΜ, ήταν δηλαδή αντίστροφος. Συνεπώς με πραγματιστικούς όρους, όλες οι ομάδες των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί ήταν χρήσιμες για τους Βρετανούς. Με αυτές μπορούσαν να αντισταθμίσουν την ηγεμονία του ΕΑΜ σε εθνικό επίπεδο, ώστε να κατοχυρώσουν την επιρροή τους στην Ελλάδα.

   Παρά τις σοβαρές ενστάσεις που διατυπώθηκαν από αρκετούς Βρετανούς πολιτικούς και αξιωματούχους, όπως από τον πρεσβευτή Ρέτζιναλντ Λήπερ, αλλά και από ορισμένους Έλληνες πολιτικούς, για την αναγκαιότητα να τηρηθούν αποστάσεις από τους Έλληνες δοσίλογους και τις ένοπλες ομάδες που συνεργάστηκαν με τους Ναζί, η γνώμη της Βρετανικής Στρατιωτικής Διοίκησης της Μεσογείου επικράτησε τελικά. Έτσι, η μία από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις που συνέτριψαν το φασισμό, η Βρετανία, οδηγήθηκε στην Ελλάδα αρχικά να προστατεύει και ακολούθως να συμμαχήσει με τις ένοπλες ομάδες που στήριζαν τους κατακτητές και το κατοχικό κράτος. Πρόκειται για τα Τάγματα Ασφαλείας, τους Γερμανοτσολιάδες, την ομάδα του Μπουραντά, τις διάσπαρτες ομάδες που ενοποιήθηκαν το καλοκαίρι του 1944 στην οργάνωση Χ του συνταγματάρχη Ε. Γρίβα, επίσης τις ληστοσυμμορίες του Σούρλα στη Θεσσαλία και του Τσαούς Αντόν στη Θεσσαλονίκη, δύο μικρές φασιστικές φάλαγγες κάποιων Ποντίων στη Θράκη και ορισμένων Τσάμηδων στη Θεσπρωτία. Αυτές αποτελούσαν την ένοπλη δύναμη των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί και ανέρχονταν περίπου στις σαράντα χιλιάδες. Μαζί με αυτούς συντασσόταν η νέα οικονομική ελίτ, οι μαυραγορίτες, καθώς και τοπικές συμμορίες, όπως του Παπαγεωργίου στο Βύρωνα, απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία της μαύρης αγοράς. Ορισμένες από αυτές, όπως τα Τάγματα Ασφαλείας, αντιμετωπίστηκαν με ανοχή τόσο από τους Βρετανούς όσο και από το ΕΑΜ στη Συμφωνία της Καζέρτας. Και από τις πρώτες ημέρες της Απελευθέρωσης τέθηκαν οι ομάδες αυτές στην Αθήνα υπό τη διακριτική προστασία των Βρετανών. Στην επαρχία, πολλές ομάδες συνεργατών των Ναζί, μόλις άρχισαν να αποχωρούν τα γερμανικά στρατεύματα, βρήκαν καταφύγιο στον ΕΔΕΣ, μεταμφιέστηκαν δηλαδή σε ομάδες της Αντίστασης. Οι περιορισμένες συλλήψεις συνεργατών των Ναζί αρχικά στην Αθήνα από τις βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας και, ακολούθως, οι πρώτες αθωώσεις ή οι ελάχιστες ποινές που υποβλήθηκαν σε ορισμένους γνωστούς συνεργάτες των Ναζί από Έλληνες δικαστικούς, έδειχναν ότι η ανασυγκρότηση του κράτους και της πολιτικής στην απελευθερωμένη Ελλάδα θα στηριζόταν και στο κράτος των συνεργατών.

Ο αρχόμενος δυϊσμός της εξουσίας

   Παρά τις μονοσήμαντες αιτιάσεις εις βάρος των Βρετανών από Έλληνες ιστορικούς, η επιδίωξη του Τσώρτσιλ δεν ήταν να εξαλείψει το ΕΑΜ, αλλά να περιορίσει την ηγεμονία του τόσο ώστε να εντάξει τον παλαιό πολιτικό κόσμο, τους κατ' εξοχήν συμμάχους του, στην εξουσία. Το πρόβλημα όμως των Βρετανών, όπως είπαμε, ήταν ότι οι παλαιοί πολιτικοί διέθεταν ελάχιστη επιρροή στην απελευθερωμένη Ελλάδα. Και ακόμη καλύτερη επίγνωση της περιορισμένης επιρροής τους είχαν οι ίδιοι παλαιοί Έλληνες πολιτικοί. Γνώριζαν ότι οι κυβερνήσεις που οι ίδιοι συγκροτούσαν στη Μέση Ανατολή ήταν εικονικές από την άποψη της πραγματικής δύναμης στην Ελλάδα. Αντίθετα, η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), η κυβέρνηση του βουνού, που είχαν συγκροτήσει το Μάρτιο του 1944 όλες οι δυνάμεις του ΕΑΜ μέσω αιρετών αντιπροσώπων, συνιστούσε για τους Βρετανούς και τους παλαιούς Έλληνες πολιτικούς έναν κίνδυνο πρώτου μεγέθους, λόγω της πολύ υψηλής νομιμοποίησης που έχαιρε στον ελληνικό πληθυσμό.

   Για τους Βρετανούς, οι δοσίλογοι, οι συνεργάτες, οι ακροδεξιοί και ποικίλες εγκληματικές ομάδες ήταν αναγκαίο κακό, που έπρεπε, επιλεκτικά, άλλους να εντάξουν στο πολιτικό  παιχνίδι των συσχετισμών, άλλους να συμμαζέψουν και κάποιους να τιμωρήσουν παραδειγματικά. Αντίθετα, πολλοί από τους παλαιούς Έλληνες πολιτικούς, με την άφιξή τους στην Αθήνα, έβλεπαν αυτές τις ομάδες ως το μόνο υφιστάμενο ένοπλο βραχίονα που μπορούσαν να συμμαχήσουν - και κατά το δυνατόν ανεξάρτητα από τους Βρετανούς. Και αυτές οι ομάδες συνεργατών και δοσίλογων, κακοποιών μαυραγοριτών κλπ., γνώριζαν ότι, αφού είχαν ηττηθεί μαζί με τους Ναζί, με την Απελευθέρωση κινδύνευαν από τη δύναμη που οι ίδιες είχαν ορίσει εξαρχής ως εχθρική και είχαν πολεμήσει, το ΕΑΜ.

   Ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, ένας παλαιός πολιτικός μέτριας επίδοσης, ο Γεώργιος Παπανδρέου, επέμενε στην εφαρμογή της πολιτικής των Βρετανών στην Ελλάδα. Και αυτή η πολιτική, ήδη από τη Συμφωνία του Λιβάνου, προέβλεπε τη συμμετοχή του ΕΑΜ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με έξι υπουργούς, εκ των οποίων οι δύο κομμουνιστές, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης και ο Γιάννης Ζεύγος. Όμως η κυβέρνηση αυτή, για να μην είναι μετέωρη, έπρεπε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο βήμα: από εικονική υπό την προστασία των Βρετανών στη Μέση Ανατολή, έπρεπε με την άφιξή της στην Ελλάδα να γίνει πραγματική. Και με δεδομένο το συσχετισμό δυνάμεων στην Ελλάδα κατά την Απελευθέρωση, η εδραίωση της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας προϋπέθετε είτε την πλήρη και χωρίς επιφυλάξεις συμμετοχή του ΕΑΜ είτε την αποδυνάμωσή του. Και η αποδυνάμωση του Απελευθερωτικού Μετώπου ήταν στους στόχους των Βρετανών και της κυβέρνησης της Μέσης Ανατολάς. Ο Γ. Παπανδρέου είχε ήδη, από το Σεπτέμβριο του 1944, τονίσει στους Βρετανούς ότι θα έπρεπε να επιδιώξουν την απόσπαση των μετριοπαθών αριστερών του ΕΑΜ από τους κομμουνιστές.

   Όταν ξανάρχισαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του ΕΑΜ,του Γ. Παπανδρέου και των Βρετανών στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944, το σημαντικό δεν ήταν τόσο ο αριθμός των υπουργείων που θα λάμβανε το ΕΑΜ, όσο η σύνθεση του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας και γενικότερα ο τρόπος συγκρότησης του κράτους. Η βασική πρόταση, γύρω από την οποία πολλές παραλλαγές συζητήθηκαν, ήταν να συγκροτηθεί ο ελληνικός στρατός από μία ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, ένα στόμα του ΕΔΕΣ, τον Ιερό Λόχο και την ταξιαρχία του Ρίμινι. ο Γιώργης Σιάντος. παλαιός καπνεργάτης και κατ' εξοχήν ηγετική φυσιογνωμία του ΚΚΕ. αντιπρότεινε να διαλυθούν τα παλαιά τακτικά στρατιωτικά σώματα και να ενταχθούν οι άντρες στο νέο στρατό ατομικά. Όμως, ποιος ακριβώς στρατός, ποια σώματα ασφαλείας, γιατί και με ποιο στόχο, τη στιγμή που ο ΕΛΑΣ έλεγχε σχεδόν όλη την επικράτεια και η πολιτοφυλακή με τα στελέχη της πρώην Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκού Αγώνα δρούσαν διάχυτα στην Αθήνα;

   Όταν η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας έφθασε στην Αθήνα, έλαβε μέρος σε δοξολογία υπό το μητροπολίτη Δαμασκηνό και ακολούθως ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου πήγε στην πλατεία Συντάγματος να εκφωνήσει λόγο στους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες της Αθήνας που διαδήλωναν. Ο λόγος του δεν εκφωνήθηκε ποτέ ολόκληρος. Διακοπτόταν συνεχώς από συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ, του ΚΚΕ, του ΕΛΑΣ, της Λαοκρατίας, των Βρετανών κ.λπ. Οι κινητοποιήσεις των Αθηναίων διήρκεσαν για όλο σχεδόν το διάστημα μέχρι την έναρξη των ένοπλων συγκρούσεων στις αρχές Δεκεμβρίου. Οι κινητοποιήσεις αυτές γίνονταν άλλοτε για να γιορτάσουν οι Αθηναίοι την επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, άλλοτε για να απαιτήσουν την τιμωρία των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί, συχνότερα απλώς από ενθουσιασμό. Οι διαπραγματεύσεις για τη συγκρότηση του ελληνικού τακτικού στρατού διεξάγονταν σε αυτό το κλίμα ενώ η 2η ταξιαρχία της Αττικής του ΕΛΑΣ υπό τον καπετάνιο Ορέστη, ανενεργή με βάση τη συμφωνία της Καζέρτας, βρισκόταν στην Πάρνηθα. Ταυτοχρόνως, τα περίπου 16.000 χιλιάδες μέλη του εφεδρικού ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, η πολιτοφυλακή της Αθήνας, ήταν διάσπαρτα σε όλο σχεδόν το Λεκανοπέδιο. Την ίδια ώρα που διορίζονταν και παύονταν από την κυβέρνηση αστυνομικοί διοικητές και φρούραρχοι της πρωτεύουσας, οι οργανώσεις των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί έσπειραν προκλήσεις και έκαναν μεμονωμένες δολοφονικές ενέργειες εις βάρος πολιτών που διαδήλωναν ελεύθεροι το φρόνημα τους. Και όσο αυτές οι εγκληματικές ενέργειες έδειχναν να καλύπτονται από την κυβέρνηση και τους Βρετανούς, τα στελέχη της πρώην Οργάνωσης Προστασίας Λαϊκού Αγώνα έκαναν τις απαραίτητες ενέργειες για τον έλεγχό τους. Έξω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την ανασυγκρότηση του κράτους, υπήρχε ο πραγματικός στρατός, η πραγματική αστυνομία και ιδίως η κοινωνική δύναμη και το φρόνημα του κόσμου του ΕΑΜ. Οι συνθήκες δυισμού της εξουσίας που κορυφώθηκαν αργότερα, είχαν αρχίσει να εμφανίζονται αρχικά στην Αθήνα. Όμως επρόκειτο ακόμη για μία αδύναμη τάση.

Παλαιοί πολιτικοί
και συνεργάτες των Ναζί

   Συνηθίζεται από αρκετούς ιστορικούς να ορίζονται οι παλαιοί Έλληνες πολιτικοί από τους πρώτους μήνες της απελευθέρωσης με βάση τις προπολεμικές ιδεολογικές τους συντεταγμένες και κομματικές τους διαφορές. Παλαιοί ηγέτες παρατάξεων, βουλευτές μέχρι τη δικτατορία του Μεταξά, κομματικοί παράγοντες και παράγοντες του κράτους είχαν χάσει τις, ούτως ή άλλως, περιορισμένες ιδεολογικές διαφορές που τους διαχώριζαν προπολεμικά. Σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής στη Μέση Ανατολή οι ισχνές παλαιές ιδεολογικές αντιθέσεις είχαν μετεξελιχθεί σε προσωπικούς διαγωνισμούς ή συμμαχίες, με στόχο την εύνοια των Βρετανών και του Βασιλιά. Τον Οκτώβριο του 1944 και για έναν τουλάχιστον χρόνο μετά, οι προπολεμικές διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Φιλελευθέρων, Λαϊκών και των λίγων Αγροτιστών είχαν εκπέσει. Μέχρι να συγκροτηθούν οι πολιτικές παρατάξεις που πήραν μέρος στις εκλογές του 1946, διαβιούσαν ως διακεκριμένα άτομα με περιστασιακές συμμαχίες ή διαγκωνισμούς για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Μοναδικό στήριγμα όλων ήταν οι Βρετανοί. Οι ίδιοι προπολεμικοί πολιτικοί ηγέτες άλλωστε είχαν αυτοκαταργηθεί και αχρηστεύσει την κοινωνική τους επιρροή δύο φορές. Την πρώτη, όταν το 1936 σχεδόν ομόφωνα είχαν ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης όλων των εξουσιών στον I. Μεταξά και είχαν κλείσει τη Βουλή. Και τη δεύτερη, όταν μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, είχαν αρνηθεί τις προτάσεις των αριστερών να μετάσχουν στην οργάνωση της Αντίστασης και προτίμησαν να φύγουν για τη Μέση Ανατολή. Έτσι, με την επιστροφή τους ως ελληνική κυβέρνηση και εν γένει πολιτικός κόσμος, όφειλαν να σκεφθούν τις ρεαλιστικές τους δυνατότητες, την πραγματική τους επιρροή στους Έλληνες. Γνώριζαν ότι την έλλειψη επιρροής τους δεν μπορούσαν να την υποκαθιστούν τα βρετανικά στρατεύματα επί μακρόν. Έπρεπε να αποκτήσουν τη δική τους επιρροή. Για να ικανοποιήσουν αυτή την ανάγκη τούς απέμεναν δύο επιλογές: ή να αναδιοργανώσουν την πολιτική και το κράτος με την πλήρη και ουσιαστική συμμετοχή του ΕΑΜ και ακολούθως να προχωρήσουν σε γενικές και ελεύθερες εκλογές ή, αντίθετα, κωλυσιεργώντας τη συγκρότηση ουσιαστικής κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, να κερδίσουν χρόνο, έως ότου να διαμορφώσουν δική τους επιρροή, ένοπλη και κοινωνική και σχετικά ανεξάρτητη από τους Βρετανούς. Η επιλογή που επικράτησε στην ομάδα των προπολεμικών Ελλήνων πολιτικών ήταν καταφανώς η δεύτερη. Λυτή η επιλογή δεν έγινε συλλογικά. Απλά, καθένας παλαιός πολιτικός και κατά μικρές πολιτικές ομάδες κατέληξαν οι περισσότεροι στον ίδιο υπολογισμό: εν όψει της ανασυγκρότησης των πολιτικών κομμάτων, κάθε πολιτικός, κάθε ομάδα είχε ανάγκη να διαθέτει μία διαπραγματευτική δύναμη. Και οι μόνες άμεσα διαθέσιμες ένοπλες ομάδες οι οποίες μπορούσαν να αποτελέσουν διαπραγματευτική δύναμη εκείνους τους δύο κρίσιμους μήνες, ήταν αυτές που συγκροτούσαν το κράτος των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί. Παλαιοί πολιτικοί και Έλληνες συνεργάτες των Ναζί δεν ταυτίζονταν, ασφαλώς, αλλά είχαν έναν κοινό παρονομαστή: τους ένωνε η κοινή αντιπαλότητα με το ΕΑΜ. Από αυτό νόμιζαν ότι κινδύνευαν - αν και για διαφορετικούς λόγους. Ανεξάρτητα από το ρόλο τους στις εμφύλιες συγκρούσεις αργότερα, ορισμένοι, ιδίως φιλελεύθεροι, πολιτικοί αρνήθηκαν τη συνεργασία με τους δοσίλογους. Ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος ήταν μεταξύ αυτών. Η πλειονότητα, όμως, των Ελλήνων πολιτικών της Μέσης Ανατολής διαγκωνίστηκαν μεταξύ τους για τον έλεγχο των Ταγμάτων Ασφαλείας, των δοσίλογων, των κάθε είδους συνεργατών των Ναζί, των μαυραγοριτών, ακόμη και συμμοριών από κακοποιούς που χρησιμοποιούσαν οι μαυραγορίτες. Αυτές, λοιπόν, οι ομάδες αποτέλεσαν τους πρώτους εγχώριους μηχανισμούς δημιουργίας κοινωνικής επιρροής για λογαριασμό της προπολεμικής ελληνικής πολιτικής ελίτ.

   Μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες από την άφιξη τους, πολλοί Έλληνες πολιτικοί της Μέσης Ανατολής κατόρθωσαν να οικειοποιηθούν σημαντικές ομάδες του κράτους των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί. Οι παλαιοί πολιτικοί παρείχαν σε αυτές τις ομάδες προστασία από το ΕΑΜ μέσω της κυβέρνησης και των Βρετανών και οι ομάδες των συνεργατών παρείχαν στους πολιτικούς ένοπλο βραχίονα, επιρροή. Λογική συνέπεια ήταν, με τη βοήθεια ενός άλλου πυλώνα του κράτους, πολλών Ελλήνων δικαστικών, είτε να μην δικαστούν ποτέ είτε να αθωωθούν για τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει κατά τη διάρκεια της Κατοχής ή να τιμωρηθούν, κατά κανόνα επιεικώς, με αποκορύφωμα τις δίκες-παρωδία των δοσίλογων από το 1945. Ήδη από το τέλος Νοεμβρίου του 1944, εγκρίθηκε από τον Γ. Παπανδρέου η συμμετοχή στελεχών των κατοχικών Ταγμάτων Ασφαλείας στην αστυνομία και επιπλέον τους ανατέθηκε ατύπως να δρουν ως οι ένοπλοι παράγοντες άσκησης επιρροής των υπό συγκρότηση πολιτικών κομμάτων. Η συμμαχία κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και συνεργατών των Ναζί αποτέλεσε τον πρώτό εγχώριο αντι-ΕΑΜικό πόλο με κύρια νομιμοποίηση την ένταξη της χώρας στην αγγλική διεθνή σφαίρα επιρροής. Αυτή η συμμαχία διαμόρφωσε την άρχουσα τάξη κατά την Απελευθέρωση και αργότερα συμπεριλαμβανόταν στις κορυφές της πολιτικής και οικονομικής τάξης που κυβέρνησε τη χώρα για πολλά χρόνια.

Το Εθνικό
Απελευθερωτικό Μέτωπο

   Είδαμε ότι από τον Ιούνιο του 1944, δέκα τουλάχιστον μήνες πριν τη Συμφωνία της Γιάλτας, οι Βρετανοί θεωρούσαν ότι η Ελλάδα ανήκε αποκλειστικά στη δική τους σφαίρα επιρροής. Για τη βρετανική κυβέρνηση ήταν εξίσου λογικό η Βουλγαρία και η Ρουμανία να βρεθούν υπό την ηγεμονία της Σοβιετικής Ένωσης. Σε αυτή την κατανομή δεν φαίνεται να διαφωνούσε η Σοβιετική Ενωση. Άλλωστε, την είχε επικυρώσει ο Στάλιν στη μυστική συνάντηση του με τον Τσώρτσιλ, στις αρχές του φθινοπώρου του 1944. Ίσως η καλύτερη ένδειξη της αποδοχής από τον Στάλιν της πρότασης που του έκανε ο Τσώρτσιλ για τον έλεγχο της Ελλάδας από τη Βρετανία να είναι το γεγονός ότι οι προφυλακές του βραχίονα του Κόκκινου Στρατού που επέλαυνε προς το βαλκανικό Νότο σταμάτησαν στις 29 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς ακριβώς στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα χωρίς να προχωρήσουν ούτε ένα μέτρο εντός του ελληνικού εδάφους.

   Μετά τη συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας, όπου το ΕΑΜ, αν και ήδη πανίσχυρο, είχε - πέρα από κάθε αμφιβολία - δηλώσει τη νομιμοφροσύνη του στους Βρετανούς, φθάνει η αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Από την Αθήνα οι Ναζί αποχώρησαν στις 12 Οκτωβρίου και από τη Θεσσαλονίκη στις 16 του ίδιου μήνα. Έως τις 18 του μηνός, οπότε έφθασαν οι δύο πρώτες βρετανικές στρατιωτικές μονάδες, το ΕΑΜ θα μπορούσε να είχε καταλάβει την Αθήνα απλώς με μία παρέλαση της 2ης ταξιαρχίας της Αττικής στην πρωτεύουσα. Και όμως, ήδη στις 6 Οκτωβρίου το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ είχε εκδώσει μία δημόσια απόφαση προς τους «Έλληνες πατριώτες», η οποία κατέληγε ως εξής: «...Να γίνετε τώρα οι πρωτεργάτες της δημόσιας τάξης και των δημοκρατικών ελευθεριών. Πατριώτες, όλοι ενωμένοι για να ολοκληρώσουμε με τον ΕΛΑΣ και τους συμμάχους μας την απελευθέρωση της Ελλάδας, με την ηγεσία μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας».

   Η τήρηση των συμφωνιών που είχε υπογράψει το ΕΑΜ, μαζί και το ΚΚΕ, με τους Βρετανούς και την κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής, δεν ήταν τυπική για τις δυνάμεις της Αντίστασης. Επιβεβαιώνεται από τις πράξεις τους. Από την Απελευθέρωση μέχρι τα Δεκεμβριανά, και σε εφαρμογή της Συμφωνίας της Καζέρτας, ο εφεδρικός ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ ως ενιαία πολιτοφυλακή, με τη βοήθεια στελεχών της πρώην ΟΠΛΑ, καταλαμβάνουν τα περισσότερα αστυνομικά τμήματα του κράτους των συνεργατών, διαλύουν συμμορίες που λυμαίνονταν συνοικίες της Αθήνας, πιάνουν καταδότες και μαυραγορίτες. Αλλά αυτούς που συλλαμβάνουν τους παραδίδουν στις υπηρεσίες ασφαλείας του βρετανικού στρατού. Οι Βρετανοί κλείνουν τους συλληφθέντες στις φυλακές Αβέρωφ, σε ξενοδοχεία της Ομόνοιας, και τους πιο ευκατάστατους, κυρίως μαυραγορίτες, τους απομονώνουν σε ξενοδοχεία της Σκομπίας - όπως αποκαλούσαν τότε το Κολωνάκι οι Αθηναίοι. Αρκετοί από αυτούς, λίγες ημέρες ή και την επομένη της σύλληψης τους κυκλοφορούσαν ελεύθεροι προκαλώντας την επαναδραστηριοποίηση των ακαταπόνητων στελεχών της πρώην ΟΠΛΑ και της πολιτοφυλακής.

   Ίσως οι μόνες πολιτικά άξιες λόγου παρεκβάσεις του ΕΑΜ από τη Συμφωνία της Καζέρτας να ήταν δύο. Η πρώτη, η είσοδος της 10ης και μέρους της 9ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ Μακεδονίας την 28η Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη υπό τον Μάρκο Βαφειάδη και τον καπετάνιο Κικίτσα. Γιορτασαν την επέτειο και εν συνεχεία εξολόθρευσαν τη συμμορία του συνεργάτη των Ναζί Τσαούς Αντόν, που λυμαινόταν την περιοχή στην Κατοχή. Ακολούθησε στις 11 Νοεμβρίου η σύναξη των μεγαλύτερων καπετάνιων του ΕΛΑΣ στο στρατηγείο τους στη Λαμία μετά από πρόσκληση του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος εκφώνησε το γνωστό δημόσιο λόγο στην πλατεία της πόλης. Η έμμεση προτροπή του πρώτου καπετάνιου να συνεχίσουν το αντάρτικο, ουσιαστικά εναντίον των Βρετανών, είχε, ευλόγως, ασήμαντη επιρροή. Τότε, άλλωστε, άρχισε η βαθμιαία απομόνωση του από το ΕΑΜ. Όλες τις διαπραγματεύσεις για τις μετακινηθείς των ανταρτικών σωμάτων στο στρατηγικό κρίσιμο λεκανοπέδιο της Αττικής είχε αναλάβει ο στρατιωτικός αρχηγός του ΕΛΑΣ, στρατηγός Στέφανος Σαράφης. Οι δύο αυτές παρεκβάσεις προκάλεσαν τη σφοδρότατη κριτική τόσο της ηγεσίας του ΕΑΜ όσο και του πολιτικού γραφείου του ΚΚΕ προς τον Μάρκο Βαφειάδη δια στόματος Λεωνίδα Στρίγκου, στις αρχές Νοεμβρίου, και προς τον Άρη Βελουχιώτη σχεδόν από όλους. Αντίθετα, οι ηγέτες της Αντίστασης αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση την κωλυσιεργία της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και της βρετανικής διοίκησης για την ανασυγκρότηση του κράτους αλλά και τη συμφωνημένη ήδη τιμωρία των ελληνικών ομάδων που απάρτιζαν το κράτος των συνεργατών των Ναζί και των συμμοριών τους.

   Φυσικά, η ηγεσία του ΕΑΜ είχε και τα μέσα αλλά και την πλήρη κοινωνική και πολιτική νομιμοποίηση να επιβάλει μόνη της την απαιτούμενη τιμωρία στις ελληνικές ομάδες συνεργατών των Ναζί. Ίσως, στα όρια της έπαρσης, να μην θεώρησε ότι συνιστούσαν κίνδυνο αλλά ότι επρόκειτο για ένα ζήτημα νομιμότητας και ηθικής τάξης, το οποίο έπρεπε να διευθετήσει μαζί με την κυβέρνηση και τη βρετανική διοίκηση. Άλλωστε οι Βρετανοί τη στιγμή της Απελευθέρωσης δεν αντιπροσώπευαν για την ηγεσία του ΕΑΜ μια ιμπεριαλιστική δύναμη όπως προπολεμικά, αλλά αξιόπιστους συμμάχους δικούς της και φυσικά της Σοβιετικής Ένωσης στον αντιφασιστικό πόλεμο.

   Η κωλυσιεργία του Γεωργίου Παπανδρέου και της κυβέρνησης του στις διαπραγματεύσεις με το ΕΑΜ για την ανασυγκρότηση του κράτους και ειδικότερα τη σύνθεση του ελληνικού στρατού, συμπορευόταν με τη συστηματική πρακτική των Βρετανών να διασώσουν τις ομάδες που συγκροτούσαν το κράτος των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί, ακόμη και ομάδες κοινών ληστών, ιδίως στην Αθήνα, από τις οποίες ελάχιστες είχε εξαλείψει η ΟΠΛΑ και η πολιτοφυλακή. Η άτυπη διάσωση των ομάδων του κατοχικού κράτους και των κοινών ληστών από τους Βρετανούς συνέκλινε με τις άρρητες επιδιώξεις πολλών Ελλήνων πολιτικών της κυβέρνησης Παπανδρέου να τις οικειοποιηθούν, ώστε να τις εντάξει ο καθένας στη δική του πολιτική επιρροή. Όμως και γι' αυτές τις ομάδες η ένταξη υπό τη σκέπη των παλαιών Ελλήνων πολιτικών ήταν η μόνη σωτηρία. Το ΕΑΜ, αντίθετα, επιδίωκε την παραδειγματική τιμωρία και την εξάλειψη τους, όπως ήδη είχε συμφωνηθεί με τους Βρετανούς. Αυτό ήταν ένα βασικό πεδίο σύγκρουσης μεταξύ του ΕΑΜ από τη μία, των Βρετανών και ιδίως των Ελλήνων πολιτικών συμμάχων τους από την άλλη κατά το πρώτο φθινόπωρο της Απελευθέρωσης. Και σε αυτό το αντικείμενο υπέστη την πρώτη του ήττα το ΕΑΜ. Οι ηγέτες του, έκπληκτοι κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, διαπίστωσαν ότι οι ομάδες που συνιστούσαν το κράτος των Ελλήνων συνεργατών των Ναζί, αυτό το τρίγωνο μεταξύ κακοποιών, ακροδεξιών, δοσίλογων και μαυραγορίτών, είχε περιέλθει σχεδόν αυτούσιο στην υπηρεσία της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και των Βρετανών. Οι αντίπαλες στο ΕΑΜ πολιτικές δυνάμεις είχαν αποκτήσει την πρώτη εγχώρια ένοπλη δύναμη τους. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

- G. M. Alexander, "Η κρίση αποστράτευσης του Νοεμβρίου 1944". στο Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση. Αθήνα, 1984. σσ. 263-284.
- Λ. Αποστόλου, Η παρωδία της δίκης των δοσίλογων και η αυτοκαταδίκη της δεξιάς, Αθήνα, 1945.
- Κ. Βεργόπουλος, "Η συγκρότηση της νέας αστικής τάξης 1944-1952", στο Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση. Αθήνα, 1984. σσ. 529-500.
- D.Close,"The Changing Structure of the Right 1945-1950", J. Iatrides, Linda Wringley (edrs) Greece at the Crossroads. The Civil and hiw Legasy, Pensylvania, 1995, σσ. 122-156.
- Π. Κανελλόπουλος, Ημερολόγιο, Αθήνα, 1977.
- Κ. Καραγιώργης, Γύρω από το Δεκέμβρη. Πολιτικά άρθρα, Αθήνα, «Τα νέα βιβλία», 1945.
- Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου 1946-1949. 1ος τ., Αθήνα. 2000.
- Ι. Μπάεφ, Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα. Διεθνείς διαστάσεις, Αθήνα, 1997.
- I. Λ. Πετρόπουλος, «Τα ελληνικά παραδοσιακά κόμματα κατά την διάρκεια της κατοχής», στο Η Ελλάδα στην δεκαετία 1940-1950. Ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα. 1984. σσ. 55-68.
Σ. Σαράφης, Μετά την Βάρκιζα, Αθήνα, 1979.

Δημοσιεύθηκε στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ 8ος,  εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2003, σελ.191-198

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου