Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

Kανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον...

Του MARK MAZOWER

Μοναρχικοί στρατιώτες οπλισμένοι με πολυβόλο
φυλάνε σε βουνό στο Καρπενήσι κατά τη
 διάρκεια του Ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου.
(Φωτογραφία: Bert Hardy / Getty Images). 1948
Tον παλιό κακό καιρό, όταν η σύγχρονη ελληνική ιστορία ήταν λιγότερο ή περισσότερο απαγορευμένη ως ακαδημαϊκό αντικείμενο εντός των ελληνικών συνόρων, οι άνθρωποι έφευγαν στο εξωτερικό προκειμένου να ασχοληθούν με την έρευνα σε ξένα πανεπιστήμια και αρχεία

Ίσως λοιπόν να μην ήταν σύμπτωση που οι πρώτες μελέτες γύρω από τη δεκαετία του 1940 - τη δεκαετία της κρίσης για την Ελλάδα - έβλεπαν τη χώρα από πολύ μακριά, μέσα από τα μάτια των ξένων διπλωματών, κατασκόπων και στρατηγών. Πεδίο συχνών διενέξεων για τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ελλάδα ήταν - ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός - θύμα είτε του Στάλιν και των επεκτατικών του φιλοδοξιών, είτε εκείνων των δολοπλόκων ιμπεριαλιστών στο Γουάιτχολ και την Ουάσιγκτον. Οι ίδιοι οι Έλληνες δεν ήταν παρά το παιχνιδάκι των Μεγάλων Δυνάμεων, πράκτορες ή κορόιδα της Αριστεράς ή της Δεξιάς. H ιστορία ήταν μια υπόθεση των πόλεων - του Λονδίνου, της Μόσχας, της Αθήνας - και οι λόφοι, τα νησιά και οι κοιλάδες μαράζωναν στο σκοτάδι.

Όπως όμως καθιστά σαφές το κείμενο των Καλύβα - Μαραντζίδη, η κατάσταση έχει αλλάξει θεαματικά τα τελευταία είκοσι χρόνια σχεδόν σε κάθε επίπεδο. Με την υποχώρηση των πολιτικών παθών, η δεκαετία του 1940 γίνεται αντικείμενο έγκυρης και σχολαστικής μελέτης. Με την άνθηση της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, πλάι σε όμορα γνωστικά αντικείμενα όπως οι πολιτικές επιστήμες και η ανθρωπολογία, οι διπλωμάτες και οι μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες έχουν αποκτήσει δευτερεύοντα ρόλο σε σύγκριση με τις μικρο-μελέτες περί χωρικών, δασκάλων, αστυνομικών και εμπόρων. Αξιοποιώντας νέες ιστορικές πηγές εντός της Ελλάδας - είτε πρόκειται για επίσημα αρχεία, δικαστικά πρακτικά, εφημερίδες ή απλώς τις αναμνήσεις των ανθρώπων -, οι μελετητές έχουν παρουσιάσει ένα πολυποίκιλο έργο μέσω του οποίου μπορεί να εξερευνήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο βοήθησαν οι Έλληνες στη γραφή της ιστορίας τους. Υπ' αυτή την έννοια, η χώρα έχει λάβει πίσω το παρελθόν της και συνεχίζει να το κάνει. H δημιουργία κατάλληλων εγκαταστάσεων για τα Γενικά Αρχεία του Κράτους που θα συμβάλει στην επιτάχυνση αυτής της διαδικασίας θα έπρεπε να έχει γίνει από καιρό. Και είναι ασφαλώς ορθή η άποψη ότι το κέντρο έρευνας της ελληνικής ιστορίας πρέπει πια να είναι η Ελλάδα.

Πολύπλευρη με την καλύτερη έννοια, αυτή η νέα ερευνητική προσπάθεια έχει σήμερα φτάσει σε πολλά από τα μεγάλα εναπομείναντα ταμπού του παρελθόντος και έχει αρχίσει να τα πελεκίζει. Όπως και σε ολόκληρη την Ευρώπη, η δεκαετία του 1940 προσέφερε θεμέλιους μύθους για τους ιθύνοντες του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους: τη δεκαετία του 1950, ήταν ο μύθος μιας χώρας ενωμένης εναντίον των Βούλγαρων και άλλων Σλάβων πρακτόρων έως τη δεκαετία του 1980, με τον μύθο μιας ενωμένης πατριωτικής αντίστασης, οργανωμένης από το EAM/ΕΛΑΣ. Στην πραγματικότητα, ουδείς από αυτούς τους μύθους δεν αντέχει πλέον σε μια λεπτομερή εξέταση.

H εκδοχή της δεκαετίας του 1950 έχει περιπέσει από καιρό σε ανυποληψία ως ένα βολικό μύθευμα που αμαύρωνε τα κίνητρα πολλών αντιστασιακών και, από την άλλη πλευρά, προσέφερε ένα βολικό άλλοθι σε πολλούς άλλους με αμφιλεγόμενη δράση στη διάρκεια του πολέμου. Και η εκδοχή του ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του 1980, μοιάζει πλέον ολοένα και περισσότερο τετριμμένη.

Είναι πλέον σαφές ότι εγείρει τόσα ερωτήματα όσα απαντά. Ο ισχυρισμός ότι το ίδιο το EAM/ΕΛΑΣ χρησιμοποιούσε ακραία βία για τον εκφοβισμό των αντιπάλων του δεν μπορεί πλέον να απορριφθεί ως ένα αποκύημα της φαντασίας της Δεξιάς. H σφοδρή του επιθυμία να μονοπωλήσει την αντίσταση ήταν από καιρό προφανής σε όλους όσους συνέκριναν την πορεία της αντίστασης στην Ιταλία ή τη Γαλλία, όπου διαφορετικές ομάδες συνεργάστηκαν πολύ πιο πρόθυμα εναντίον των Γερμανών. Το ότι χρησιμοποιούσε τάγματα θανάτου είναι γνωστό, δεν έχει ωστόσο αναλυθεί συστηματικά.

Ώριμη για διερεύνηση είναι πλέον και η ιδέα πως η συνεργασία με τον εχθρό δεν ήταν πραγματικά ελληνικό φαινόμενο, πως μόνο λίγοι «καιροσκόποι» έπαιρναν εντολές από τους Γερμανούς. Το όλο ζήτημα της ελληνικής συνεργασίας θα αποτελέσει αντικείμενο συνεδρίου που θα πραγματοποιηθεί το ερχόμενο καλοκαίρι. Είναι σαφές όμως ότι οι Έλληνες εργάστηκαν πλάι στους Γερμανούς για πολλούς λόγους: ένας είναι το κοινό αντικομμουνιστικό μένος, ένας άλλος ο φόβος των Βουλγάρων (στον Βορρά) και ένας τρίτος το μίσος και ο φόβος του EAM/ΕΛΑΣ. Το θέμα αυτό «θάφτηκε» σχεδόν αμέσως έπειτα από τον πόλεμο - οι δίκες συνεργατών έκλεισαν στην Ελλάδα πιο γρήγορα από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη -, αλλά σιγά-σιγά επανέρχεται στην επιφάνεια.

Πίσω από αυτές τις πνευματικές και ακαδημαϊκές εξελίξεις βρίσκονται ισχυρές, ευρύτερες τάσεις. Παρ' όλο που η δεκαετία του 1940 είναι ακόμα αρκετά κοντά ώστε να προσφέρει το πλεονέκτημα της επαφής με άνδρες και γυναίκες που έχουν άμεσες προσωπικές αναμνήσεις των ετών εκείνων, βρίσκεται αρκετά μακριά και είναι αρκετά διαφορετική από το σύγχρονο πολιτικό τοπίο ώστε να μετακινείται από τη σφαίρα της πολιτικής σε εκείνη της ιστορίας.

Οι μελετητές συγκρούονται και συζητούν φυσικά, όπως έκαναν ανέκαθεν και θα συνεχίσουν να κάνουν, κάποιες φορές για πολιτικούς λόγους. Ανάμεσα στις νέες γενιές των πανεπιστημιακών ωστόσο, λίγοι πιστεύουν πως στις συγκρούσεις αυτές διακυβεύεται η ίδια η ταυτότητα της ελληνικής δημοκρατίας: από αυτή την πλευρά, η κατάσταση έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα από την κατάρρευση του κομμουνισμού και έπειτα.

Από την άλλη πλευρά, ενώ το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας έχει σταθεροποιηθεί σε ένα πρότυπο δικομματικού κοινοβουλευτικού σύστηματος, οι σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα κάθε χώρα του κόσμου - είτε αυτές προέρχονται από το περιβάλλον, τη μετανάστευση, τα καπρίτσια των χρηματιστηριακών αγορών ή την απειλή της διεθνούς τρομοκρατίας - θέτουν και πάλι το κράτος υπό αμφισβήτηση. Ίσως να είναι αυτός ο λόγος που οι νέες μελέτες γύρω από τη δεκαετία του 1940 έχουν να πουν για το ιστορικό μητρώο του ελληνικού κράτους τόσα όσα και για την πολιτική. Διότι μπορούμε σήμερα να δούμε ότι η δεκαετία του 1940 ήταν η πιο κρίσιμη στην ιστορία του ελληνικού κράτους, η στιγμή στην πραγματικότητα που κατέρρευσε υπό το βάρος του ολομέτωπου πολέμου και της εχθρικής κατοχής, για να αγωνιστεί στη συνέχεια, για τουλάχιστον μια δεκαετία, να ορθώσει το ανάστημά του.

Από αυτήν ακριβώς την οπτική μπορεί να είναι τόσο διδακτική η άποψη της ελληνικής ιστορίας από τα χωριά και τις επαρχίες: ο κομπασμός και η φιλοδοξία των Αθηναίων πολιτικών έμοιαζαν πολύ διαφορετικά το 1941 από τους λόφους της Μεσσηνίας, από τη Σαντορίνη ή τα Ιωάννινα. H κρατική αποσάθρωση δημιούργησε το κενό εξουσίας και νομιμότητας που κάλυψαν τόσο πολλές από τις ομάδες και τους ανθρώπους για τους οποίους συζητάμε. Και καθώς κρίνουμε τα σφάλματά τους, τα επιτεύγματα και τα εγκλήματά τους, αξίζει ίσως τον κόπο να φανταστούμε πώς φαινόταν ο κόσμος όταν οι δομές εξουσίας που γνώριζαν είχαν καταρρεύσει. Όταν οι παλαιοί κυβερνώντες είχαν τραπεί σε φυγή και κάθε τι έπρεπε να οικοδομηθεί εκ νέου από τα θεμέλιά του.

Ο Μαρκ Μαζάουερ είναι καθηγητής Ιστορίας στο Birkbeck College του Λονδίνου.
ΤΑ ΝΕΑ 20/ 3/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου