Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Η δολοφονία του Γιάννη Ζέβγου (1947)

Του Γιάννη Γκλαρνέτατζη

«Ο Ιωάννης Ταλαγάνης δημοδιδάσκαλος εκ Τριπόλεως, ή Γεώργιος Ζέβγος, θεωρητικός του ΚΚΕ, υπουργός Εργασίας εις την αμέσως μετά την απελευθέρωσιν σχηματισθείσαν κυβέρνησιν και μέλος της Κ.Ε. του ΕΑΜ εδολοφονήθη χθες κατά τρόπον αυτόχρημα γκαγκστερικόν, από ένα παλαιόν και δυσαρεστημένον τιτλούχον ελασίτην, δραπέτην του στρατοπέδου Μπούλκες, τον εκ Σερρών κρεοπώλην Χρ. Βλάχον, ηλικίας 32 περίπου ετών», αναφέρει το πρωτοσέλιδο της «Μακεδονίας» στις 21.3.1947.[1] Η δολοφονία του Ζέβγου μέρα μεσημέρι («την 1.10 μ.μ.») σ’ ένα από τα κεντρικότερα σημεία της πόλης («εις την οδόν Αγίας Σοφίας») πρόσθεσε ένα ακόμα φάντασμα στα πολλά που στοιχειώνουν τη Θεσσαλονίκη.

Η χρονική στιγμή είναι, έτσι κι αλλιώς, τραγική. Ο Εμφύλιος έχει ουσιαστικά αρχίσει, καθώς στην ύπαιθρο γίνονται πλέον κανονικές μάχες, τα έκτακτα στρατοδικεία βγάζουν μαζικά καταδικαστικές αποφάσεις με βάση το Γ΄ Ψήφισμα και οι παρακρατικές ομάδες οργιάζουν. Το ΚΚΕ είναι οριακά νόμιμο και ήδη από τα μέσα Φλεβάρη έχει αποφασίσει να ρίξει το βάρος στην ένοπλη πάλη. Η κυβέρνηση Μάξιμου που βρίσκεται στην αρχή ονομάζεται, επίσημα, «Εθνικής Συνεργασίας» ή, ανεπίσημα, «επτακέφαλος»[2] μια και σ’ αυτή συμμετέχουν επτά αρχηγοί κομμάτων (Παναγής Τσαλδάρης – Λαϊκόν Κόμμα, Στυλιανός Γονατάς – Κόμμα Εθνικών Φιλελευθέρων και Απόστολος Αλεξανδρής – Μεταρρυθμιστικόν Κόμμα, αυτά ήταν τα τρία βασικά κόμματα της Ηνωμένης Παρατάξεως Εθνικοφρόνων στην οποία συμμετείχαν κι άλλα επτά μικρότερα· Σοφοκλής Βενιζέλος – Κόμμα Βενιζελικών Φιλελευθέρων, Γεώργιος Παπανδρέου – Δημοκρατικόν Σοσιαλιστικόν Κόμμα και Παναγιώτης Κανελλόπουλος – Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα, αυτά τα τρία μαζί μ’ ένα μικρότερο κόμμα είχαν κατέβει στις εκλογές του 1946 ως Εθνική Πολιτική Ένωσις· τέλος υπουργός ήταν και ο Ναπολέων Ζέρβας του Εθνικού Κόμματος Ελλάδος).[3] Σε διεθνές, πάλι, επίπεδο μόλις είχε εξαγγελθεί το Δόγμα Τρούμαν (12.3.1947).[4]

Με τον διεθνή παράγοντα, όμως, συσχετίζονταν και η παρουσία του Ζέβγου στη Θεσσαλονίκη. Στις 3.12.1946 η ελληνική κυβέρνηση προσέφυγε στον ΟΗΕ καταγγέλλοντας ανάμιξη των βόρειων γειτονικών κρατών στις συγκρούσεις. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του οργανισμού αποφάσισε ομόφωνα τη σύσταση της «Commission of Investigation Concerning Greek Frontier Incidents» («Επιτροπή Διερεύνησης Αφορώσα τα Επεισόδια στα Ελληνικά Σύνορα») ή «Επιτροπή Ερεύνης» όπως την αναφέρει, εν συντομία, ο Τύπος της εποχής.[5] Σ’ αυτήν ακριβώς την επιτροπή, αποτελούμενη από αντιπροσωπείες των έντεκα κρατών μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, είχε έρθει να καταθέσει ο Γ. Ζέβγος. Μάλιστα τη μοιραία μέρα «περί την 11ην π.μ. μετέβη εις τα γραφεία της κομμουνιστικής εφημερίδας “Αγωνιστής” όπου συνέταξεν επιστολήν προς την ενταύθα ευρισκομένην Επιτροπήν Ερεύνης του ΟΗΕ, ως εκπρόσωπος της Κ.Ε. του ΕΑΜ, ανφερομένην εις τας τελευταίας εν τη πόλει μας συλλήψεις εαμικών στελεχών καθώς και τα αιματηρά γεγονότα της Τούμπας». Κατόπιν «μετέβη εκείθεν εις τι γαλακτοπωλείον της πλατείας Αγίας Σοφίας, όπου εγευμάτισεν [στην πραγματικότητα έφαγε στο εστιατόριο “Ελβετικόν” που υπήρχε μέχρι και τη δεκαετία του ’80 εκεί που σήμερα είναι ένα σούπερ μάρκετ στη δεξιά πλευρά της οδού Αγ. Σοφίας, λίγο πριν την Εγνατία]. Την 1ην μεταμεσημβρινήν εξήλθεν του γαλακτοπωλείου και δια της οδού Αγίας Σοφίας κατήρχετο προς την οδόν Τσιμισκή, δια να μεταβή εις το ξενοδοχείον “Αστόρια” [γωνία Τσιμισκή και Αγ. Σοφίας], όπου διέμενεν».[6] Μόλις πέρασε την οδό Γεωργίου Σταύρου, μπροστά στην τότε κλινική Εξηντάρη, ο Ζεύγος δέχθηκε τέσσερις σφαίρες από πίσω.[7] Ο δολοφόνος προσπάθησε να διαφύγει από τη Γ. Σταύρου και μετά τη Βασ. Ηρακλείου, ενώ τον κυνηγούσε ο νεαρός ναυτικός Γεώργιος Μπέζας, φωνάζοντας: «Πιάστε τον είνε δολοφόνος!». Ο Χρήστος Βλάχος στην Αριστοτέλους έστριψε αριστερά, αλλά στη διασταύρωση με την Τσιμισκή τον πρόλαβε ο Μπέζας που τον συνέλαβε με τη βοήθεια ενός χωροφύλακα.[8]

Από την πρώτη στιγμή η επίσημη γραμμή είναι πως πρόκειται για έγκλημα προσωπικής αντεκδίκησης χωρίς ηθικούς αυτουργούς, συνεργούς και πολιτικές προεκτάσεις! «Ο δράστης… Ήδη μετανοεί δια το έγκλημά του – Είνε συντετριμμένος – Τον εφόνευσε, λέγει, διότι το Κ.Κ.Ε εξεπόρνευσε την σύζυγόν του ενώ αυτός ευρίσκετο εις Μπούλκες – Αρνείται ότι είχε συνεργόν τινα ή ότι υπάρχει ηθικός αυτουργός – Αι Αρχαί αποκλείουν την ύπαρξιν πολιτικών ελατηρίων. Εν τούτοις το ΕΑΜ και το Κ.Κ.Ε. τονίζουν ότι εδολοφονήθη κατ’ επιταγήν της κυβερνήσεως», είναι ο υπότιτλοι του πρωτοσέλιδου της «Μακεδονίας», ενώ το ρεπορτάζ αναφέρει πως «εις τον τόπον του εγκλήματος έσπευδον χωροφύλακες και αξιωματικοί της Διευθύνσεως Αστυνομίας και του οικείου τμήματος οίτινες προσεπάθουν ν’ απομακρύνουν τους συγκεντρωθέντας εν τω μεταξύ περιέργους, μη γνωρίζοντες τίποτε ακόμη περί της ταυτότητος του δολοφονηθέντος η οποία εγνώσθη πολύ αργότερον».[9] Δηλαδή, έχουμε ένα ηγετικό στέλεχος ενός σχεδόν παράνομου κόμματος που έρχεται στην πόλη για να καταθέσει σε μια διεθνή επιτροπή και η αστυνομία όχι μόνο δεν τον παρακολουθεί, αλλά ούτε καν τον γνωρίζει, αλλά σπεύδει να διαλύσει τους συγκεντρωμένους στον τόπο της δολοφονίας του! Η τακτική αυτή συνεχίζεται και τις επόμενες μέρες. «Η 12ωρος απολογία του κατηγορουμένου Βλάχου ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης δεν προσεκόμισε νεώτερα στοιχεία, αναλισκόμενη μετ’ επιμονής εις το θέμα των “κομματικών” και “προσωπικών” αφορμών… Σχετικώς οι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η εκδοχή των “τριών” και της “υποκινήσεως” την οποίαν επικαλείται η παράταξις του θύματος, δεν δύναται να ευσταθήση ελλείψει νομικών ερεισμάτων, αλλά και πραγματικών δεδομένων, εφ’ όσον τα στοιχεία της ανακρίσεως εντοπίζουν την ενοχήν εις τον κατηγορούμενον και δεν στρέφονται προς κατευθύνσεις άλλας».[10] Η σύζυγος, μάλιστα, του δράστη βρίσκεται μάλλον σε θέση απολογούμενης για τα σχετικά με την «εκπόρνευσή» της. «Σχετικαί πληροφορίαι από θετικάς πηγάς αναφέρουν ότι η ενώπιον του αρμοδίου ανακριτού εξέτασις της Μαριάνθης Τράκα υπήρξεν διαφωτιστική… θετικόν στοιχείον είνε ότι όταν ο κ. ανακριτής έθεσεν ενώπιον της μάρτυρος συγκεκριμένα περιστατικά αναφερόμενα εις το κεφάλαιον των σχέσεών της με πρόσωπα του στενώτερού της περιβάλλοντος, η Μαριάνθη Τράκα δεν κατόρθωσε να δικαιολογήση τον ρόλον των προσώπων αυτών».[11]

Το θύμα θα θαφτεί βιαστικά, την επόμενη μέρα μετά τη δολοφονία, στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας παρουσία μόνο της συζύγου και της κόρης του «κάτω από στενό κλοιό χαφιέδων και αστυφυλάκων», όπως σημειώνει ο Χρ. Ζαφείρης.[12] Την ταφή δεν θα προλάβουν καν οι Ζαχαριάδης, Λούλης και Καραγιώργης οι οποίοι «αφίκοντο εκ Αθηνών αεροπορικώς… δια να παραστούν εις την κηδείαν του δολοφονηθέντος Ζέβγου ως εκπρόσωποι του ΚΚΕ, ΕΑΜ και των αριστερών εφημερίδων της πρωτευούσης. Ούτοι το απόγευμα μετέβησαν εις το νεκροταφείον και κατέθεσαν στεφάνους εις τον τάφον του Ζέβγου».[13] Επίσης, πέντε μέρες μετά τη δολοφονία, «στον τόπο που έπεσε ο Ζέβγος, κάτοικοι της πόλης, προσκυνητές, κατέθεσαν δάφνινο στεφάνι, άναψαν κεριά στο πεζοδρόμιο και γονατισμένοι τραγούδησαν το πένθιμο εμβατήριο».[14]

Η πρώτη σελίδα του Ριζοσπάστη στις 21/3/1947.
Παράλληλα οι Ζαχαριάδης και Λούλης κατέθεσαν προς την Επιτροπή Ερεύνης υπόμνημα για τη δολοφονία Ζέβγου και τις σφαγές στο Γύθειο. Σ’ αυτό τόνιζαν ότι όλα αυτά οφείλονται στη «συνέχισιν του φασιστικού κυβερνητικού οργίου εις βάρος των δημοκρατικών Ελλήνων», ενώ ανέφεραν πως η αμερικανική «ανάμιξις εις τα εσωτερικά της χώρας μας απεθράσυνε την μοναρχοφασιστικήν κυβέρνησιν», η οποία «απεφάσισε φαίνεται να τρομοκρατήσει… τον ελληνικό λαό με δολοφονίες των ηγετικών στελεχών… Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ο αείμνηστος συνεργάτης μας, Γιάννης Ζέβγος δολοφονήθηκε σ’ ένα από τα κεντρικώτερα μέρη της Θεσσαλονίκης, μέρα μεσημέρι, μπροστά στα μάτια όλων των υπεύθυνων αρχών. Είνε σατανική μάλιστα η σύπτωση ότι τη μέρα αυτή βρισκότανε στη Θεσσαλονίκη και οι δυο πιο υπεύθυνοι υπουργοί, της Δικαιοσύνης και της Δημοσίας Τάξεως. Ο τελευταίος, δηλαδή, ο Ζέρβας με το δημοσιογραφικό του όργανο “Εθνική Φλόγα” εδώ και μήνες πολλούς παρώτρυνε τους οπαδούς του να σκοτώνουν “σα σκυλιά” τους αριστερούς… Από τις πιο πάνω πρόχειρες σκέψεις βγαίνει για κάθε καλής πίστεως συζητητή το ασφαλές συμπέρασμα ότι η δολοφονία του Ζέβγου ήταν προσχεδιασμένη και προμελετημένη σαν αποκορύφωση του εγκληματικού οργίου της μοναρχοφασιστικής ελληνικής κυβέρνησης, που αποσκοπεί, μάταια, όμως, την τρομοκράτηση του δημοκρατικού ελληνικού λαού και της ηγεσίας του».[15]

Τις επόμενες ημέρες εμφανίστηκαν στον «Ριζοσπάστη» επιστολές των Νικόλαου Σιδηρόπουλου, από την Αλιστράτη Σερρών, και Χαράλαμπου Γκιαουρίδη, από το Κουφόβουνο Διδυμοτείχου, που έλεγαν ότι η αστυνομία τους είχε οπλίσει με περίστροφα για να δολοφονήσουν τον Ζέβγο (η εκδοχή των «τριών» που αναφέρθηκε παραπάνω).[16] Αυτές οι επιστολές όχι μόνο δεν ελήφθησαν υπόψη αλλά ο «Ριζοσπάστης» και οι τοπικές εφημερίδες «Αγωνιστής» και «Ανεξαρτησία» που αν δημοσίευσαν τις επιστολές (χωρίς να τις επικρίνουν, όπως έκανε η «Μακεδονία») αντιμετώπισαν διώξεις[17] και οι εκδότες και υπεύθυνοι τυπογραφείου του «Αγωνιστή» και της «Ανεξαρτησίας» καταδικάστηκαν από το Έκτακτο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης σε δεκαετή ειρκτή και πρόστιμο 2.200.000 δραχμών έκαστος.

Η παρέμβαση του Ζαχαριάδη στην υπόθεση της δολοφονίας του Ζέβγου ήταν από τις τελευταίες δημόσιες, καθώς στις αρχές Απριλίου (κι ενώ ξεκινούσε η πρώτη μεγάλη εκκαθαριστική επιχείρηση του εθνικού στρατού με την ονομασία «Τέρμινους») κατέφυγε μυστικά στη Γιουγκοσλαβία κι από εκεί στις περιοχές που έλεγχε ο Δημοκρατικός Στρατός.[18] Η, δε, Επιτροπής Ερεύνης ολοκλήρωνε τις εργασίες της στις 27.6.1947, χωρίς να καταλήξει σε ομόφωνο πόρισμα. Η πλειοψηφία (οι αντιπρόσωποι των ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Κίνας [της κυβέρνησης του Τσιανγκ Κάι Σεκ], Αυστραλίας, Βραζιλίας, Μεξικού, Πακιστάν και Ολλανδίας) έκριναν ότι η Γιουγκοσλαβία και –δευτερευόντως– η Αλβανία και η Βουλγαρία ενίσχυαν τον Δημοκρατικό Στρατό κι ως εκ τούτου είχαν ευθύνη για την κατάσταση στην Ελλάδα. Η Γαλλία απείχε, ενώ οι αντιπρόσωποι της Σοβιετικής Ένωσης και της Πολωνίας έκριναν ότι αποκλειστικός υπεύθυνος της κατάστασης ήταν η ελληνική κυβέρνηση και το κλίμα διωγμών κατά των δημοκρατών που είχε δημιουργήσει. Εφόσον τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας έχουν το δικαίωμα βέτο τελικά καμιά απόφαση δεν ελήφθη.[19]

Όσο για την τύχη του δράστη παρουσιάζει μια, θα λέγαμε, μυθιστορηματική συνέχεια. «Ο Βλάχος», γράφει ο Ζαφείρης, «δικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση το 1948, βγήκε νωρίτερα από τις φυλακές και γύριζε ρεμάλι στις Σέρρες, διαπομπευόμενος από όλους και ξεχασμένος από τους προστάτες του. Οι τύψεις τον οδήγησαν στα “αζήτητα” της Λέρου, όπου πριν λίγα χρόνια [μέσα της δεκαετίας του ’80] με χαμένα τα λογικά φωτογραφήθηκε από αθηναϊκό περιοδικό».[20]

Παραπομπές:
[1] Μακεδονία, 21.3.1947.
[2] Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία: Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Πατάκης, 6η έκδ., Αθήνα 2010, σ. 65.
[3] Μητρώον Γερουσιαστών και Βουλευτών, Βουλή των Ελλήνων, Εν Αθήναις 1977, σ. 87.
[4] Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική, Τόμος Β΄: 1945-1981, Εστία, Αθήνα 2001, σ. 46.
[5] Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού Εμφύλιου Πολέμου 1946-1949, Τόμος Β΄, 4η έκδ., Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006, σ. 563· Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική…, ό.π., σ. 46.
[6] Μακεδονία, 21.3.1947.
[7] Χρίστος Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 137.
[8] Μακεδονία, 21.3.1947.
[9] Μακεδονία, 21.3.1947.
[10] Μακεδονία, 23.3.1947.
[11] Μακεδονία, 28.3.1947.
[12] Χρ. Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, ό.π., σ. 138.
[13] Μακεδονία, 23.3.1947.
[14] Χρ. Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, ό.π., σ. 138.
[15] Μακεδονία, 23.3.1947.
[16] Μακεδονία, 4.4.1947· Χρ. Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, ό.π., σ. 137-138.
[17] Μακεδονία, 6.4.1947.
[18] Ηλ. Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία…, ό.π., σ. 65.
[19] Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του ελληνικού Εμφύλιου…, ό.π., σ. 563-565· Κ. Σβολόπουλος, Η ελληνική εξωτερική πολιτική…, ό.π., σ. 46.
[20] Χρ. Ζαφείρης, Θεσσαλονίκης τοπιογραφία, ό.π., σ. 138.

Αναδημοσίευση από http://www.alterthess.gr/content/afieroma-2012-i-dolofonia-toy-gianni-zebgoy-1947

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου