Σάββατο 4 Απριλίου 2015

H πορεία προς τον εμφύλιο: Από την ένοπλη εμπλοκή στην ένοπλη ρήξη

του Φίλλιπου Ηλίου

Εισαγωγή:
Σήμερα στην επέτειο των 70 χρόνων από τα Δεκεμβριανά της Αθήνας ένα απόσπασμα από το βιβλίου του Φίλιππου Ηλίου: Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος – Η εμπλοκή του ΚΚΕ ,επανέρχεται για να δώσει απαντήσεις και να θέσει νέους προβληματισμούς σχετικά με το πώς οδηγήθηκαν τα πράγματα στα γεγονότα των Δεκεμβριανών και κατά πόσο το ΚΚΕ είχε στόχο την εξουσία μέσω της ένοπλης πάλης. 

 Ο εμφύλιος πόλεμος προέκυψε από μια μακρά σειρά κινήσεων , χειρισμών και ιστορικών αναμετρήσεων που έχουν την αφετηρία τους στα χρόνια της Κατοχής , αλλά που κλιμακώνονται από το Δεκέμβριο του 1944 έως τους τελευταίους μήνες του 1946, και οι οποίες , στη πρόθεση εκείνων που τις σχεδιάζουν ή τις αυτοσχεδιάζουν έχουν το νόημα της άσκησης μια ς μεγαλύτερης πίεσης επάνω στον αντίπαλο, προκειμένου να επιτευχθεί ένας πολιτικός συμβιβασμός. Και ομολογημένη πρόθεση της ηγεσίας του ΚΚΕ, για εκείνη την εποχή, ήταν η επιδίωξη και με τη προσφυγή σε «ένοπλες μορφές πάλης», να οδηγηθεί το αριστερό κίνημα «σε ένα συμβιβασμό σε μία (νέα) Βάρκιζα με καλύτερους όρους».

Από τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης το μείζον πρόβλημα που αντιμετώπιζε η ελληνική κοινωνία ήταν η μεγάλη δύναμη του ΕΑΜ, και στο πλαίσιο του ΕΑΜ, η ισχυρότατη παρουσία του ΚΚΕ. Συνδυάζοντας από πολύ νωρίς, τα αιτούμενα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με ένα πρόγραμμα ουσιαστικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, το ΕΑΜ, εμφανίζεται μετά την Απελευθέρωση, ως ένας από τους κύριους ρυθμιστικούς παράγοντες της πολιτικής ζωής. Αντίθετα με ότι συνήθως λέγεται και γράφεται, το ΕΑΜ δε φαίνεται να αντιπροσώπευε «τη μεγάλη πλειοψηφία» του ελληνικού λαού. Και όπου είναι δυνατό να γίνουν ακριβέστερες μετρήσεις, φαίνεται ότι δεν αποτελούσε καν τη πλειοψηφία. Είχε όμως με το μέρος του τη δυναμική και την αίγλη της Αντίστασης και μια ικανότητα οργανωμένων δυναμικών συσπειρώσεων που το καθιστούσαν δυνητικά ικανό να διαμορφώσει, σε διάφορα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, πλειοψηφικά ρεύματα και να διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στις εξελίξεις.

Αυτή ακριβώς η δύναμη και η ακτινοβολία του ΕΑΜ ήταν εκείνη που εφόβιζε τους αντιπάλους του και αντισυσπείρωνε τα παραδοσιακά στρώματα και τις συντηρητικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας. Το επίσημο κράτος που ανασυγκροτείται μετά την Απελευθέρωση και μετά τα Δεκεμβριανά – και που είχε ήδη δείγματα γραφής από τη Μέση Ανατολή-είναι ένα κράτος αντί-εαμικό , το οποίο έχει ως κύριο μέλημα και σκοπό να αναχαιτίζει και να περιορίσει την εαμική πλυμμηρίδα. Με όλα τα μέσα διαθέσιμα και εφικτά.

Από τη πλευρά του το ΚΚΕ εμφανίζεται από, το τελευταίο, τουλάχιστον χρόνο της Κατοχής, να έχει εγκαταλείψει την ιδέα-πειρασμό της άμεσης κατάληψης εξουσίας.Οι ενδείξεις που είχε για τη Σοβιετική στάση απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα και για την υπαγωγή της Ελλάδας , με σοβιετική συναίνεση, στην αγγλική «σφαίρα επιρροής» σε συνδυασμό με τις προτεραιότητες του αντιχιτλερικού αγώνα αλλά και τις ανησυχίες ως προς τη βιωσιμότητα της εαμικής συμμαχίας , εάν αυτή παρεξέκλινε από τις αρχικές διακηρύξεις της, οδηγούσαν σε μια αναζήτηση αναγκαστικών συγκλίσεων όσο βαρύ και αν μπορούσε να είναι το τίμημα. Στο πλαίσιο αυτό εξακολουθεί να ασκεί πιέσεις συχνά ένοπλες-με ακραίο παράδειγμα τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944-όχι γιατί σχεδιάζει να καταλάβει την εξουσία, αλλά γιατί θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό , θα μπορούσε να οδηγήσει τα πράγματα προς πολιτικές λύσεις , που θα επέτρεπαν στο ΕΑΜ να καταλάβει, στη θεσμοθετημένη πολιτική ζωή (και τη κυβέρνηση) μια αντίστοιχη θέση με τον όγκο των δυνάμεων που αντιπροσώπευε.

Τα φαινόμενα αυτά ενισχύονται κατά τη διάρκεια του 1945 , μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ εμφανίζονται να έχουν συνειδητοποιήσει , εκείνη την εποχή, ότι εμπρός στην επιθετικότητα του ανασυγκροτημένου κρατικού μηχανισμού και τη παράλληλη «λευκή τρομοκρατία» που είχαν εξαπολύσει οι εθνικιστικές συμμορίες, ο μόνος δρόμος που τους απομένει είναι η έμμονη στη γραμμή «της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης».

Δεν ήταν απλώς σχήμα λόγου. Την ίδια εκείνη εποχή, το ΚΚΕ εμφανίζει θεωρητικές επεξεργασίες για «το πέρασμα στο σοσιαλισμό με δημοκρατικές μεθόδους πολιτικής πάλης». Ο ίδιος ο Νίκος Ζαχαριάδης διατυπώνει τη θεωρία «των δύο πόλων», του ανατολικού και του δυτικού , ανάμεσα στους οποίους η Ελλάδα χώρα ουδέτερη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, ενώ, παράλληλα, για να μην αποκοπεί αποδέχεται, παρά τη διαφωνία του, να στηρίξει εδαφικές διεκδικήσεις στη Βόρειο Ήπειρο και την Ανατολική Ρωμυλία που προωθούσαν τα αστικά κόμματα και η κυβέρνηση. Στο ίδιο πλαίσιο ενεργειών θα πρέπει να εγγραφεί και η δημόσια αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη, ο οποίος , με τις πράξεις του και την ανταρσία του , θεωρήθηκε ότι υπονομεύει τις επιδιωκόμενες και επιθυμητές «δημοκρατικές εξελίξεις».

Παράλληλα, όμως, το ΚΚΕ , πιστό στις λενινιστικές του παραδόσεις και πρακτικές της
κομμουνιστικής Διεθνούς , θεωρεί ότι ο συνδυασμός των μορφών «της πολιτικής και μαζικής πάλης» με μορφές «ένοπλης πάλης», είναι ένας ακόμη αποτελεσματικός τρόπος για να πειστεί ο αντίπαλος, προκειμένου να επιτευχθεί ένας πολιτικός συμβιβασμός, «με καλύτερους όρους». Το ζήτημα που είναι απαραίτητο να καταστεί σαφές εδώ είναι το εξής: «Αν ξεχάσει κανείς την Ελλάδα, και να αναχθεί στα μαθήματα που γινόταν σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα, θα βρει ένα θέμα να επανέρχεται μονίμως: τις μορφές πάλης και τους συνδυασμούς των μορφών αυτών. Θεωρείται λοιπόν, και το κομουνιστικό κόμμα το κάνει εργαλείο για τη δράση του, ότι η ένοπλη πίεση απέναντι στον αντίπαλο είναι ένας τρόπος για να επιτύχεις πολιτικό συμβιβασμό. Όχι για να τον ανατρέψεις , όχι για να κυριαρχήσεις σ’ αυτόν , όχι για να καταλάβεις την εξουσία, αλλά για να εξαναγκάσεις έναν δύστροπο αιμοβόρο αντίπαλο να συμβιβαστεί και να κατακτήσεις στην κοινωνία μια θέση ανάλογο με τις δυνάμεις που έχεις.

«Αν αυτό το σχήμα δεν το εμπεδώσουμε, τότε η ιστορία των ελλήνων κομμουνιστών παρουσιάζει, από τα τέλη της Κατοχής ως την αρχή των εμφύλιου πολέμου, δηλαδή ως το 1947, το σχήμα του τρελού καραβιού: Κάποιο θέλουν να πάρουν την εξουσία. Θέλοντας να πάρουν την εξουσία, αφήνουν τους Εγγλέζους να αποβιβαστούν , χωρίς να κάνουν τίποτα για να καταλάβουν την εξουσία. Και μόλις αφήνουν τους Εγγλέζους να αποβιβαστούν, εξορμούν να πάρουν την εξουσία τον Δεκέμβρη, και υποχωρούν αμέσως στέλνοντας κύριες δυνάμεις του ΕΑΜ να πολεμούν το Ζέρβα στην Ήπειρό. Και μετά, ενώ ετοιμάζονται για το τρίτο γύρο για να ξαναπάρουν την εξουσία, που δεν είχαν πάρει τις δύο προηγούμενες φορές, αρχίζουν να στέλνουν φαντάρους στο στρατό, στους κομμουνιστές τους λένε να αποδεχτούν να πάνε στην εξορία, και κάνουν ότι χρειάζεται για να χάσουν αυτό που θεωρείται ότι είναι ο στόχος τους, η επιδίωξη τους . Πρόκειται για μια τρελή κατάσταση, η οποία δεν αντέχει σε κανενός είδους λογική.

Η ύστερη και μεταγενέστερη κομμουνιστική κριτική και αυτοκριτική χώριζε σε φέτες όλα αυτά τα κομμάτια , και απέδιδε στην αριστερή ή στη δεξιά απόκλιση, κατά καιρούς, την ευθύνη για το σύνολο των πραγμάτων. Αλλά τα πράγματα δεν είναι δυνατόν να συμβούν έτσι στη ζωή, και δεν είναι δυνατόν να συμβούν αν δεν υπάρχει μια λογική που τα ρυθμίζει. Τη λογική αυτή έχω την εντύπωση ότι μπορούμε να τη δούμε σε μια σειρά ενεργειών, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα , ήδη από τα χρόνια της Κατοχής, γνωρίζει ότι η Ελλάδα είναι στη σφαίρα της αγγλικής επιρροής, ότι μπορεί εμείς να είμαστε δυνατοί, δεν μπορούμε όμως να ανατρέψουμε τις συνθήκες της παγκόσμιας ισορροπίας στη Μεσόγειο, δε μπορούμε να τα βάλουμε με την Αγγλία βάζοντάς τα ταυτόχρονα με τη Σοβιετική Ένωση, την οποία θα παραβλέψουμε. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε; Μπρος στο φόβο που κατέχει τον συντηρητικό κόσμο , μπρός στο φόβο που κατέχει από την Απελευθέρωση και πέρα ,ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού, το φόβο του ΕΑΜ , το φόβο ότι το ΕΑΜ είναι ικανό για τα πάντα , να σφάξει, να λεηλατήσει, κυρίως να φέρει το κομμουνισμό στην Ελλάδα , μπρος στο φόβο αυτό αναπτύσσεται ένα κράτος, μια κατάσταση λευκής τρομοκρατίας, που παίρνει διαστάσεις εφιαλτικές. Απέναντι στο κράτος αυτό, το ΕΑΜ και το ΚΚΕ ψάχνουν να βρουν μορφές συνδιαλλαγής.

Το ΚΚΕ βρίσκεται, έτσι, εμπρός σε μια νέα πραγματικότητα, στη διαμόρφωση της οποίας είχε και το ίδιο συμβάλλει. Θεωρεί πια τον Φεβρουάριο του 1947 ότι όλες οι δυνατότητες για ειρηνική λύση του ελληνικού προβλήματος είχαν εξαντληθεί και ότι οι προσπάθειες για έναν αμοιβαίως αποδεκτό πολιτικό συμβιβασμό δεν είχαν πλέον κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα. Δεν τους απέμενε , κατά τις αντιλήψεις του, παρά η ένοπλη αναμέτρηση: ο ένοπλος αγώνας ως κύρια μορφή των ενεργειών του.

Στην αφετηρία των νέων αυτών εκτιμήσεων θα πρέπει να βρίσκονται κάποιες ενθαρρύνσεις-οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν με σχετική βεβαιότητα , ως υποκινήσεις- που είχαν λάβει ο γραμματέας του ΚΚΕ Νίκος Ζαχαριάδης από τν Ιωσήφ Στάλιν, το Μάρτη του 1946, στη διάρκεια μια μυστικής συνάντησης στη Κριμαία, και , αντίστοιχα , από το στρατάρχη Τίτο. Οι ενθαρρύνσεις αυτές, που ισοδυναμούσαν με έγκριση, είχαν επιτρέψει στο ΚΚΕ να προσχωρήσει από το 1946, στο συνδυασμό των πολιτικών ενεργειών με ένοπλες μορφές πάλης. Έδειχναν, κυρίως, ότι κάτι άλλαζε στη στάση της Σοβιετικής Ένωσης , καθώς άρχιζε πια η εποχή του Ψυχρού πολέμου.

Και πάλι , όμως, πριν προχωρήσει στο επόμενο βήμα και πριν εξαγγείλει , ακόμη και στα στελέχη του, τις νέες αποφάσεις, το ΚΚΕ θεώρησε ότι έπρεπε να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις που θα του επέτρεπαν να αντιμετωπίσει με αυξανόμενες προσδοκίες επιτυχίας την οριστική εμπλοκή στον εμφύλιο πόλεμο. Του χρειαζόταν όχι μόνο η έγκριση του « διεθνούς επαναστατικού κέντρου» δηλαδή της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και η συμφωνία για την αποστολή μεγάλων ισοτήτων πολεμικού υλικού, που θα έπρεπε στο Δημοκρατικό Στρατό να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του: το κυβερνητικό στρατό , ο οποίος είχε, ήδη την απεριόριστη στήριξη με πολεμικό υλικό και συναφή μέσα, από τους Άγγλους στην αρχή, από τους Αμερικανούς στη συνέχεια.

Επομένως, τα ερωτήματα θα πρέπει να τεθούν προς μία άλλη κατεύθυνση. Ήταν δυνατόν μια κοινωνική επανάσταση ή ένας εμφύλιος πόλεμος, καθοδηγημένος από κομμουνιστές , να επιτύχει σε χώρα της Δυτικής Ευρώπης εκείνη την εποχή;

Ήταν δυνατόν ένα λαϊκό όσο ισχυρό κι αν μπορούσε να είναι , να αναστρέψει τις γεωπολιτικές ισορροπίες που είχαν αποδεχθεί οι «Μεγάλοι Σύμμαχοι» στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου;

Ήταν δυνατόν να υπάρχουν «επαναστατικές διαθεσιμότητες» που θα επέτρεπαν να ξεσηκωθεί ένας λαός που μόλις έβγαινε από έναν καταστροφικό πόλεμο για να ριχτεί σε έναν άλλο, και μάλιστα εμφύλιο;

Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει με ερωτήματα αυτού του είδους. Έχω την εντύπωση πως θα κατέληγε στο μόνιμο συμπέρασμα, ότι η έκβαση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου ήταν εγγεγραμμένη από την αφετηρία του. Το τριτοδιεθνιστικό μοτίβο του «προκεχωρημένου αποσπάσματος της επανάστασης» που θυσιάζεται για να κερδηθεί η συνολική μάχη φαίνεται ότι είχε και αυτό τη θέση του στις αφετηριακές διαδρομές του ελληνικού επαναστατικού εγχειρήματος.


Απόσπασμα το βιβλίο του Φίλιππου Ηλιού : Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος – Η εμπλοκή του ΚΚΕ, εκδόσεις Θεμέλιο Ιστορική βιβλιοθήκη

Αναδημοσίευση από https://barikat.gr/content/h-poreia-pros-ton-emfylio-apo-tin-enopli-emploki-stin-enopli-rixi

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Η άγρια «μάχη» με τα πτώματα...

Συντάκτης:
Μαρία Σπηλιωτοπούλου*

Οι άμαχοι και οι μαχητές της Αθήνας έχουν άμεση αντίληψη ή πληροφόρηση μόνο για λίγα από όσα συνέβαιναν τις μέρες των Δεκεμβριανών. Το κέντρο της πόλης και οι συνοικίες ήταν αποκλεισμένα, χωρίς τηλέφωνα, συνήθως χωρίς ηλεκτρικό, με τα μέτωπα του πολέμου ρευστά. Ελάχιστοι ακούν τον ραδιοσταθμό Αθηνών, τον πομπό του ΕΑΜ ή ξένους σταθμούς. Στις συνοικίες που ελέγχει το ΕΑΜ τοιχοκολλούνται φύλλα του «Ριζοσπάστη» και ενημερώνουν τα χωνιά, ενώ βρετανικά αεροπλάνα ρίχνουν προκηρύξεις σε όλη την πόλη και στο κέντρο που ελέγχει η κυβέρνηση τοιχοκολλούνται ανακοινώσεις.

H αφήγηση των πτωμάτων ξεδιπλώνεται εκ των υστέρων. Μια πλευρά της συνείδησης που διαμορφώνουν οι Αθηναίοι για το γεγονός παρακολουθούμε μέσα από τις καταγραφές των πτωμάτων στις καθημερινές αθηναϊκές εφημερίδες «Ελευθερία», «Ριζοσπάστη», «Καθημερινή» και την κυβερνητική εφημερίδα «Ελλάς» που κυκλοφορεί μόνο στα Δεκεμβριανά και ώς τα τέλη Ιανουαρίου ’45.

Η «Ελευθερία» και ο «Ριζοσπάστης» από την παρανομία της Κατοχής συνεχίζουν μετά την Απελευθέρωση, όταν η «Καθημερινή» και άλλες «νόμιμες» εφημερίδες σταματούν τον Σεπτέμβριο. Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών ο «Ριζοσπάστης» κυκλοφορεί ευρύτατα, αφού το ΕΑΜ ελέγχει έως το δεύτερο δεκαήμερο σχεδόν όλες τις συνοικίες, ενώ η «Ελευθερία» επανακυκλοφορεί από τις 22 του μήνα. Η «Καθημερινή» επανεκδίδεται Φεβρουάριο, όπως και ο «Ριζοσπάστης» που είχε διακόψει Ιανουάριο και ξαναρχίζει μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Τα πτώματα, νεκροί του παρελθόντος με παρουσία στο παρόν, νεκροί άταφοι ή νεκροί που τους έβγαλαν από τη γη, που πρέπει να αναγνωριστούν, να εξακριβωθεί τι προκάλεσε τον θάνατο, εμφανίζονται, σποραδικά μετά την Απελευθέρωση. Οπως τον Οκτώβριο, έπειτα από δυνατή βροχή, όταν αποκαλύπτεται ομαδικός τάφος εκτελεσμένων από τους Γερμανούς στο Γαλάτσι, και δύο πτώματα βασανισμένων και ακρωτηριασμένων της Κατοχής από την Ειδική Ασφάλεια, σε υπόνομο, στο κέντρο της Αθήνας.

Τον Δεκέμβρη άμαχοι και μαχητές σκοτώνονται σε μάχες ή από αδέσποτες σφαίρες, όμηροι εκτελούνται, υπάρχουν νεκροί από πείνα ή παθολογικά αίτια. Γίνονται πρόχειρες ατομικές και ομαδικές ταφές. Ακολουθούν εκταφές από την κυβέρνηση, αναγνωρίσεις και κηδείες σε περιοχές όπου έχει εκδιωχθεί ή έχει υποχωρήσει ο ΕΛΑΣ. Αργότερα μνημόσυνα, συλλήψεις κατηγορουμένων για εκτελέσεις και δίκες. Ταυτόχρονα ξεκινά η επιστροφή των ομήρων.

Χωρίς απόλυτη σύμπτωση, τόποι εκταφής πτωμάτων υπήρξαν τόποι σφοδρών μαχών, εκεί που είχαν κάνει μπλόκα Γερμανοί και Τάγματα Ασφαλείας, εκεί όπου μετά τα Δεκεμβριανά οι κάτοικοι αντιμετωπίζουν την κρατική, παρακρατική ή ακόμη και κομμουνιστική τρομοκρατία (ανάλογα με την εφημερίδα που καταγράφει τα πράγματα). Το Περιστέρι, η Κοκκινιά, η Καισαριανή, το Αιγάλεω.

Οι εφημερίδες δημοσιεύουν κυρίως σχετικές ειδήσεις και άρθρα, λιγότερο χρονογραφήματα, φυσικά πολύ σπάνια γελοιογραφίες, ενώ φωτογραφίες δεν συναντώνται. Οι κοινωνικές αγγελίες (κηδείες, πένθη, μνημόσυνα) έχουν επίσης σημαντική θέση και με αμεσότητα ανατροφοδοτούν τις μνήμες.

Στα Δεκεμβριανά ο «Ριζοσπάστης» προβάλλει εκτεταμένα τις απώλειες των αμάχων, από τους βομβαρδισμούς, τις αδέσποτες σφαίρες, και τις σφαγές και τις «ωμότητες» των Βρετανών. Επίσης και τις συλλήψεις ομήρων, τις εξαφανίσεις και τις εκτελέσεις στις περιοχές από τις οποίες υποχωρεί ο ΕΛΑΣ. Στην «Ελλάς» κυριαρχούν ειδήσεις για τις μάχες, με έμφαση στη σταδιακή απώθηση του ΕΛΑΣ. Καταγράφονται λεηλασίες και με κλιμακούμενη ένταση προβάλλονται απαγωγές πολιτών, βασανιστήρια και εκτελέσεις κυρίως από την ΟΠΛΑ.

Η «Ελευθερία» εστιάζει στις συλλήψεις ομήρων από τον ΕΛΑΣ (17.000) και τις εκτελέσεις (2.000) και καταγράφει πρόχειρες ταφές σε περιβόλους εκκλησιών, αλσύλλια, και στον Εθνικό Κήπο. Τα πτώματα είναι άμαχοι και εκτελεσμένοι μαχητές της αντιεαμικής πλευράς. Το ίδιο καταγράφεται και στην εφημερίδα «Ελλάς».

Η πρώτη αναφορά σε πτώματα που ανασύρονται από πηγάδι στου Φιλοπάππου καταγράφεται σε «Ελευθερία» και «Ελλάς» στις 30 Δεκεμβρίου 44 : εννέα «εθνικισταί» και ένα μικρό αγόρι. Ορισμένοι αναγνωρίζονται αμέσως, μπροστά σε Αγγλους και Αμερικανούς δημοσιογράφους. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή είχαν δολοφονηθεί στις 10 του μήνα.

Οι εκταφές και οι αναγνωρίσεις πραγματοποιούνται κυρίως τον Ιανουάριο ’45, όταν φτάνει στην Αθήνα αντιπροσωπεία βρετανικών συνδικάτων με επικεφαλής τον Σιτρίν. Συνεχίζονται τον Φεβρουάριο, σύμφωνα με τις σχεδόν καθημερινές αναφορές στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Στην τελευταία προβάλλονται λεπτομέρειες της φρίκης, συχνότερα στην πρώτη σελίδα, όπως συνέβαινε Ιανουάριο στην «Ελλάς».

Ο «Ριζοσπάστης» χρησιμοποιεί επίσης ανατριχιαστικές περιγραφές και αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που ανατρέπουν το σχήμα ομηρία – εκτελέσεις από τον ΕΛΑΣ των άλλων εφημερίδων. Υπολογίζει τους νεκρούς από παθολογικά αίτια και τους άμαχους σε 10.000. Περίπου τόσοι, Φεβρουάριο πια, σύμφωνα με την «Ελευθερία», είναι μόνο οι εκτελεσμένοι από τους «στασιαστές». Αλλά από τον Μάρτιο υπάρχει διάκριση μεταξύ «εκτελεσθέντων» και «φονευθέντων» και δεν είναι όλοι αδιακρίτως «εθνικόφρονες», όπως στην «Καθημερινή». Τον Απρίλιο η «Ελευθερία» πλέον διαθέτει όλο και λιγότερο χώρο για το θέμα.

Ο «Ριζοσπάστης» από τον Μάρτιο αντικρούει συστηματικά τις κατηγορίες εναντίον του ΕΛΑΣ για τις ωμότητες των Δεκεμβριανών. Δημοσιεύει σε συνέχειες καθημερινές σχεδόν τη στήλη «Το ελληνικό Κατύν», με το ιστορικό του θανάτου από αδέσποτες σφαίρες, παθολογικά αίτια ή μάχες συγκεκριμένων προσώπων, τα πτώματα των οποίων εκτέθηκαν στο Περιστέρι ή αλλού ως θύματα των ελασιτών. Καταγγέλλεται η σκηνοθεσία των πτωμάτων αλλά και η σύληση των τάφων νεκρών του Δεκέμβρη.

Η τελευταία κηδεία «αγρίως κατακρεουργηθέντος υπό των ελασιτών» δημοσιεύεται 29 Απριλίου στην «Ελευθερία» και την «Καθημερινή». Ενώ πτώματα ομήρων από την Αθήνα ανακαλύπτονται ακόμη σε χαράδρες στη Στερεά και κάποια ξεβράζονται από τη θάλασσα στη Χαλκιδική.

Αρχίζουν να δημοσιεύονται μνημόσυνα εκτελεσμένων χωρίς οποιαδήποτε σχετική αναφορά, στην «Ελευθερία» αλλά και την «Καθημερινή» και γίνεται μνεία και σε πτώματα φονευθέντων στις μάχες, ελασιτών συνήθως. Απρίλιο πραγματοποιούνται και οι πρώτες μαζικές συλλήψεις «εκτελεστών».

Μέσα Μαΐου δημοσιεύονται τα συγκεντρωτικά στοιχεία της Εισαγγελίας σχετικά με τα θύματα του Δεκέμβρη: 5.000 νεκροί (1.700 από βόμβες και όλμους, 1.800 εκτελεσμένοι και 1.500 από ασθένεια). Η «Ελευθερία» δημοσιεύει την είδηση στις 17 Μαΐου στη 2η σελίδα χωρίς σχόλια, όπως και η «Καθημερινή», με περισσότερες λεπτομέρειες εκείνη και επισημαίνοντας ότι δεν περιλαμβάνονται τα πτώματα στον Πειραιά. Δίπλα άρθρο με άμεσους συνειρμούς σχετικά με «βάραθρον πλήρες από πτώματα», εκτελεσμένων από τους «εαμοκομμουνιστές» το καλοκαίρι του 1944 στην Πελοπόννησο.

Ο «Ριζοσπάστης» τρεις μέρες αργότερα, σε πρωτοσέλιδο, τονίζει ότι επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις του για τον αριθμό των εκτελεσθέντων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, χωρίς να κατονομάζονται από την Εισαγγελία, και εκατοντάδες δημοκρατικοί πολίτες και λαϊκοί αγωνιστές, αλλά και δωσίλογοι «και σε ασημαντότατο ποσοστό μεμονωμένες περιπτώσεις αυτοδικιών που αποδοκιμάστηκαν τίμια». Εχει βέβαια προηγηθεί η καταδίκη της πρακτικής σύλληψης αμάχων ομήρων στην 11η Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ τον Απρίλιο.

Ιούνιο και Ιούλιο δημοσιεύονται κυρίως εξάμηνα μνημόσυνα και ειδήσεις για τις δίκες «εκτελεστών» ή εκτελεστών, ανάλογα με την εφημερίδα, και το φθινόπωρο κυριαρχεί το αίτημα για παροχή γενικής αμνηστίας. Η αμνηστία υποστηρίζεται κυρίως από τον «Ριζοσπάστη», την αρνείται κατηγορηματικά η «Καθημερινή» και τη δέχεται υπό όρους η «Ελευθερία».

23 Δεκεμβρίου ’45, στον «Ριζοσπάστη» ο Καραγιώργης καταγγέλλει ότι ο Τσόρτσιλ και η ελληνική κυβέρνηση «προκάλεσαν τον Δεκέμβρη του ’44 σαν έξυπνη πεπονόφλουδα… αράδιασαν μπρος στην ανθρωπότητα κομμένα αυτιά και μύτες». Δημοσιεύονται και τρία μνημόσυνα για τα Δεκεμβριανά, το ένα στο Παγκράτι για δυο αδέρφια «που σκοτώθηκαν… από οβίδα του Σκόμπυ». Ενώ στις 28 η «Ελευθερία» δημοσιεύει μόνο το «ετήσιο μνημόσυνο για την ανάπαυσιν της ψυχής … λατρευτού … χαλκουργού βιομηχάνου, φονευθέντος την 30ήν Δεκεμβρίου 1944», και η «Καθημερινή» δωρεά στη μνήμη «καθηγητού Σωματικής αγωγής και λοχαγού πεζικού … αγρίως και υπούλως δολοφονηθέντος υπό των εαμοκομμουνιστών» και δυο μνημόσυνα.

Στην «Καθημερινή» και τον «Ριζοσπάστη» συχνά προβάλλεται αντεστραμμένη η ίδια εικόνα. Η «Καθημερινή» καλλιεργεί με τα πτώματα τον τρόμο και την απειλή επανάληψης των Δεκεμβριανών, πολώνει το κλίμα και υποστηρίζει την άμεση επάνοδο του βασιλιά. Ο «Ριζοσπάστης» εκφράζει τον ίδιο τρόμο από την πλευρά της κομμουνιστικής αριστεράς, προβάλλοντας συστηματικά την τρομοκρατία του δωσιλογικού κράτους, αλλά ελαχιστοποιεί τις «υπερβασίες» του ΕΛΑΣ. Ενώ η «Ελευθερία» επιδιώκει την υπέρβαση των Δεκεμβριανών, κατηγορεί την ηγεσία του ΚΚΕ αποκλειστικά και καταγράφει την παρακρατική τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα.

Από το τέλος του 1945 η μνήμη των πτωμάτων στοιχειώνει την Αθήνα, καθώς οι νεκροί του Δεκέμβρη, για να μνημονεύσουμε τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αποτελούν «προμήνυμα κινδύνου» για τον Εμφύλιο.

* Ερευνήτρια στο Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Αναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/i-agria-mahi-me-ta-ptomata

Ο «τρίτος δρόμος» του ΕΑΜ για την ανεξαρτησία

Συντάκτης:
Γιάννης Σκαλιδάκης*

Ποιος τολμά να φανταστεί πως στην εποχή μας, που ολόκληρος ο κόσμος με τον τιτάνιο αγώνα των Ενωμένων Εθνών, σκοτώνει για πάντα το τέρας του φασισμού, αυτό που κουρέλιασε κάθε ανθρώπινη αξία κι έριξε τους λαούς μέσα σ’ έναν κατακλυσμό αίματος και φθοράς, ποιος μπορεί να φανταστεί πως θα εμποδιστεί ο λαός να γίνει νοικοκύρης στο σπίτι του και να οργανώσει τη ζωή του όπως θέλει; [1]
Διανομή ρουχισμού στο χωριό Ζίτσα της Ηπείρου,
Μάρτιος 1945, UNRRA

Μια απωθημένη διάσταση στη συζήτηση για τη στρατηγική της Αριστεράς προς την εξουσία μετά την απελευθέρωση της χώρας είναι η οικονομική. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η απελευθερωμένη επικράτεια, γνωστή ως Ελεύθερη Ελλάδα, στηριζόταν στην εγχώρια παραγωγή, τα αστικά κέντρα όμως και κυρίως η Αθήνα επιβίωναν από τη διεθνή βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού. Με το τέλος του πολέμου, το ζήτημα του επισιτισμού παρέμενε καίριο και με ισχυρές πολιτικές προεκτάσεις. Οι δυτικοί Σύμμαχοι θα το αναλάμβαναν με τους μηχανισμούς τους, αρχικά τη βρετανική ML και έπειτα την υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών, τη γνωστή UNRRA. Το ζήτημα του επισιτισμού χρησίμευσε ως αιτιολογία έλευσης των βρετανικών στρατευμάτων στην απελευθερούμενη Ελλάδα και επίσης ως φόβητρο για όσους τυχόν αμφισβητούσαν τη βρετανική επικυριαρχία. Από την πλευρά του το ΕΑΜ έπαιρνε πολύ σοβαρά το ζήτημα προσπαθώντας να ισορροπήσει πολιτικά ανάμεσα στην ανάγκη διεθνούς υποστήριξης και στη χάραξη μιας ανεξάρτητης πολιτικής για την ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της χώρας.

Ο «τρίτος δρόμος»

Η οικονομική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην ελεγχόμενη από το ΕΑΜ Ελεύθερη Ελλάδα και ιδιαίτερα το οικονομικό δίκτυο που στηρίχτηκε στους συνεταιρισμούς αλλά και το ίδιο το ΕΑΜ ως ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό σύστημα που επικάλυπτε αυτήν την οικονομική σφαίρα δεν μπορούσε παρά να αποτελέσει οδηγό των εαμικών δυνάμεων για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μετά την απελευθέρωση.

Στις 3 Νοεμβρίου 1944 δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του νόμιμου δεκαπενθήμερου περιοδικού «Νέα Ελλάδα», που εξέδιδε η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, το άρθρο «Συμβολή στον αγώνα του λαού για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας» του Παύλου Δέλμη, εκ μέρους του «Οικονομολογικού Τμήματος Μελετών του ΕΑΜ». Σε αυτό το άρθρο, προτεινόταν ένας «τρίτος δρόμος» οργάνωσης της οικονομίας αφού πρώτα γινόταν κριτική στις δύο άλλες, κατά τον αρθρογράφο, λύσεις, δηλαδή την «ασύδοτη λειτουργία της οικονομίας» και τον «ασύδοτο παρεμβατισμό».

Η αξία του άρθρου αυτού έγκειται στο ότι λάμβανε υπόψη του τη συγκεκριμένη οικονομική πραγματικότητα της περιόδου και επίσης τη ζωντανή προφανώς ακόμη οικονομική λειτουργία της Ελεύθερης Ελλάδας, την οποία αποτιμούσε θετικά. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η κατάσταση στη χώρα κατά την απελευθέρωση χαρακτηριζόταν: 1) από την «απελπιστική ελάττωση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας», σημειώνοντας πάντως την καλύτερη κατάσταση της Ελεύθερης Ελλάδας χάρη «στην υποστήριξη και την ασφάλεια που παρείχε η ΠΕΕΑ σαν Κυβέρνηση του Λαού στη γεωργία» και «στο θεσμό της αυτοδιοίκησης στις γεωργικές περιοχές», 2) από την «αναρχούμενη και εκμεταλλευτική μαύρη αγορά» και 3) από τον «κακοήθη πληθωρισμό», ως αποτέλεσμα κι όχι αιτία των παραπάνω παραγόντων: «Ο πληθωρισμός είναι η ενσάρκωση της επιτεινόμενης αγωνίας του λαού μας και γι’ αυτό ίσως να φαίνεται από πρώτη ματιά σαν πρωτογενές αίτιο της οικονομικής κατάστασης».[2]

Παρουσιαζόταν με αρκετή σαφήνεια η προσδοκώμενη οικονομική κατάσταση στο αμέσως επόμενο διάστημα εκτιμώντας την έναρξη της λειτουργίας της UNRRA, και την αρχική αδυναμία, τουλάχιστον για ένα εξάμηνο, κάλυψης του συνόλου των λαϊκών αναγκών και προβλέποντας την άνθηση ενός δικτύου μαύρης αγοράς που θα τροφοδοτούνταν από τα είδη της UNRRA για την προμήθεια ζωτικών εγχώριων προϊόντων όπως π.χ. το λάδι.

Κύριο ζητούμενο ήταν η ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης με γνώμονα την επάρκεια σε είδη κατανάλωσης για τις «πλατιές λαϊκές μάζες», δηλαδή «ένα ολόκληρο σύστημα προοδευτικής δραστηριοποίησης των διαφόρων κλάδων και υποκλάδων της οικονομίας ανάλογα με τη σημασία του καθενός για την παραγωγή». Το πρόβλημα μιας ανεξέλεγκτης λειτουργίας της αγοράς θα ήταν η χαμηλή καταναλωτική δύναμη των φτωχών στρωμάτων και ειδικά στις ζώνες όπου είχε εκλείψει η κυκλοφορία του χρήματος –οι ανάγκες αυτών των στρωμάτων και αυτών των περιοχών θα βρίσκονταν εκτός της λειτουργίας μιας τέτοιας αγοράς, η οποία θα στρεφόταν σε παρασιτικούς κλάδους παρασέρνοντας με τον τρόπο αυτό και τη λειτουργία της UNRRA σε μια «δημιουργημένη αντιοικονομική κατάσταση».

Ο αρθρογράφος τασσόταν καθαρά υπέρ μιας σχεδιοποιημένης οικονομικής προσπάθειας, όχι όμως και μιας «πέρα ως πέρα παρεμβατικής οικονομικής πολιτικής» την οποία παρομοίαζε με τις πολιτικές τόσο της μεταξικής δικτατορίας όσο και αυτές των κατοχικών κυβερνήσεων. Οσον αφορά την αγροτική παραγωγή, θεωρούσε ότι μια τέτοια παρέμβαση θα περιόριζε τους αγρότες σε μια «ψευτοαυτάρκη μικροϊδιοκτησία» με τη στέρηση των κατάλληλων εφοδίων και με τη φορολογία που θα τους άφηνε ελάχιστα από την παραγωγή τους. Αντιθέτως προέβαλλε την «πείρα της αυτοδιοίκησης και της συνεταιριστικής οργάνωσης στα χωριά της ελεύθερης Ελλάδας» που έδειξαν έναν άλλο δρόμο και ανύψωσαν τη θέση του αγροτικού κόσμου. Ο χωρικός, τόνιζε ο αρθρογράφος, δεν ήταν διατεθειμένος πλέον να δίνει την παραγωγή του «μη εξασφαλίζοντας τίποτ’ άλλο έξω απ’ το μόνιμο καθεστώς της πείνας».

Ο «τρίτος δρόμος» που πρέσβευε το άρθρο συνοψιζόταν στην ανάγκη να βασιστεί η οικονομική πολιτική στον λαϊκό έλεγχο –δηλαδή στην ενεργή δραστηριοποίηση και αξιοποίηση των λαοκρατικών θεσμών της προηγούμενης περιόδου, της τοπικής αυτοδιοίκησης, των λαϊ­κών επιτροπών και των συνεταιρισμών. Η αποδοχή του «λαϊκού ελέγχου» από την κυβέρνηση θα της ανταπέδιδε την αναγκαία «λαϊκή εμπιστοσύνη».

Το κύριο βάρος έπεφτε και πάλι στη γεωργία και καθιστούσε φανερή και σε αυτήν την περίπτωση την κοινωνική βάση, την οποία στήριζε και στην οποία στηριζόταν το ΕΑΜ. Οι διεκδικήσεις αφορούσαν σε μια πρώτη περίοδο την ξένη οικονομική βοήθεια –προτεινόταν η διοχέτευση σημαντικού μέρους της οικονομικής βοήθειας προς τον αγροτικό κόσμο μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης και των συνεταιρισμών και γενικότερα η εισαγωγή από το εξωτερικό των απαραίτητων καλλιεργητικών εφοδίων αλλά και η στροφή της βιομηχανίας προς την παραγωγή «μπόλικων και φτηνών ειδών για τη γεωργία».

Ως προς τη βιομηχανία, προτεινόταν ένας πολύ μεγαλύτερος έλεγχος και παρέμβαση: 1) λειτουργία με ενιαίο πρόγραμμα στις ποσότητες και τα παραγόμενα είδη, 2) λειτουργία κατά προτίμηση των κλάδων που θα ικανοποιούσαν τις άμεσες λαϊκές ανάγκες, 3) μετατροπή με κρατική ενίσχυση των «παρασιτικών και περιττών βιομηχανιών» σε ωφέλιμες, 4) έλεγχος και πρόβλεψη του τρόπου διάθεσης των αγαθών, 5) να μην παράγεται ό,τι μπορεί να εισαχθεί φτηνότερα αλλά το αντίθετο, 6) εξασφάλιση ενός σταθερού βιοτικού επιπέδου για τους εργάτες.

Επίσης προτείνονταν διάφορα νομισματικά μέτρα με βασικά την έκδοση και διάθεση χαρτονομίσματος σύμφωνα με τις ανάγκες της κυκλοφορίας όπως θα προέκυπταν από την εφαρμογή του προγράμματος οργάνωσης της οικονομίας και την επίτευξη «σύμμετρης νομισματικής κυκλοφορίας και κυκλοφορίας εμπορευμάτων σ’ όλα τα διαμερίσματα της χώρας έτσι που ν’ αποσυμφορηθεί ο όγκος της νομισματικής κυκλοφορίας σ’ ορισμένα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα και να σπάσει απ’ την άλλη το πάγωμα της κυκλοφορίας που παρατηρείται στην ύπαιθρο».

Ο συντονισμός αυτού του οικονομικού προγράμματος μάς φέρνει και στα πολιτικά συνεπαγόμενά του. Ο αρθρογράφος πρότεινε τη σύσταση ενός συντονιστικού και ενιαίου μηχανισμού που θα περιλάμβανε αφενός τους εκπροσώπους των συμμαχικών οργανώσεων βοήθειας και αφετέρου τους εκπροσώπους των συνεταιρισμών, παραγωγικών και καταναλωτικών, των λαϊκών επιτροπών, της ΓΣΕΕ κ.λπ. ενώ η κυβέρνηση θα συνεργαζόταν και θα δεχόταν την «οργανωμένη λαϊκή βοήθεια». Αυτό το σχέδιο παραλληλιζόταν με τα μέτρα για τη διεξαγωγή του πολέμου στις συμμάχους Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες και αναφέρονταν τα σχέδια Keynes και White και επίσης πλαισιωνόταν με τα συλλογικά ιδανικά του αντιφασιστικού αγώνα, με τα οποία, «το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας που αυτοδιοικήθηκε, έζησε και πρόκοψε» ενώ ο αρθρογράφος δεν δίσταζε να χαρακτηρίσει προδότες, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν, όσους τυχόν αντιτάσσονταν σε αυτό το σχέδιο «οργάνωσης και σωτηρίας του λαού».

Στην ουσία επρόκειτο για μια τεκμηριωμένη σε γενικό επίπεδο πρόταση οικονομικής επανενοποίησης της χώρας σύμφωνα με τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων κυρίως της υπαίθρου αλλά και των πόλεων και σύμφωνα με τους οικονομικούς μηχανισμούς που αυτά τα πλειοψηφικά στρώματα δημιούργησαν στην Κατοχή, κυρίως τους συνεταιρισμούς, με κορωνίδα και πολιτική επισφράγιση το ΕΑΜ. Δεν παραβλεπόταν, ούτε καν υποτιμούνταν, η ξένη βοήθεια αλλά αντίθετα γινόταν προσπάθεια να τεθεί έγκαιρα στην υπηρεσία των αναγκών της πλειοψηφίας του λαού και στην τροχιά μιας παραγωγικής προς αυτήν την κατεύθυνση ανασυγκρότησης και όχι να ενισχύσει τον κόσμο του μαυραγοριτισμού και τα παρασιτικά στρώματα της κρατικής παρέμβασης.

Αυτού του είδους η οικονομική επανενοποίηση προσέκρουε στα συμφέροντα των στρωμάτων που είχαν γιγαντωθεί μέσα στην Κατοχή μέσω της κερδοσκοπίας και της μαύρης αγοράς. Η τύχη προσπαθειών οικονομικού ελέγχου της κυβέρνησης Εθνικής Ενώσεως, στην οποία τα οικονομικά υπουργεία είχαν δοθεί στο ΕΑΜ, το έδειξε καθαρά. Οσο για τους Βρετανούς, προφανώς δεν θεωρούσαν αναγκαία τη μεταφορά κοινωνικών πολιτικών που εφάρμοζαν οι ίδιοι στη χώρα τους σε μια χώρα που λίγο διέφερε για εκείνους από τις αποικίες τους.

Παρατηρούμε να διαγράφονται τα δυο κοινωνικά στρατόπεδα που θα συγκρούονταν στον επερχόμενο εμφύλιο: από τη μια οι δυνάμεις της Αντίστασης και της Ελεύθερης Ελλάδας, κοινωνικά ο πληθυσμός της υπαίθρου και των επαρχιακών πόλεων που στηρίζονταν στην εγχώρια παραγωγική βάση, και από την άλλη οι παλιές και νέες ελίτ των μεγάλων πόλεων και ειδικά της Αθήνας που διαχειρίζονταν ήδη από την Κατοχή τον πλούτο εκ του εξωτερικού.

* Ο Γιάννης Σκαλιδάκης είναι ιστορικός, διδάκτορας του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το πρώτο βιβλίο του, στο οποίο στηρίζεται το παρόν άρθρο, «Η Ελεύθερη Ελλάδα. Η εξουσία του ΕΑΜ στην Ελεύθερη Ελλάδα (1943-1944)» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ασίνη

[1[. Διάγγελμα της ΠΕΕΑ προς τον Ελληνικό Λαό, 19 Απριλίου 1944.
[2]. Παύλος Δέλμης, «Συμβολή στον αγώνα του λαού για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας», στην επιθεώρηση «Νέα Ελλάδα», τεύχος 1ο, περίοδος Β', 5 Νοεμβρίου 1944, σ. 8-9

Aναδημοσίευση από http://www.efsyn.gr/arthro/o-tritos-dromos-toy-eam-gia-tin-anexartisia