Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο «εμφύλιος» των ιστορικών για τον Εμφύλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο «εμφύλιος» των ιστορικών για τον Εμφύλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Αυγούστου 2013

Η «Ο.Π.Λ.Α» και η εμφυλιοπολεμική ανάγνωση της ιστορίας

του Μιχάλη Λυμπεράτου

Κύριες προϋποθέσεις από μεθοδολογική σκοπιά όταν κανείς επιχειρήσει το δικό του αφήγημα σε σχέση με μια ιστορική περίοδο ή διαδικασία είναι να αναλύσει τις σχέσεις που συγκροτούν τη διαδικασία αυτή, να καταστήσει συνεκτική την αφήγηση και να διατηρεί σαφή εικόνα της σχέσης που το ενέργημά του έχει με την εκάστοτε συγκυρία. Το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: με τον τρόπο αυτό, και έχοντας πλήρη επίγνωση των επιπτώσεων της αφήγησης αυτής σε σύγχρονα επίδικα πολιτικά αντικείμενα, διεκδικεί τη δυνατότητα να περιορίσει τα ιδεολογικά προσκόμματα που συναντά και τον συναισθηματισμό που κάθε διανοητική προσέγγιση περιέχει, ιδίως έναντι γεγονότων που έχουν περιενδυθεί και ενσωματώσει, και έτσι έχουν παραδοθεί στον ιστορικό και τον απλό πολίτη, την «οργή» του κόσμου της Εθνικοφροσύνης.
Περίπολος της Εθνικής Πολιτοφυλακής στη λεωφ. Βασ. Κωνσταντίνου
της Καισαριανής, Οκτώβριος 1944.

Όμως, ακόμα και όταν έχεις πλήρη γνώση του γεγονότος αυτού, η «αποστασιοποίηση του επιστήμονα» έναντι της συγκυρίας δεν σε γλυτώνει από τον κίνδυνο να υποπέσεις σε στείρους  ιδεολογισμούς, ακόμα και αν έχεις προβεί στις πλέον φιλότιμες μεθοδολογικά προσπάθειες. Να τηρήσεις, δηλαδή, όρους υποστήριξης του πραγματολογικού υλικού και λογικής οργάνωσης του αφηγήματος ώστε να του επιτρέψεις να εμπλακεί σε έναν επιστημονικό αλλά και δημόσιο διάλογο. Γιατί το εμπειρικό υλικό, όσο και να έχεις επιχειρήσει να  αποστασιοποιηθείς από αυτό, έχει διαμεσολαβηθεί από τόσο ισχυρά και επάλληλα στρώματα ιδεολογίας ώστε καθίσταται ιδιαίτερα επίπονη και ίσως ατελέσφορη η διαδικασία να αποφύγεις την ιδεολογική γενίκευση και να αναδείξεις επιτυχώς την ιστορική μοναδικότητα των εκάστοτε γεγονότων (το ιστορικά συγκεκριμένο). Το πετυχαίνεις ως ένα βαθμό, και ποτέ πλήρως, όταν συγκροτήσεις επιστημονικά το αντικείμενό σου επί τη βάσει ενός μεθοδολογικού πλαισίου τα χαρακτηριστικά του οποίου έχουν με σαφήνεια τεθεί και επιχειρήσεις μέσω αυτού να «αφαιρέσεις» από το πρωτογενές υλικό τον εμπειρισμό που συγκροτήθηκε μέσω της προβολής του από την κυρίαρχη ιδεολογία.

Πράγματι, η ιστορική μοναδικότητα, το κάθε φορά συγκεκριμένο μιας ιστορικής διαδικασίας, δηλαδή η επιστημονική αναπαραγωγή του πραγματικού, έχει καταστρατηγηθεί, συνήθως σκανδαλωδώς όταν αφορά στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων, έχοντας υποστεί την επενέργεια γενικεύσεων του τύπου να αποδίδεις ανιστορικά και ομογενοποιημένα αίτια  στις ιστορικές πράξεις, να επιβεβαιώνεις διαχρονικές ιδεολογικές παραδοχές και να αναπαράγεις σχήματα σκέψης καθαγιασμένα από την κυρίαρχη ιδεολογία. Προμετωπίδα αυτών η προβολή του «εσωτερικού εχθρού», των κομμουνιστών, ως το διαρκές ιστορικό «κακό», ανεξαρτήτως συνθηκών και ιστορικών διαδικασιών, εκείνων που η κυρίαρχη ιδεολογία υπαγορεύει να εμπλέκονται ως ιστορική πολιτική τους έξη σε αιματηρές διαδικασίες που τις ονομάζουν επαναστάσεις (όπως αντιλαμβάνεται την επανάσταση και έχει την παράστασή της ένας εθνικόφρον πολίτης), ένα διαρκές στοιχείο πολιτικής συμπεριφοράς που δεν μπορεί παρά να επιβεβαιώνεται παντού και πάντα. Ό, τι και να δείχνει η επιστημονική έρευνα ο κομμουνιστής θα είναι πάντα αιμοβόρος. Και μάλιστα ως δια μαγείας απουσιάζει κάθε διάκριση μεταξύ του κομμουνιστή και οποιουδήποτε άλλου αριστερού. Όλοι είναι κομμουνιστές ή ενεργούμενα τους, αυτοί που θα τον συνδράμουν στη βία που θα ασκήσει, αυτοί που οι Αμερικανικές υπηρεσίες ονόμαζαν οι «fellow travellers».

Αυτό ακριβώς το σχήμα ανάγνωσης και η πρόθεση προσέγγισης  επικράτησε στους ιδεολογικούς μετεμφυλιακούς κύκλους, αυτή τη λογική αξιοποίησε η κυρίαρχη ιδεολογία και μέσω αυτής της αφηγηματικής λογικής παρήγαγε «ταυτότητες», που ορισμένοι ιστορικοί (Δίκτυο των Εμφυλίων Πολέμων, Αναθεώρηση), αναπαράγουν και σήμερα.  Τι και αν η πολιτική του ΚΚΕ της εποχής της Κατοχής ήταν προσανατολισμένη στο σχήμα της ολοκλήρωσης της αστικοδημοκρατικής εξέλιξης, στη λογική του πατριωτικού πολέμου που αναστέλλει όλες τις ταξικές διεκδικήσεις και υποχρεώνει στην κατεύθυνση  διαφύλαξης της αντιφασιστικής συμμαχίας ακόμα και όταν αυτή εκτείνεται, με ευθύνη του ΚΚΕ, μέχρι και τον βασιλιά; Τι και ο αντιστασιακός αγώνας εντάχθηκε, επίσης με ευθύνη του ΚΚΕ, στον επιχειρησιακό έλεγχο του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής (Ιούνιος 1943), τι και αν υπέγραψε τη συμφωνία του Λιβάνου και της Καζέρτας, τι και αν τήρησε τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις συμφωνίες αυτές, τι και αν, για να τις τηρήσει, έδωσε  εντολή στον ΕΛΑΣ κάποιων περιοχών να υπαχθεί στην εξουσία του Ζέρβα,[1] τι και αν παρέδωσε ομαλά την εξουσία κατά την Απελευθέρωση στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Οι κομμουνιστές ως τέτοιοι, για τον μεγάλο όγκο μιας εμφυλιοπολεμικής ιστοριογραφίας, δεν μπορεί παρά να ρέπουν προς την επαναστατική βία, δεν μπορεί παρά να την εκδηλώνουν, και ακόμα και όταν, για κάποιους πιο ειλικρινείς αφηγητές, ακολουθούν συμβιβαστική πολιτική δεν μπορεί παρά να σκευωρούν, να συγκαλύπτουν τις υπόγειες προθέσεις τους και να σωρεύουν «κονσεβοκούτια», προθέσεις τις οποίες ένας «σοβαρός» ιστορικός πρέπει με το έργο του να επιβεβαιώσει και να αποκαλύψει.

Κεντρικής σημασίας ζήτημα για τη συλλογιστική αυτή είναι η αναζήτηση των εκδηλώσεων της βίας της Αριστεράς, όσο επουσιώδης και αν είναι. Οποιαδήποτε εκδήλωση αυτοδικίας, κάθε βίαιη ενέργεια, έστω και ενός αλητήριου που επικαλείται  αριστεροφροσύνη ή κομματικό ενθουσιασμό, εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση της συνολικής πολιτικής της κομμουνιστικής Αριστεράς, που αποκαλύπτει τον ολοκληρωτισμό της, ακόμα και όταν φροντίσει να συγκαλύψει τα επαναστατικά της βίαια χούγια. Ο καλός ιστορικός δεν παρασύρεται αλλά τα ανακαλύπτει, ακόμα και αν πρέπει να διαγράψει όλα τα πραγματολογικά δεδομένα που δεν συνάδουν στις «ανακαλύψεις» του. Αντίθετα, όταν ένας ταγματασφαλίτης κρεμά με τα ίδια του τα χέρια μια γυναίκα κάπου στην Πελοπόννησο εκδηλώνει μεν βία, που δεν μπορεί όμως παρά να αφορά μόνο αυτόν τον ίδιο, δεν επιτρέπει γενικά συμπεράσματα ή αν τα επιτρέπει δικαιολογούνται πάντα ως αμυντική βία έναντι των κομμουνιστών.

Τι και να πάσχει από συνοχή και λογική τάξη το σχήμα; Τι και αν δεν εξηγεί γιατί οι « κόκκινοι σφαγείς»  του ελληνικού λαού συμμετείχαν στην εθνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής και συνέβαλαν όσο μπορούσαν στις διευθετήσεις που από κοινού επιχειρήθηκαν με τους δεξιούς και τους Βρετανούς, τι καν αν αυτοδιάλυσαν τη δική τους εξουσία, την ΠΕΕΑ και της στέρησαν κάθε μέσο κρατικής βίας, τι και αν επέβαλαν μια πρωτοφανή τάξη σε σχέση με τα μίση που είχαν δημιουργηθεί, όταν μέχρι να εγκατασταθεί η εθνική κυβέρνηση υπήρχε πλήρες κενό εξουσίας και δεν προέβησαν σε αυτό που προπαγανδιστικά καλλιεργούσε το Φόρειν Όφις, την υλοποίηση των προγραφών 60.000 εθνικοφρόνων πολιτών μόνο στην Αθήνα;[2] Τι και να διατάχθηκε η συγκέντρωση του ατομικού οπλισμού για να περιοριστούν τα φαινόμενα αντιδικιών κατά την απελευθέρωση;[3] Τι και αν γύριζε τα χωριά της Πελοποννήσου ο Ζεύγος με τον Κανελλόπουλο κατά την αποχώρηση των Γερμανών για να εγγυηθεί την τάξη, τι καν αν το ΠΓ του ΚΚΕ έδινε ρητές οδηγίες και κατήγγειλε ως εχθρό του κόμματος κάθε θερμοκέφαλο  κομμουνιστή, όλα αυτά δεν μετρούν αφού ο κομμουνιστής θα είναι πάντα, από το DNA του, δυνάμει σφαγέας. Και αν παρόλα αυτά η επίσημη πολιτική γραμμή του ΕΑΜ και του ΚΚΕ ήταν άλλη και δεν συνάδει με το σχήμα των «εγκλημάτων» της Αριστεράς, ο καλός ιστορικός του μετεμφυλιακού κλίματος την απέδιδε στην πονηρία των κομμουνιστών να ρίχνουν στάχτη στα μάτια, στην ηττοπάθειά τους ή, στην καλύτερη περίπτωση,  στην επαναστατική μανία της βάσης των οπαδών του κομμουνιστικού κόμματος που αποκαθιστούσε τα πράγματα υπέρ της βίας όταν η ηγεσία αδρανούσε, και που πάντως την υπέθαλπτε σιωπηλά και τη δικαίωνε έπειτα.

Η περίπτωση της ΟΠΛΑ τέτοια «απόδειξη» συνιστά.  Ήδη από την εποχή που εμφανίστηκε για τους αστούς πολιτικούς και τους Βρετανούς ήταν η οργάνωση που ταίριαζε στην πολιτική φυσιογνωμία των κομμουνιστών, ο μηχανισμός που έκανε τη βρώμικη δουλειά στα πλαίσια του επαναστατικού προτάγματος του ΚΚΕ, της μορφής της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Ακραίοι κομμουνιστές ξεκαθάριζαν τους μαχητικούς εθνικόφρονες πολίτες που θα τους απέτρεπαν να καταλάβουν την εξουσία. Τα μέσα πάντα τα ίδια: δολοφονίες στο σκοτάδι, με συνοπτικές διαδικασίες από ανθρώπους με τυφλή προσήλωση στη βία και αντικοινωνικό μίσος. Ενίοτε και από πρόθεση εκδίκησης, όπως ένας άνθρωπος της νύκτας, ένας μαφιόζος ξέρει να εκδικείται. Όπως έγραφαν τα φυλλάδια των νικητών του εμφυλίου έπρεπε να πολεμά κανείς διαρκώς τους κομμουνιστές, και να μην παρασυρθεί από τη φιλειρηνική τους ρητορεία  για να μην «ιδή την γυναίκα του να ατιμάζεται, τα παιδιά του είτε να τσακίζονται κάτω από το πέλμα του Σλάβου, είτε να απάγωνται από την γενιτσαριά, είτε να σφάζονται στους δρόμους και τις πλατείες»[4].

Για αυτό, για έναν ορισμένο τύπο ιστορικής αφήγησης, δεν χρειάζονται καν οι ρητές αποδείξεις των εντολών των ηγητόρων του ΚΚΕ. Μυστικά δίνονταν οι εντολές, που όλοι ήξεραν ποιος τις έδινε (άρα δεν χρειάζονται αποδείξεις), ενώ οι δολοφόνοι της ΟΠΛΑ, πωρωμένα ενεργούμενα, εκδικούνταν ακόμα και συγγενείς των «στόχων», δρούσαν και πολλοί ως απόρροια του θυμικού τους, μέσω αυτού που αποκαλούν οι ψυχολόγοι καθ΄ έξη βία, και εκτελούσαν τους αντιπάλους τους με τη λογική του σκύλου που οριοθετεί το χώρο του, ακόμα για ένα σύνθημα στους δρόμους που ήλεγχαν και που σβήστηκε, για ένα καρβέλι ψωμί που αφαιρέθηκε από τα συσσίτια που οργάνωναν, για την τιμή της φατρίας που θίχθηκε από μια πόρνη που πήγε με Γερμανό στρατιώτη.  Πάντα ο αριθμός των θυμάτων παρέμενε αδιευκρίνιστος ώστε να εξάπτει τη φαντασία: ήταν 200, 500, 50.000, αν και ποτέ δεν διευκρινίστηκε ο καθένας όφειλε να μείνει με την εντύπωση ότι επρόκειτο για μια μαζική σφαγή.

Στο ερώτημα γιατί όλα αυτά, όταν το ΕΑΜ δεν έθετε θέμα εξουσίας,  διατυμπάνιζε ακόμη και μέσω του BBC την ανάγκη ομαλότητας[5] έλαβε μέτρα ώστε ακόμα και οι ορκισμένοι εχθροί του, τα Τάγματα Ασφαλείας να μην υποστούν, αν δεν χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους, αντίποινα, δεν δίνεται καμία απάντηση από την εμφυλιοπολεμική βιβλιογραφία αλλά ούτε αναφέρεται καν ως γεγονός στα αφηγήματα αυτά, παρότι ο ΕΛΑΣ πέτυχε το ασύλληπτο όσοι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας παραδόθηκαν να μεταφερθούν απολύτως ομαλά στις Σπέτσες και να παραδοθούν στην κυβέρνηση (και μετά να χρησιμοποιηθούν στα Δεκεμβριανά) με ρητές εντολές της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι δεν δικαιολογούνταν καμίας μορφής αντεκδίκηση.[6] Γιατί δεν είναι ευνόητο ερώτημα πως η ΟΠΛΑ σκότωνε όποιον εύρισκε μπροστά της, όπως η μετεμφυλιακή ρητορεία το παρουσίαζε, όταν ο ΕΛΑΣ χρησιμοποίησε βία μόνο όταν, όπως ήταν και η εντολή της κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής, οι Ταγματασφαλίτες αρνήθηκαν να παραδοθούν, και πάντως υπό την υπό την εποπτεία Βρετανών συνδέσμων, τους οποίους το ίδιο το ΕΑΜ κατέστησε τιμητές της υπόθεσης;[7] Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία και την Ιταλία κατά την απελευθέρωση οι νεκροί από αντεκδικήσεις των παρτιζάνων τις ημέρες της απελευθέρωσης έφτασαν στις 17.000 και 19.000 αντίστοιχα[8]. Το επιχείρημα δε ότι τα εγκλήματα της ΟΠΛΑ έγιναν επειδή η κυβέρνηση ή οι Βρετανοί τα αγνοούσαν, οφείλεται προφανώς σε άγνοια αφού η ΟΠΛΑ ήταν το αγαπημένο θέμα της προπαγάνδας της εξόριστης κυβέρνησης από τα τέλη του 1943. Επιπλέον, η συλλογιστική ότι τα «Δεκεμβριανά» απέδειξαν ότι το ΚΚΕ απλά κέρδιζε χρόνο όταν υποσχόταν ομαλότητα κατά την απελευθέρωση, θεωρώντας τα ως κατάληξη ενός πραξικοπήματος που η ΟΠΛΑ δρομολογούσε ήδη από την Κατοχή (που για εξίσου αδιευκρίνιστους λόγους δεν εκδηλώθηκε όταν έπρεπε αλλά καθυστέρησε και έφτασε Δεκέμβρης), είναι βάσιμη μόνο για όσους υιοθετούν πλήρως τη διεθνή και την εγχώρια προπαγάνδα των Βρετανών για τα Δεκεμβριανά.

Ωστόσο, η επιβεβαίωση ή η διάψευση μιας αφήγησης στα πλαίσια ενός επιστημονικού διαλόγου, όπως θα ήθελε ο Πόππερ, προϋποθέτει τις λιγότερες δυνατές αντιφάσεις στην αφήγηση αυτή και τουλάχιστον την εκδήλωση της πρόθεσης να περιοριστούν οι αντινομίες της. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να γίνει ο διάλογος όταν η απουσία συνοχής των ιστορικών προτάσεων αιτιολογείται υπόρρητα από τα θέσφατα της κοινής ακροδεξιάς πεποίθησης και δεν τίθενται εν αμφιβόλω ακόμα και όταν προκύπτει θέμα κοινής λογικής. Μάλιστα, όταν οι πεποιθήσεις αυτές σχηματίστηκαν ως επί το πλείστον ως προϊόν ενός εκτεταμένου χειρισμού συνειδήσεων και μάλιστα με την παροχή εμπειρικού υλικού που ήταν έμπλεο συναισθηματισμού, κατασκευασμένο να προκαλέσει την οργή και την απέχθεια των πολιτών.

Αυτή η οργή και η απέχθεια, που κατασκευάστηκε με την επικύρωση και της «ανεξάρτητης» Δικαιοσύνης του εμφυλίου, τα Κακουργιοδικεία και τα Έκτακτα Στρατοδικεία, νομιμοποίησε, εκτός από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους παρακρατικούς (ο Λόρδος Moyne, Βρετανός υπουργός στο Κάιρο, το καλοκαίρι του 1944 πρότεινε την ενσωμάτωση των Ταγμάτων στον μελλοντικό εθνικό στρατό αφού κατά τη γνώμη του δημιουργήθηκαν ως απάντηση στην κομμουνιστική βαρβαρότητα που γινόταν όλο και πιο ακραία[9]), και όλο το καθεστώς του μετεμφυλιακού κατατρεγμού εις βάρος των οπαδών της Αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα του κατασταλτικού βάρους του μετεμφυλιακού κράτους έπεσε στις κυρώσεις εις βάρος των «εγκλημάτων» της Αριστεράς στην Κατοχή και πιθανόν λιγότερο σε εκείνα του εμφυλίου. Γιατί οι καταδίκες των εγκλημάτων της Κατοχής αποτελούσαν τμήμα μιας τελετουργίας που στόχευε να αποκαθηλωθεί  η αντιφασιστική εμπειρία των μαζών και το κύρος της που τροφοδοτούσε τη συλλογική μνήμη με αισθήματα πατριωτικού χρέους έναντι των αγώνων της Αριστεράς. Για αυτό το λόγο, ακόμα και στα 1962 από τους 1600 ακόμα εξόριστους και φυλακισμένους οι 1.100 κρατούνταν για εγκλήματα που διαπράχθηκαν στην Κατοχή. Ιδίως η δράση της ΟΠΛΑ, όπως και της «Στενής Αυτοάμυνας» του εμφυλίου, προσέφερε την πλέον ευνοϊκή σκηνή για τη θεατρική δραματοποίηση των εγκλημάτων της Αριστεράς αφού  στηρίχθηκε στις μαρτυρίες είτε των «ανανηψάντων», είτε των «απλών» πολιτών το κύρος των οποίων επιβεβαίωσε η δικαστική διαδικασία και ο εκάστοτε στρατοδίκης. Όπως έγραφαν οι εκθέσεις των Επιτροπών Προπαγάνδας μέσα στην αστυνομία, τη Χωροφυλακή τη δεκαετία του 1960, οι κομμουνιστές δεν ξέχασαν ποτέ τις σφαγές που προκάλεσαν στην Κατοχή (και αφού οι εκθέσεις απαριθμούσαν μερικά από τα ειδεχθή τους εγκλήματα, στην κορωνίδα των οποίων βρίσκονταν αυτά της ΟΠΛΑ) υποδείκνυαν στους απλούς αστυφύλακες ότι αν τους επιτρεπόταν θα τις επαναλάμβαναν χωρίς κανένα δισταγμό.[10]

Υπό την έννοια αυτή οποιαδήποτε αναφορά στο ιστορικό παράδειγμα της ΟΠΛΑ δεν πρέπει να ξεχνά ότι σε αυτό στηρίχθηκε η εκτέλεση, ο βασανισμός, ο αποκλεισμός ή κατασυκοφάντηση χιλιάδων αριστερών δεκαετίες ολόκληρες. Κατά τον ίδιο τρόπο, σε μια εποχή που ερωτοτροπεί με την αναβίωση της ιδεολογίας των κομμουνιστικών εγκλημάτων και της «Μαύρης Βίβλου» τους, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο, η εκ νέου ανακάλυψη της ΟΠΛΑ,  ήρθε ως απόπειρα επιβεβαίωση της ύπαρξης του σκοτεινού και εγκληματικού κομμουνισμού ελληνικής εκδοχής που ξεχάστηκε και έδωσε τη δυνατότητα στους σφαγείς να εμφανίσουν ως ηρωϊκό παρελθόν τις πράξεις τους (και στους σύγχρονους Αριστερούς να ομνύουν υπέρ του παρελθόντος τους).

Το γεγονός ότι η ΟΠΛΑ έδρασε πράγματι σαν αυτό που ήταν, δηλαδή οργάνωση προστασίας των λαϊκών αγώνων σε μια εποχή που οργίαζαν τα Τάγματα Ασφαλείας, τα μπλόκα, οι καταδόσεις και η δράση πάσης φύσης παρακρατικών δεν απασχόλησε καν τη φιλολογία περί εγκλημάτων της Αριστεράς. Όπως επίσης το γεγονός ότι θύματα «των Ελλήνων εθνικιστών» δεν ήταν μόνο οι κομμουνιστές, αλλά οι συγγενείς τους, οι πατριώτες και όποιος άλλος είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο τους. Ούτε βέβαια εμφαίνεται ότι αυτοί οι προστάτες των όσιων και ιερών της φυλής δεν πολεμούσαν καν τον ΕΛΑΣ (οι περισσότεροι δεν τολμούσαν να συγκρουστούν μαζί του ακόμα και με όλη τη Βέρμαχτ στο πλάι τους) αλλά την άοπλη κοινωνία που τόλμησε έστω και παθητικά να αντισταθεί στους κατακτητές και στήριξε έμμεσα την ένοπλη αντίσταση.

Όμως, ακόμα και αν η ΟΠΛΑ ήταν μια εγκληματική οργάνωση, όπως για χρόνια φιλολογούσε η εμφυλιοπολεμική ρητορεία, στη βάση της βουλησιαρχικής λογικής ότι ο κομμουνιστής θέλει να εξοντώσει τον πολιτικό του αντίπαλο πάσει θυσία και μάλιστα στο σκοτάδι, καθιστώντας «Παιδική Χαρά» τις οργανωμένες διαδικασίες κινήματος του ΕΑΜ, δεν δόθηκε ποτέ μια έστω και στοιχειώδης απάντηση σε σειρά ερωτημάτων, όπως ποιος έδωσε τις εντολές αυτές (με ντοκουμέντα) και όχι στη βάση «μαρτυριών», που αποσκοπούσε και πώς η δράση αυτή εγγράφεται στη συνολική πολιτική του ΚΚΕ της εποχής; Πως συμβιβάζεται η δράση της ΟΠΛΑ με τη στρατηγική του ΚΚΕ και του ΕΑΜ κατά την απελευθέρωση; Και ποια ήταν η γενική στρατηγική του ΚΚΕ την περίοδο εκείνη; Ήταν εμφυλιοπολεμική και μόνο από ανοησία οι κομμουνιστές δεν επωφελήθηκαν κατά τη διάρκεια της απελευθέρωσης όταν δεν υπήρχαν αρχές στη χώρα; Γιατί αν στο οποιοδήποτε αφήγημα προστεθεί έστω η φρασούλα ότι το ΕΑΜ στο πρόγραμμα του δεν έθεσε άλλο πολιτικό στόχο παρά τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών μετά την Απελευθέρωση της χώρας,[11] τότε πιθανόν αλλάζει πλήρως το κλίμα που επιδίωξε η έρευνα των εγκλημάτων της ΟΠΛΑ να υποδαυλίσει.

Είναι επίσης θέμα αν ελεγχόταν απόλυτα ή σε πιο βαθμό από την ηγεσία του κόμματος η ΟΠΛΑ και από τον οποιονδήποτε ήθελε να υποκαταστήσει την επίσημη πολιτική του κόμματος; (Για παράδειγμα ο Γ. Ζεύγος στην εισήγησή του στην 10η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, τον Ιανουάριο του 1944 υπαινίχθηκε ότι πολλές από τις αυτοδικίες που είχαν παρατηρηθεί ήταν αποτέλεσμα πρακτόρων του εχθρού στις τάξεις του ΕΛΑΣ.)[12] Έχει ευθύνη η ηγεσία και για τη δολοφονία ενός λούστρου που, κατά τα υπάρχοντα αφηγήματα, υποτίθεται διέπραξε η ΟΠΛΑ ή τέλος πάντων ο τρελαμένος οπλοφόρος της οργάνωσης;  Επίσης αν κανείς αναφέρει τον Πλουμπίδη ως υπεύθυνο της ΟΠΛΑ ποια έννοια αυτό έχει; Ήταν αυτός που έδινε τις εντολές των δολοφονιών; Μήπως θα πρέπει να προστεθεί αυτό στο βιογραφικό του; Και με βάση ποιες αποδείξεις;

Όταν καταπιάνεται κανείς με τέτοια ιστορικά ζητήματα είναι υποχρεωμένος για να διαλύει την αχλή της ιδεολογίας να απαντά πρωτίστως σε ερωτήματα που εγγράφουν το επιμέρους στο συνολικό και να το εξηγούν ως τμήμα μιας ολότητας διαδικασιών. Για παράδειγμα πώς τα «εγκλήματα» της ΟΠΛΑ σχετίζονται με την οδηγία Γ. Σιάντου προς τα μέλη του ΚΚΕ, ήδη από τα 1942, ότι η λογική ότι οποιαδήποτε πρακτική, αν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αγώνα θα ήταν δικαιολογημένη, ήταν μια λογική που «δεν άρμοζε σε κομμουνιστές και λογικούς ανθρώπους»;[13]  Γιατί αν η ΟΠΛΑ σκότωνε κατά βούληση, τότε γιατί στα Αρχεία του ΚΚΕ υπάρχουν σειρά εγγράφων που προειδοποιούσαν τα κομματικά μέλη να αποφεύγουν περιττή βία, να μην προκαλούν την κοινωνία,[14] και να «θαμπώνουν με τη συμπεριφορά τους τον πληθυσμό;[15] Και πώς η δολοφονία ενός καταδότη ή αντιπάλου συνηγορούσε στους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς σκοπούς του ΚΚΕ;  Τι κέρδιζε από αυτήν; Ήταν τμήμα σχεδίου για την εξόντωση όλων των αντιπάλων του κόμματος; Και ήταν πράγματι πολιτικός ο αντίπαλος με τη στενή έννοια του όρου; Και αν ναι, γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΚΚΕ ήταν ταυτόχρονα και προδότες και καταδότες; Και πόσοι ήταν αυτοί; Μήπως τους περιποιείται μεγάλη τιμή αποδίδοντάς τους το status του πολιτικού αντιπάλου, διαβάλλοντας τους πραγματικούς πολιτικούς αντιπάλους του ΚΚΕ, που ευτυχώς δεν ήταν όλοι προδότες, ούτε χαίρονταν να υποδεικνύουν πρόσωπα αόπλων πολιτών για να καταλήξουν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής;
 Μέλη του ΕΛΑΣ Καισαριανής

Για την ιστορική γνώση είναι απαραίτητο να επιχειρηθεί απάντηση στο ερώτημα ποια είναι τα αίτια και οι σχέσεις που συγκροτούν τα αποτελέσματα των ιστορικών γεγονότων. Χωρίς αυτά υπάρχουν μόνο δημοσιογραφικά ρεπορτάζ και όχι επιστημονική ιστορία, που να προσεγγίζει την πραγματική ιστορία. Και μάλιστα όταν στηρίζεσαι ως αποδεικτικό υλικό στα Κακουργιοδικεία και τα Έκτακτα Στρατοδικεία της περιόδου του εμφυλίου πολέμου ή στις δηλώσεις «αυτοπτών» μαρτύρων ή στις «θύμισες» δευτεραγωνιστών. Γιατί οφείλοντας να αναδείξουμε τις σκοτεινές πλευρές της ιστορίας μας, οφείλουμε ταυτόχρονα  ως ιστορικοί να εξηγήσουμε γιατί η ηγεσία του ΚΚΕ, την άνοιξη του 1944, απεύθυνε επιστολές στον Τσώρτσιλ που του ζητούσε βοήθεια σε εξοπλισμό και επικαλούνταν τη δική του παλαιά και απαράλλακτη προσωπική συμπάθεια(;),[16] όταν την ίδια στιγμή έδινε εντολές για φόνους εκατοντάδων ανθρώπων στα σοκάκια της Αθήνας για να επιτύχει τον πολιτικό του στόχο, δηλαδή την εκδίωξη και των Βρετανών από την Ελλάδα. Και γιατί απέφυγε το ΚΚΕ μετά μανίας να κατηγορηθεί για πλημμελή στάση στα εθνικά ζητήματα και διέλυσε όλες τις αυτονομιστικές σλαβομακεδονικές ομάδες παρότι επικαλούνταν κομμουνιστικά συνθήματα[17] για να μην δώσει λαβές στους αντιπάλους του; Και γιατί το ΕΑΜ και το ΚΚΕ αφού είχε σκοπό να ξεκαθαρίσει τα πράγματα υπέγραψαν τη συμφωνία στο Μυρόφυλλο- Πλάκα με τον ΕΔΕΣ, και γιατί καταδίκασε τη δολοφονία Ψαρρού,[18]  και απολογήθηκε στον Λίβανο σαν βρεγμένη γάτα στις κατηγορίες των Βρετανών και της κυβέρνησης;[19] Και γιατί επέτρεψε Βρετανούς συνδέσμους να καταστούν μάρτυρες ότι αποφεύχθηκαν οι αντιδικίες κατά την απελευθέρωση,[20] όταν φιλολογεί κανείς για πρακτικές ατομικής τρομοκρατίας και ειδεχθούς συμπεριφοράς της ΟΠΛΑ στην Αθήνα που χρησιμοποιούσαν ως βούτυρο στο ψωμί τους οι εχθροί του ΚΚΕ για να τρομοκρατήσουν τους πολίτες και να επιχειρηματολογούν εναντίον του δολοφονικού κομμουνισμού (το έκαναν έτσι και αλλιώς οι κατοχικές κυβερνήσεις κατασκευάζοντας με βιομηχανία προβολής των εγκλημάτων της Αριστεράς);  Και να σκεφτεί κανείς ότι η Γραμματεία Δικαιοσύνης της ΠΕΕΑ, στις 6 Ιουλίου 1944 απαγόρευσε στα λαϊκά δικαστήρια να εκδίδουν αποφάσεις για διαζύγια, για να μην θυμώσει η εκκλησία. Ούτε είναι προφανώς ανεξάρτητο από την επιδίωξη ώστε να εξασφαλιστεί η αποδοχής της ευρύτερης κοινωνίας το γεγονός ότι όπου έστησε εξουσίες το ΕΑΜ, ακόμη και στα Ανταρτοδικεία, συμμετείχαν αντιπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών ώστε να εξασφαλιστεί η συναίνεση τους.[21]

Έναντι των ιστορικών ρεπορτάζ από τα οποία έβριθαν τα γραφεία των αντικομμουνιστικών τμημάτων της Ασφάλειας, ας επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να διαπιστώσουν ότι η δράση της ΟΠΛΑ ήρθε ως συνάρτηση και απάντηση στην πανικόβλητη και τυφλά αιματηρή αντίδραση των κατακτητών μετά την ίδρυση της ΠΕΕΑ, την αποτυχία των εκκαθαριστικών τους επιχειρήσεων, ιδίως στα βουνά της Πίνδου, τον χειμώνα του 1943-44, και την επίτευξης της συμφωνίας μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων στο Μυρόφυλλο-Πλάκα, στα τέλη Φεβρουαρίου 1944, που ακύρωσαν τις επιδιώξεις των Γερμανών να καθυποτάξουν την αντίσταση χρησιμοποιώντας τη μια αντιστασιακή οργάνωση εναντίον της άλλης.[22] Η οικονομική κατάσταση ήταν τραγική, οι Γερμανοί διαπίστωναν ότι το ηθικό του πληθυσμού που τους υποστήριζε είχε καταρρεύσει, η Βέρμαχτ δεν ήλεγχε πλέον κανένα τμήμα της χώρας, ενώ ανέμεναν μαζική επίθεση από τους αντάρτες ακόμα και στην ίδια την Αθήνα και εξέταζαν τον τρόπο που έπρεπε να προστατευτούν τα μέλη της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης και οι οικογένειες τους. Στο πλαίσιο του πανικού τους ακόμα και τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό θεωρούσαν απειλή και τον έθεσαν υπό κράτηση στο σπίτι του μέχρι να τον απελευθερώσουν, στα τέλη Αυγούστου του 1944, για να τον χρησιμοποιήσουν πλέον ως συνομιλητή με τους Βρετανούς κατά την αποχώρησή τους από την Αθήνα.[23]

Για τους Γερμανούς η μόνη λύση όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Ελλάδα μετά την εφαρμογή του «Σχεδίου Κιβωτός» ήταν να αξιοποιήσουν το χαρτί της υποδαύλισης (Storpolitik) των αντιθέσεων μεταξύ του ΕΑΜ και των εγχώριων αντιπάλων του και να τους εξωθήσουν σε ένα πόλεμο μέχρις εσχάτων. Δεδομένου ότι δεν διέθεταν οι ίδιοι επαρκείς δυνάμεις, αλλά και το στρατόπεδο των υποστηρικτών τους δεν είχε κατορθώσει να ενσωματώσει παρά αμελητέες δυνάμεις, επιχείρησαν να δημιουργήσουν όρους εμφύλιας σύγκρουσης, προκαλώντας τυφλές και ειδεχθείς συγκρούσεις με το επίχρισμα μιας αντικομμουνιστικής σταυροφορίας. Η πολιτική αυτή σήμαινε την προκλητική σκλήρυνση της δράσης των Ταγμάτων Ασφαλείας, που γινόταν συνεχώς πιο αποκρουστική ώστε να παρασύρει το ΕΑΜ σε ενέργειες που θα εξωθούσαν τον απρόθυμο αστικό πολιτικό κόσμο να ενταχθεί στη σύγκρουση.[24] Την ίδια στιγμή εξαπέλυσαν εκατοντάδες καταδότες για να δώσουν τις οδηγίες ώστε να περικυκλώσουν σειρά συνοικιών της Αθήνας και του Πειραιά, ιδίως σε γειτονιές που ενίσχυαν τη δράση του ΕΑΜ,  συλλαμβάνοντας χιλιάδες πατριώτες, εξωθώντας τον τοπικό πληθυσμό να εγκαταλείψει τις κατοικίες του και στέλνοντας στο Χαϊδάρι χιλιάδες εαμικούς με τη συνδρομή των ταγμάτων Ασφαλείας, δυνάμεων της Χωροφυλακής αλλά και των κουκουλοφόρων που κλήθηκαν να εξασφάλιζαν ότι οι επιλεχθέντες προς εκτέλεση θα ήταν μόνο οι Αριστεροί και οι οικογένειες τους.[25] Ταυτόχρονα δεκάδες έντυπα, προκηρύξεις των Γερμανών και ανακοινώσεις της κυβέρνησης Ράλλη κατήγγειλαν τις ειδεχθείς ενέργειες των κομμουνιστών κατά αθώων εθνικοφρόνων πολιτών ή τις επιπτώσεις της άφρονης δράσης της αντίστασης εις βάρος των φιλήσυχων πολιτών.[26]

Πράγματι, δεδομένου ότι ο ΕΛΑΣ στα 1944 δύσκολα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στην ελληνική ύπαιθρο, το κύριο βάρος πλέον της γερμανικής Κατοχής έπεσε στις πόλεις. Και αυτό για δύο επιπλέον λόγους. Αφενός, στα βιομηχανικά κέντρα έπρεπε, σε σχέση με την τροπή που έπαιρνε ο πόλεμος, να παραμείνουν πάση θυσία ανοικτά τα εργοστάσια. Ιδίως για τους Γερμανούς το μεγαλύτερο πρόβλημα βρισκόταν στα εργοστάσια του Πειραιά.[27] Αφετέρου, επειδή διαφαινόταν ότι επίκειτο η γερμανική υποχώρηση, έπρεπε οι πόλεις που διέθεταν λιμάνια και οδικούς κόμβους να οχυρωθούν και να εκκαθαριστούν από την Αντίσταση, ώστε να χρησιμοποιηθούν για τη διαφυγή των Γερμανών στρατιωτών. Ήδη από τις 7 Φεβρουαρίου η ηγεσία της Βέρμαχτ ανέμενε συμμαχική επίθεση με εκτεταμένους βομβαρδισμούς στον Πειραιά και την Αττική.[28] Το γεγονός ότι 37 γερμανικά πλοία βυθίστηκαν με δολιοφθορές την περίοδο Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου 1944, πολλά μέσα στο λιμάνι του Πειραιά, πανικόβαλε τους  Γερμανούς, ιδίως έναντι του ενδεχομένου Βρετανοί και ΕΛΑΣ να συνδυάσουν τις δυνάμεις τους.[29] Εξαιτίας αυτού γερμανικά καϊκια μετέφεραν μαζικά πολεμικό υλικό για να εξοπλιστούν Έλληνες και Γερμανοί στην Αθήνα, ώστε να προστατευθούν από μια ενδεχόμενη εξέγερση του πληθυσμού.[30]

Είναι χαρακτηριστικό του πανικού τους ότι οι Γερμανοί ακόμα και έναντι των επικείμενων διαδηλώσεων του ΕΑΜ στις 25 Μαρτίου 1944 φοβούνταν το ενδεχόμενο μιας τέτοιας μαζικής εαμικής εξέγερσης. Σχεδίαζαν δε ότι αν ξέφευγε η κατάσταση θα προχωρούσαν σε βομβαρδισμό συνοικιών της Αθήνας.[31] Για αυτό και έδωσαν εντολή να μετακινηθούν οι υπηρεσίες τους εκτός Αττικής. Ήταν δύο μήνες αργότερα που ήρθε και η επίσημη διαταγή από τον ίδιο τον αρχικά απρόθυμο Χίτλερ, μέσω του στρατάρχη Μ. Βάικς, να προετοιμάσουν την άμεση εκκένωση της επικίνδυνης Ελλάδας.[32]

Ήταν οι ίδιοι λόγοι πανικού έναντι της Αντίστασης που υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναζητήσουν, ήδη από το φθινόπωρο του 1943, ακόμα και μυστικές διαπραγματεύσεις με τους Βρετανούς για να διασφαλίσουν τα νώτα τους, τις οποίες τελικά απέρριψε, στις 3 Μαρτίου 1944, το Foreign Office για να μην κατηγορηθεί ότι διασπούσε το αντιφασιστικό μέτωπο στην Ελλάδα.[33] Την ίδια στιγμή οι Γερμανοί επιχείρησαν με τη γενίκευση των αντιποίνων σε περιοχές που θα λειτουργούσαν ως άξονες διαφυγής των στρατευμάτων τους να τρομοκρατήσουν τον πληθυσμό και να τον στρέψουν κατά του ΕΑΜ. Για αυτό σε όλη την περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και της Ανατολικής Στερεάς πραγματοποιείται σειρά αντιποίνων από τον Φεβρουάριο  μέχρι και το φθινόπωρο του 1944. Είναι χαρακτηριστικό ότι για σφαγές οι κατακτητές δεν επέλεγαν ανταρτοχώρια αλλά, όπως το Δίστομο, τον Ιούνιο του 1944, χωριά που ήταν από τα «ήσυχα» της εποχής. Ο λόγος εξηγείται από την ανακοίνωση των ίδιων των αρχών Κατοχής που δόθηκε στη δημοσιότητα λίγο μετά τη σφαγή για να τη δικαιολογήσει: «μια αγγλοαμερικανική εισβολή θα συνεπλήρωνε ό,τι ήρχισεν ο εμφύλιος κομμουνιστικός πόλεμος: την αυτοεξόντωσιν και την εξολόθρευσιν του ελληνισμού». Και συμπλήρωνε ότι ο λαός όφειλε να απέχει «από το να λαμβάνη οιανδήποτε πολιτικήν ή, προ παντός, στρατιωτικήν στάσιν». [34]

Έτσι, σε συνθήκες όπου ο φόβος ωθούσε τους Γερμανούς να σχεδιάζουν, τον Ιούλιο του 1944, να προβούν σε μαζικές συλλήψεις χιλιάδων Αθηναίων, πιθανόν για ορισμένες συνοικίες όλων των ανδρών, η κυβέρνηση Ράλλη διατάχθηκε να μεταφέρει στην Αθήνα μεγάλο τμήμα των δυνάμεων της Χωροφυλακής από την Κεντρική Ελλάδα και τη Μακεδονία, συγκροτώντας το Σύνταγμα Συγκεντρώσεως Χωροφυλακής Αθηνών με αιχμή του δόρατος την Ειδική Ασφάλεια Χωροφυλακής που συγκρότησε Τάγμα.[35] Τη συνολική ευθύνη είχε η Διεύθυνση Ειδικής Ασφάλειας του Κράτους υπό τον περιβόητο υποστράτηγο Αλ. Λάμπου. Ταυτόχρονα στις 5 Φεβρουαρίου 1944 η κυβέρνηση Ράλλη με εντολή της διέταξε όλους τους αξιωματικούς του ελληνικού τακτικού στρατού να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας.[36] Ακόμα και η κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής κλήθηκε να συγκατανεύσει στα σχέδια αυτά με το πρόσχημα ότι, όπως εξήγησε στο Κάιρο ο εμπνευστής του σχεδίου Στ. Γονατάς, οι εθνικόφρονες αναγκάστηκαν να πάρουν όπλα από τους Γερμανούς ώστε να προστατεύσουν την Αθήνα από την επιβολή του κομμουνισμού.[37]

Οι εντολές για εκκαθαρίσεις δόθηκαν τόσο για την Κοκκινιά, ήδη από το Μάρτιο του 1944 και τις ίδιες μέρες για την Πλάκα, το Κουκάκι, τη Νέα Ελβετία, την Καλογρέζα, του Ζωγράφου του Γκύζη, τη Νέα Σμύρνη, την Καλλιθέα, την Νέα Ιωνία, καιν λίγο αργότερα στην Καισαριανή το Μαραθώνα κλπ, επίσης συνοικίες με έντονη αντιστασιακή παρουσία. Ενδεικτικά για τις ενέργειες αυτές στην Κοκκινιά εκτός από 2000 Γερμανούς στρατιώτες κινητοποιήθηκαν από τη Χωροφυλακή και την Αστυνομία, μετά από εντολή του Υπουργείου Εσωτερικών της κυβέρνησης Ράλλη, 5000 χωροφύλακες και ταγματασφαλίτες. Μαζί τους ήταν και άνδρες της Ειδικής Ασφάλειας με τους οποίους ο ΕΛΑΣ έδωσε μάχη από σπίτι σε σπίτι. Στην Καλογρέζα, τη νύχτα στις 16 Μαρτίου 1944 οι Γερμανοί συγκέντρωσαν όλο τον αρσενικό πληθυσμό της συνοικίας, περίπου 700 άτομα τους στοίβαξαν σε μια μάντρα και τους βασάνισαν με βούρδουλες. 26 που υποδείχθηκαν από τους καταδότες εκτελέστηκαν πάραυτα. Στις 21 Απριλίου 1944 μέσα στην ίδια την εκκλησία, όπου οι κάτοικοι γιόρταζαν την εορτή της Ζωοδόχου Πηγής οι κατακτητές και οι συνεργάτες τους συγκέντρωσαν όσους από τους κατοίκους τους  υποδείχθηκαν από τους καταδότες και τους έστειλαν στο Χαϊδάρι. Στο Βύρωνα, στις 7 Αυγούστου 1944,  οι κατακτητές, αφού εκτέλεσαν μετά από μπλόκο επί τόπου 11, πήραν 1100 ομήρους που υπέδειξαν οι καταδότες και τους έστειλαν στο ίδιο στρατόπεδο. Στις 9 Αυγούστου 1944  2000 κάτοικοι του Κατσιποδιού στάλθηκαν στο Χαϊδάρι και με υπόδειξη κουκουλοφόρων εκτελέστηκαν περίπου 100 και κάηκε η συνοικία Αρμένικα. Στην Κοκκινιά σε νέα γερμανική επιχείρηση στις 17 Αυγούστου 1944 στην πλατεία της Οσίας Ξένης συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι πάνω από 15 ετών. Περισσότεροι από 150 υποδείχθηκαν από μασκοφόρους και εκτελέστηκαν επί τόπου. 8000 κάτοικοι μεταφέρθηκαν στο Χαϊδάρι.  

Αλλά πέραν των υποδείξεων στο πλαίσιο της εφαρμογής του σχεδίου άλωσης των συνοικιών της Αθήνας, ο ρόλος των καταδοτών ήταν καταλυτικός για να μπουν οι κατακτητές στις συνοικίες, πολλές από αυτές απόρθητες, αποτελούμενες από μικρά σπίτια με αυλές, από χωματόδρομους και σοκάκια και από δημόσια κτίρια στα οποία τα πολυβόλα που έστηνε η αντίσταση είχαν τη δυνατότητα να πλήττουν στόχους σε ολόκληρη τη συνοικία. Έπρεπε για αυτό για όποιον εισέβαλε σε μια συνοικία να υπάρχει κατασκοπία εκτεταμένη και η συνδρομή των προδοτών ήταν απαραίτητη. Αλλά πέραν αυτού καταλυτικός ήταν ο ρόλος των καταδοτών και σε σχέση με την επιβολή των μέτρων τάξης στην Αθήνα, όπου ακόμα και ο ΕΔΕΣ Αθήνας διαμαρτυρόταν στην κυβέρνηση Ράλλη, ότι αν και είχε δίκιο στην αντιμετώπιση των «αναρχικών στοιχείων», οι μαζικές συλλήψεις, οι βασανισμοί συνήθως αθώων πολιτών είχαν ξεπεράσει τα όρια.[38] Να σημειωθεί ότι οι καταδότες λόγω ζήλου δεν έκαναν διακρίσεις: και η συμμαχική οργάνωση «Απόλλων» εξαρθρώθηκε τον Μάρτιο του 1944, πάλι από προδοσία.[39]

Αυτούς ακριβώς επιχείρησε να σταματήσει η ΟΠΛΑ, τρομοκρατώντας όσους είχαν αποφασίσει να εμπλακούν στον κυκλώνα καταδόσεων. Όπως έγραφε η προκήρυξή της που δόθηκε στη δημοσιότητα και έφτασε στο Κάιρο, ρόλος της οργάνωσης ήταν να εξοντώσει κάθε προδότη που δολοφονεί, προδίδει και συλλαμβάνει αγωνιστές του λαού. Έτσι, στράφηκε κατά της Εθνικής Ενώσεως Ελλάς (ΕΕΕ) που την οργάνωσαν οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες και τη διέλυσε το καλοκαίρι του 1944 [40], στράφηκε κατά του παραρτήματος της Αθήνας του  Εθνικού Αγροτικού  Σύνδεσμου Αντικομμουνιστικής Δράσης (ΕΑΣΑΔ) που υπαγόταν στην Γκεστάπο, καθώς και τους εθελοντές που είχαν συστήσει οι Ομάδες Προκεχωρημένης Αναγνώρισης της Abwehr που έργο τους ήταν η ανακάλυψη αντιστασιακών, η Οργάνωση Εθνικό Μέτωπο Ελλάδος του Γ. Ριζόπουλου.[41]

Αλλά το γεγονός ότι επρόκειτο για ανορθόδοξο πόλεμο διευκόλυνε την προπαγάνδα των Γερμανών και της κυβέρνησης Ράλλη περί των σφαγέων κομμουνιστών. Όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες της Κατοχής περιέγραφαν, με εντολή της κυβέρνησης Ράλλη, τα εγκλήματα της οργάνωσης. Αλλά και η κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής έσπευσε να αξιοποιήσει τις «καταγγελίες» για να υλοποιήσει τη βρετανική εντολή να βρεθεί τρόπος να νομιμοποιηθεί η δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Έτσι, το Κάιρο κατήγγειλε τη «μυστηριώδη οργάνωση» που διεξήγαγε κρυφά εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα.[42] Το ΕΑΜ ζήτησε από την εξόριστη κυβέρνηση να ανακαλέσει και μάλιστα έστειλε τη βασική προκήρυξη της οργάνωσης στο Κάιρο χωρίς καμία ανταπόκριση.[43]

Στην κοινωνική ψυχολογία χρησιμοποιείται ο όρος «θερμή νόηση» που αφορά τις διανοητικές εκείνες λειτουργίες του ανθρώπου, στις οποίες το συναίσθημα υπερχειλίζει, καθορίζει τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης αλλά προσδιορίζει ακόμα και το είδος των συναισθημάτων που θα επιλεγούν ασυνείδητα για να αποτελέσουν την αντίδραση του υποκειμένου στην όχληση που δέχεται. Έτσι, μια κατάλληλα κατασκευασμένη πληροφορία προκαλεί μια αντίστοιχη συναισθηματική αντίδραση που μπορεί να υπερβεί ακόμα και τα όρια των απαιτήσεων και των προσδοκιών του παραγωγού της πληροφορίας, να γεννήσει νέες συναισθηματικές συμπεριφορές  και να εξελιχθεί ακόμα και σε εμμονές. Αυτό αφορά κάλλιστα και την περίπτωση της ανακάλυψης των εγκλημάτων της Αριστεράς. Προβλήθηκαν από την κυρίαρχη ιδεολογία για να προκαλέσουν το φόβο και την απέχθεια των πολιτών. Ο φόβος αυτός, ιδιαίτερα έντονος γιατί ήταν αναίτιος, ασαφής και ρευστός, προκάλεσε με τη σειρά του ασυνείδητα το μίσος όσων τον υπέστησαν. Το αποτέλεσμα ήταν να σταθεροποιηθεί και να επεκτείνει τη δραστικότητα της η κυρίαρχη ιδεολογία αφού ο εσωτερικός εχθρός συνδέθηκε όχι μόνο με την καταστροφή του πλαισίου (κράτος) που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια των πολιτών αλλά και του συνολικού κοινωνικού περιβάλλοντος των ανθρώπων (όπως έδειξαν οι ειδεχθείς αλύπητες δολοφονίες της ΟΠΛΑ). Η μόνη λύση που αφηνόταν στον πολίτη ήταν να μισήσει τους Αριστερούς, όχι μόνο ως πολιτικούς αντιπάλους αλλά και ως εχθρούς του ανθρώπινους είδους. Πρόθεση ήταν να μετατραπεί ο δέκτης της προπαγάνδας αυτής σε οιονεί διαρκή εκδικητή για τα εγκλήματα της ΟΠΛΑ και της Αριστεράς. Σε αυτή τη διαδικασία βοήθησαν άθελα τους και όσοι ορμώμενοι αριστεροί από μια πλημμελή γνώση των γεγονότων και μια ασαφή και προβληματική αντίληψη για το τι είναι μια επαναστατική διαδικασία, την οποία αφελώς συνέδεσαν με την τυφλή βία. Πρώτος από όλους το γνώριζε ο ίδιος ο Βελουχιώτης, τον οποίον επικαλούνται οι περισσότεροι οπαδοί της «επαναστατικής» βίας, όταν ήταν εκείνος που κατέστειλε στην Πελοπόννησο ότι όριζε ως «καπετανάτο», τμήμα των οργανώσεων του ΕΛΑΣ της περιοχής που συνέδεσαν, βλακωδώς κατά τον Βελουχιώτη, τους σκοπούς της Αριστεράς με την ατομική τρομοκρατία και την προσωπική αντεκδίκηση.[44] Ούτε η ΟΠΛΑ ήταν κάτι τέτοιο, παρά το γεγονός ότι η φύση του τρόπου που έδινε τις μάχες της επέτρεψε πιθανά και κάποιες αστοχίες. Ήταν όμως τέτοιες και όχι ένα πογκρόμ κόκκινης τρομοκρατίας, όπως η βιβλιογραφία των νικητών του εμφυλίου προσπάθησε να το εμφανίσει. Γιατί το ΕΑΜ στηρίχθηκε στον τοπικό πληθυσμό, το αίσθημα δικαιοσύνης του οποίου δεν θα τολμούσε να θίξει. Τον αν απέδωσε η τακτική μέσω της ΟΠΛΑ «τρομοκρατήστε τους τρομοκράτες» είναι ένα θέμα συζήτησης, αν δηλαδή κατόρθωσε να περιορίσει τη δράση των προδοτών, αφού αυτοί έμαθαν να θεωρούν  τους εαυτούς τους ως εθνικιστές και αντιλήφθηκαν τη δράση τους (και την ενέτειναν) ως τεκμήριο μεταπολεμικής δικαίωσης ως αντικομμουνιστές. Για αυτό και «δεν ορρωδούσαν προς ουδενός».

Σημειώσεις

[1] Ε.Λ.Α.Σ, Γενικο Στρατηγειο, Επιτελικό Γραφείο ιι, αριθ. ε.π.

10173, 1ην Ταξιαρχίαν,  Κοινοποίησις VΙΙΙ Μεραρχίαν, Επί Ε.Π 1473/21.10.1944 σας Στοπ. Κατά συμφωνίαν Γκαζέρτας ΕΛΑΣ ουδαμού  αφοπλίζεται Στοπ. Τμήματα ΕΛΑΣ Κερκύρας δεν θα αφοπλισθώσιν Στοπ. Αλλά θα υπαχθώσι τακτικώς υπό διοίκησιν στρατιωτικού διοικητού ΕΔΕΣ Στοπ. Εφόσον πρόκειται περί εφεδρικού ΕΛΑΣ επανέλθωσιν εργασίας των Στοπ. Υπό προϋπόθεσιν  κρατήσωσιν οπλισμόν των συμφώνως Ε.Π 9838 διαταγήν μας Στοπ., Σ.Δ. Γεν Στρατηγείου 25.10.1944, Άρης Βελουχιώτης, Στέφανος Σαράφης, Αρχείο Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, τομ Δ, σ. 67.

[2] P. Papastratis, British Policy towards Greece during the Second World War, 1941-1945 Cambridge 1984, σ. 213.

[3] Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ 7/32/135, αρ. 45, Σιάντος προς όλες τις κομματικές επιτροπές περιοχής, 7 Σεπτεμβρίου 1944.

[4] «Διατί Αγωνιζόμεθα»,  Εις την Πνευματικήν Συμπαράστασιν του Εθνικού Αγώνος, Αθήνα 1949, σ. 30.

[5] Αναμετάδοση από Eλεύθερη Mεσσηνία, 9 Σεπτεμβρίου 1944.

[6] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 494, φ 30/2/111, ΓΣ του ΕΛΑΣ, Επιτ. Γραφείο ΙΒ, Α.Π 1675, 20 Οκτωβρίου 1944.

[7] Ο ίδιος ο αρχηγός του ΕΛΑΣ Στ. Σαράφης είχε εγγυηθεί προσωπικά την ασφάλεια των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας, αν παραδίδονταν, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Σαράφης, προκήρυξη, Αρχεία Eμφυλίου Πολέμου, τομ. 1, σ. 69-70.

[8] J. Rioux, The Fourth Pepublic 1944-1958, Cambridge 1987, σ.  28 και T. Judt, Europe Since 1945, London 2007, σ. 41-42..

[9] FO 371/43706, R 8041, PWE, Greek Directive, 22 Ιουνίου 1944.

[10] Αρχείο Δ. Σοϊμοίρη, «Υπόμνημα δια την αντιμετώπισιν και καταπολέμησιν του ελληνικού κομμουνισμού», υποφάκ. 5, 1961, ΕΛΙΑ

[11] Δ. Γληνός, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ, Αθήνα 1943, σ. 11-12.

[12] ΚΚΕ, Εισήγηση Γ. Ζέβγου  Γενάρης 1944, Επίσημα Κείμενα του ΚΚΕ 1940-1945, τομ. 5ος Αθήνα σ. 326.

[13] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, Γράμμα του ΠΓ του ΚΚΕ στον Ν. Καρβούνη, 5 Ιουνίου 1942.

[14] ΑΣΚΙ, Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ 4/1/1, Γράμμα του ΠΓ του ΚΚΕ προς τα καθοδηγητικά στελέχη, 28 Νοεμβρίου 1943.

[15] «Ο Αντάρτης του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 493, Φ 30/1/58.

[16] Τηλεγράφημα ΕΑΜ προς τον Τσώρτσιλ, αρχ. 495, φακ. 176,  Τα Αρχεία των Μυστικών Σοβιετικών υπηρεσιών, Αθήνα 1993, σ. 102-103

[17] Μ. Λυμπεράτος, «ΚΚΕ και Σλαβομακεδονική μειονότητα στην κατεχόμεη Δ. Μακεδονία (1941-1944)», Μνήμων 20, Αθήνα 1998, σ. 67-108.

[18] Στην πρώτη διάλυση της ΕΚΚΑ ήταν ο ίδιος ο ΕΛΑΣ που τη βοήθησε να ανασυγκροτηθεί Στ. Σαράφης, Ο ΕΛΑΣ, Αθήνα 1984. σ. 121.

[19] Ο ΕΛΑΣ εξέδωσε ακόμα και φυλλάδιο για να δικαιολογηθεί για τη δολοφονία Ψαρρού, τον οποίο χαρακτήρισε άνθρωπο με καλές προθέσεις και την υπόθεση «θλιβερή». ΚΚΕ, Η Προδοσία της ΕΚΚΑ και του5/42, Έκθεση του ΓΣ του ΕΛΑΣ πάνω στα γεγονότα, Θεσσαλία Μάιος 1944.

[20] Στ. Κανναβός, «Η Απελευθέρωση της Μεσσηνίας», Εθνική Αντίσταση, τχ. 21, 1979, σ. 45.

[21] Δ. Ζέπος, Λαϊκή Δικαιοσύνη, Αθήνα 1986, σ. 4-5.

[22] Δήλωση του Αουγ. Βίντερ στο Στρατοδικείο της Νυρεμβέργης, 22 Σεπτεμβρίου 1947, ΚΚΑ, Πότσδαμ, αρ. φιλμ. 53312, Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, Μ. Ζέκεντορφ, Αθήνα 1991.

[23] Α. Βελλίδης, Κατοχή, Γερμανική πολιτική Διοίκηση στην Κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944, Αθήνα 2008, σ.179-183.

[24] C. Woodhouse, The Apple of Discord, London 1985, σ. 101.

[25] M. Mazower, Inside Hitler`s Greece, London 1995, σ. 342-352.

[26] Χ. Φλάισερ, «Η Ναζιστική προπαγάνδα στην Κατοχή» στο Η Ελλάδα 1936-1944, Πρακτικά Α Διεθνούς Συνεδρίου σύγχρονης Ιστορίας, Αθήνα 1989, σ. 362-388.

[27] Έκθεση  αριθμ. 4275/1944, Ανώτατο Στρατηγείο της Ομάδας Στρατιών Ε, 31 Μαρτίου 1944, Επτά Απόρρητες Εκθέσεις των Ναζί για την Ελλάδα, Αθήνα 2012 σ. 25.

[28] FO 371/43678/R 2434, Talbot-Rice to Howard, 9 Φεβρουαρίου 1944.

[29] FO 371/43680/R 3103, Talbot-Rice to Howard, 23 Φεβρουαρίου 1944

[30] FO 371/43682/R 3858, Boxhall to Howard, 7 Μαρτίου 1944.

[31] FO 371/43685/R 6178, Boxshall to Howard, 27 Μαρτίου 1944

[32] MA, WF 10/2971 Χίτλερ προς Βάικς, 26 Αυγούστου 1944. Ντοκουμέντα από τα Γερμανικά Αρχεία, Μ. Ζέκεντορφ, οπ. σ. 241.

[33] Τηλεγράφημα στον D S.L Dodson να μην συναντήσει το στρατηγό H. Felmy, 4 Μαρτίου 1944, FO 371/43678/R 2434, Talbot-Rice to Howard, 9 Φεβρουαρίου 1944, FO 371/43694/R 16506, Boxshall προς  Laskey, 13 Οκτωβρίου 1944.

[34] «Η δημοκοπία περί ωμοτήτων στο Δίστομον», Δίστομο, Το ολοκαύτωμα (επιμ. Γ. Θεοχάρη), Λιβαδειά Αθήνα 2010, σ. 141-142.

[35] Απ. Δασκαλάκης, Ιστορία της Ελληνικής Χωροφυλακής, τομ. Α, Αθήνα 1971, σ.  174-175.

[36] FO 371/43681/R 3818, Periodical Summary,  αρ.12, 22 Φεβρουαρίου 1944.

[37] FO 371/43683/R 4595, Γονατάς προς Ελληνική Κυβέρνηση, Φεβρουαρίος 1944.

[38] FO 371/43732, R9429, Waterhouse to Laskey, 6 Ιουνίου 1944.

[39] FO 371/43685,, R6319, Talbot- Rice to Howard, 8 Απριλίου 1944.

[40] Αρχεία Εθνικής Αντίστασης τομ. 7 ΔΙΣ, Αθήνα 1998, σ. 60-64.

[41] Π. Δημητράκης, Οι Γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και της Κατοχής, Αθήνα 2009, σ. 112-114.

[42] FO 371/43680/ R 3102, ΚΕ ΕΑΜ προς Τσουδερό, 20 Φεβρουαρίου 1944.

[43] FO 371/43681/R 3417, KE EAM προς Τρουδερό, 28 Φεβρουαρίου 1944

[44] Μ. Λυμπεράτος, «Τα Γερμανικά Αντίποινα, τα Τάγματα Ασφαλείας και ο ΕΛΑΣ», Νότια Πελοπόννησος 1935-1950, Αθήνα 2009, σ. 34-47.

Αναδημοσίευση από http://barikat.gr/content/i-opla-kai-i-emfyliopolemiki-anagnosi-tis-istorias#_ftnref7

Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Εγκλωβισμός στα αφηγήματα των ηρώων και του τρόμου


Του Θαναση Δ. Σφηκα*

Τι είναι η Ιστορία εκτός από ένας συμφωνημένος μύθος;
Ναπολέων Βοναπάρτης

«Αποτιμώντας», και όχι «αποτίμηση», εφόσον η διαδικασία της αποτίμησης ενός ιστορικού φαινομένου συχνά αποδεικνύεται προσαρμοστική στις παρανοήσεις, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις ελπίδες όσων έπονται. Για τον λόγο αυτό απαιτεί κάποιες προϋποθέσεις. Ομως σε έναν χώρο όπου περισσεύουν οι κανονιστικοί λόγοι, οι προϋποθέσεις εδώ ας εκληφθούν όχι ως άλλη μια απόπειρα κανονάρχησης, αλλά ως δύο απέλπιδα διαβήματα προς διερεύνηση μιας μάλλον ανέφικτης συνεννόησης για το τι, το πού, το πότε, και το γιατί του παρελθόντος.

Για το πρώτο διάβημα, ας τεθεί έστω ως υπόθεση εργασίας ότι «ιστορίες» του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου γραμμένες από διαφορετικές «οπτικές», ενδεχομένως έχουν διαφορετική δομή και αρκετές αποκλίσεις σε πολλά σημεία. Ομως το βασικό περίγραμμα θα μπορούσε να είναι το ίδιο υπό την αίρεση ότι το πόνημα που προκύπτει είναι ιστορία και όχι πολεμική, είναι αφήγηση και ανάλυση και όχι αξιολογική κρίση, είναι εξερεύνηση ενός πυκνού ιστορικού φαινομένου και όχι ομολογία πίστεως ή κατάθεση μάρτυρα σε κάποιο ανώτατο ιδεολογικό δικαστήριο.

Το δεύτερο διάβημα έχει να κάνει με τις ναφθαλίνες: για τον ιστορικό, καμία συζήτηση δεν μυρίζει ναφθαλίνη - και αναφέρομαι στην καταγεγραμμένη αποστροφή ότι «η συζήτηση για τον κομμουνισμό μυρίζει ναφθαλίνη». Η «αποτίμηση» έλκει από την ιστορικότητα του παρόντος και όχι τον παροντισμό του παρελθόντος, αλλιώς εκπίπτει σε αυτό που ο T.S. Eliot αποκαλούσε «επαρχιωτισμό, όχι του χώρου, αλλά του χρόνου· επαρχιωτισμό για τον οποίον η Ιστορία είναι απλώς το χρονικό των ανθρώπινων επινοημάτων που εξυπηρέτησαν τον σκοπό τους και πετάχτηκαν ως άχρηστα, επαρχιωτισμό για τον οποίον ο κόσμος αποτελεί περιουσία μόνο των ζωντανών, περιουσία στην οποία οι νεκροί δεν έχουν μερίδιο».

Πολιτικά διακυβεύματα


Ισως τα διαβήματα αυτά να ήταν περιττά εάν τα εκάστοτε πολιτικά διακυβεύματα, οι ιστοριογραφικές μόδες και οι διακυμάνσεις μετοχών στο ακαδημαϊκό χρηματιστήριο δεν είχαν εγκλωβίσει τη μελέτη του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου και ολόκληρης της δεκαετίας του 1940 στην αντιπαράθεση μεταξύ ενός ηρωικού αφηγήματος και της αντίληψης ότι το ΕΑΜ και το ΚΚΕ ήταν τρομοκρατικές οργανώσεις. Η ΕΑΜική και η κομμουνιστική παρέμβαση της εποχής εκείνης ως εναλλακτική εκδοχή της νεωτερικότητας παραμένει στις αποθήκες απολεσθέντων ενός διαλόγου, ο οποίος ανακάλυψε το «νόημα» της δεύτερης ζωής του παρελθόντος στον κατακερματισμό του αντικειμένου και στην ιστορική εγκληματολογία.

Η «αντικειμενοποίηση» και η «ποσοτικοποίηση» του παρελθόντος προσφέρουν στον παρατηρητή την ευκαιρία να ξεμπερδέψει συνοπτικά με έννοιες, ιδέες και πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, αντικαθιστώντας τα με τα πολιτικά καθεστώτα που τα αντιπροσώπευαν και που τώρα πια «μυρίζουν ναφθαλίνη». Η συνάφεια της πολιτικής με τη σύγχρονη Ιστορία είναι υπαρκτή, αλλά δεν ακολουθεί γραμμική διαδρομή. Ο Εμφύλιος και η δεκαετία του 1940 αφορούσαν την ίδια την ουσία της πολιτικής, ενώ η μετεμφυλιακή περίοδος αντλούσε μέρος του πολιτικού περιεχομένου και της ιδεολογικής νομιμοποίησής της από την Ιστορία εκείνων των χρόνων. Η έως το 1974 αποτίμηση της περιόδου έφερε σαφώς το στίγμα των νικητών, αν και μια αντίπαλη εκδοχή των ηττημένων συγκροτήθηκε για ένα ακροατήριο μέρος του οποίου βρισκόταν εντός των τειχών και άλλο μέρος του στην υπερορία γη της Ανατολής.

Μετά το τέλος του Εμφυλίου η Αριστερά περιέσωσε από τη δεκαετία του 1940 ένα σιωπηλό πολιτιστικό αφήγημα ηρωισμού και ήττας, ενώ οι νικητές κατοχύρωσαν και θεσμοθέτησαν το πολιτικά και κοινωνικά ηγεμονικό αφήγημα της νίκης και της σωτηρίας, η κυριαρχία του οποίου παρέμενε περισσότερο ιστοριογραφική και πολιτική και λιγότερο πολιτισμική. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 οι νικητές έβρισκαν ολοένα και πιο δύσκολο να υποστηρίξουν το αφήγημά τους, καθώς η συγκυρία πολιτικών και ερευνητικών συνθηκών διευκόλυνε την επιστημονική μελέτη της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου. Για τις επόμενες τρεις δεκαετίες η αποτίμηση των νικητών υπονομεύτηκε από ερμηνευτικά σχήματα και περιοδολογήσεις που «έκλιναν επ’ αριστερά». Η αποδόμηση της «αριστερής» αποδόμησης του «δεξιού» αφηγήματος και ο ακαδημαϊκός και δημόσιος «διάλογος για την Ιστορία» που άρχισε το 1999 ήταν μια επίθεση εναντίον του προγονικού κειμηλίου που οι ηττημένοι είχαν περισώσει από τη δεκαετία του 1940· όχι γιατί ήταν προγονικό κειμήλιο, αλλά γιατί εμφανιζόταν περισσότερο πειστικό.

Ο μαρξιστικός λόγος περί επανάστασης

Σε ένα ρευστό αναλυτικό πλαίσιο και με τη δεκαετία του 1940 -ακριβέστερα: τα χρόνια 1941-1944- να διαθέτουν κάποια από τα χαρακτηριστικά επαναστατικής περιόδου, η «αριστερή» αποτίμηση του Εμφυλίου μπορούσε να επενδύσει στην εκπλήρωση του μαρξιστικού οράματος. Το αναπόφευκτο της επανάστασης δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Ενας ελληνικός εμφύλιος-επανάσταση ως λογική αναγκαιότητα αθώωνε την Ιστορία από το λάθος. Ανάλογα με τη θέση του ιστορούντος, η ήττα μπορούσε να οφείλεται σε σφάλμα ή σε αποτυχία ή ακόμη και σε προδοσία από τους δράστες της Ιστορίας. Οποια όμως και αν ήταν η εξήγηση, το πραγματικά σημαντικό είχε συμβεί, η Ιστορία ήταν αθώα και ο μαρξιστικός λόγος περί επανάστασης είχε εκπληρωθεί. Η «επανάσταση» είχε ηττηθεί αλλά είχε γίνει, και κατά τούτο μπορούσε να αποδοθεί με τους κατά τον Ρεϊμόν Αρόν «θαυμαστά αμφίσημους» όρους του μαρξισμού. Η «επανάσταση» ήλθε ύστερα από καταστροφές που προοιωνίζονταν τη σωτηρία, καταστροφές που ήταν γόνιμες και λυτρωτικές, καταστροφές που άγγιξαν εξίσου ευσεβείς χριστιανούς και ζηλωτές της εκδίκησης των «κολασμένων», αλλά και όσους πίστευαν ότι η επιστήμη και η ορθολογική οργάνωση μπορούσαν να επηρεάσουν αποφασιστικά την πορεία του κόσμου. Οταν «καιρός λυτήριος επέστη», η Αριστερά μπόρεσε να οικοδομήσει το αφήγημά της και να το καταστήσει κυρίαρχο επειδή ακριβώς το τοποθέτησε σε έναν χώρο όπου η πολιτική ήττα και η πολιτική νίκη δεν μπορούσαν παρά μόνον να το ενισχύσουν ως τα διαλεκτικώς αντίθετα μιας πολιτικής πράξης που αναλήφθηκε.

Η αξιοπρέπεια των πιθανοτήτων

Η δυσανεξία έναντι του κυρίαρχου «αριστερού» αφηγήματος για τον Εμφύλιο ελέγχεται πρωτίστως για την ανακρίβειά της: δεν υπάρχει ένα «αριστερό» αφήγημα παρά μόνον στα μάτια τρίτων, οι οποίοι έχουν την τάση να διακρίνουν την ομοιομορφία στους άλλους και τις περισσότερο ή λιγότερο λεπτές αποχρώσεις στον λόγο που παράγουν οι ίδιοι. Κατά δεύτερο λόγο, η δυσανεξία αυτή έρχεται να υπηρετήσει μια κοινωνική αναγκαιότητα: μια επιστημονική αποτίμηση λαθών, εγκλημάτων και πτωμάτων που κοσμούν το παρελθόν χρειάζεται για να επικυρώσει αυτό που φέρνει το μέλλον, χωρίς ενοχλητικές υποσημειώσεις για πιθανότητες, για χαμένες ευκαιρίες, για εναλλακτικούς δρόμους. Και όμως: «πιθανότητα», σημείωνε ο Γκράμσι, «σημαίνει ”ελευθερία”»: «Κατά πόσον ένας άνθρωπος μπορεί ή δεν μπορεί να κάνει κάτι έχει τη σημασία του στην αξιολόγηση αυτού που γίνεται στην πραγματικότητα».

Με τον τρόπο αυτό, με την εξάλειψη των πιθανοτήτων, φιλοτεχνούνται η αποτίμηση του Εμφυλίου ως προσχεδιασμένης ενέργειας εγχώριων και αλλοδαπών κομμουνιστών, και κυρίως η αποτίμηση της έκβασής του ως θεμέλιου λίθου της αληθινής μεταπολεμικής ελληνικής «νεωτερικότητας»: η ήττα της Αριστεράς στον Εμφύλιο αποτιμάται ως «προϋπόθεση» για το μεταπολεμικό «άλμα» της χώρας, και η Ιστορία επιτέλους υποκύπτει στη σαγήνη του «επαρχιωτισμού του χρόνου», αποκληρώνοντας τους νεκρούς από το μερίδιό τους στο παρελθόν.

Ο αλγόριθμος της βίας

Ισως όχι όλους, αφού μερικοί από αυτούς, ιδίως όσοι έχουν την ιδιότητα του θύματος της (κατά προτίμηση ερυθράς) βίας, παραμένουν χρήσιμοι. Η «αποτίμηση» του Εμφυλίου που βασίζεται στη θεωρητικοποίηση της βίας και την αναγωγή της σε μείζον εργαλείο έρευνας, ανάλυσης και ερμηνείας παρακάμπτει δύο θεμελιώδεις παραδοχές: η βία υπήρξε βασικό οικοδομικό υλικό κάθε πολιτικής τάξης, ενώ η ιδεολογία μπορεί να περιορίζει ή να διευκολύνει τις επιδιώξεις και τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά δεν τις προκαθορίζει νομοτελειακά. Εν τούτοις, η χρησιμότητα του αλγόριθμου της βίας έγκειται στη διευκόλυνση της μετάβασης από το ηρωικό αφήγημα σε εκείνο του τρόμου και του αίματος, προσπερνώντας το νεωτερικό διάβημα της Αριστεράς. Αντί της σύνθεσης, η «αποτίμηση» κατακερματίζεται σε πολλαπλά σπαράγματα διαφορετικών παρελθόντων, με το καθένα από αυτά προσημειωμένο με τη δική του διακριτή και κατηγορηματική θυματοποίηση. Σε εκκρεμότητα παραμένει μια άλλη «αποτίμηση» που θα συνέθετε ιδέες και υλικότητες σε ένα συνεκτικό σχήμα ερμηνείας του παρελθόντος, όχι δικαίωσής του με τη βοήθεια μιας διαβρωτικής δόσης ύστερης γνώσης και σοφίας.

Και αυτό διότι μια επιστημονική αποτίμηση ενός μείζονος ιστορικού φαινομένου οφείλει να είναι σε διαρκή ένταση, διαπραγμάτευση και σύγκρουση με τη διάχυτη «συλλογική μνήμη». Αυτός που θέλει να αποφύγει τη σύγκρουση με τους διανοητικούς δεσμούς που υφίστανται μεταξύ της συμβατικής «σοφίας» και του επιστημονικού λόγου μπορεί βεβαίως να βυθίσει το σκάφος της Ιστορίας στα άγρια νερά μιας αδυσώπητης πολιτικής πραγματικότητας και μετά να περισυλλέξει ως καλός ναυαγοσώστης μόνον εκείνα τα κλάσματα μνήμης που η πολιτική μπορεί ευκολότερα να χειραγωγήσει και να διαχειριστεί.

Η «αντικειμενικότητα» ως άποψη για τα πράγματα

Χρειάζεται να παρακολουθεί κανείς συστηματικά την πρόσφατη ιστοριογραφική παραγωγή για την ιστορία του «Ψυχρού Πολέμου», στην οποία ανήκει ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, για να αντιληφθεί ότι οι εμμονές που ενδημούν σε κάθε προσπάθεια κανονάρχησης διευρύνουν το χάσμα μεταξύ της εγχώριας και της διεθνούς «συζήτησης». Ενα παράδειγμα ως υστερόγραφο: για την τέχνη και την τεχνική του υπολογισμού των «θυμάτων του κομμουνισμού» στη Σοβιετική Ενωση, και για τις ακροβασίες των δυτικών σοβιετολόγων, ο Ρωσο-αμερικανός ιστορικός Moshe Lewin υπενθύμιζε ότι ο αντικομμουνισμός δεν συνιστά επιστημονικό εργαλείο για την προσέγγιση της Ιστορίας της Σοβιετικής Ενωσης, όπως άλλωστε στερείται περιεχομένου η προσπάθεια «εκσταλινισμού» ολόκληρου του σοβιετικού φαινομένου, σαν ολόκληρη η ΕΣΣΔ να ήταν ένα αχανές γκουλάγκ από το 1917 ώς το 1991. Κατ’ αναλογίαν, η αλγοριθμοποίηση της βίας ή η ανακήρυξη ενός ιστοριογραφικού Ετους Μηδέν δεν συγκροτούν επιστημονικό λόγο περί Εμφυλίου.

Δεκτόν, η διαδικασία αποτίμησης συγχρωτίζεται με την εμπλοκή της Ιστορίας και της πολιτικής σε μια αδιάλειπτη σύγκρουση για κατίσχυση, νομιμοποίηση και «νόημα». Υπάρχει όμως και μια εκδοχή της «αντικειμενικότητας» ως άποψης για τα πράγματα που προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα. «Αυτά στη γλώσσα [της Ιστορίας]. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες».

* Ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100005_17/06/2012_485831

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Aριστερή βία: μύθοι και πραγματικότητα

NEA ΠΟPIΣMATA ΓIA TΟN EMΦYΛIΟ Ή ANAΠAΛAIΩΣH TΩN ΠAΛAIΩN MYΘΩN;

Του Στάθη Καλύβα

H MEΓAΛH ΣYZHTHΣH ΠΟY ΠPΟKAΛEΣE TΟ APΘPΟ TΟY ΣTAΘH KAΛYBA ΠEPI «KΟKKINHΣ TPΟMΟKPATIAΣ», ΣYNEXIZETAI. META TIΣ ΠAPEMBAΣEIΣ TΩN KAΛYBA-MAPANTZIΔH-MAZAΟYEP THΣ 20/3 THN AΠANTHΣH TΟY Γ. MAPΓAPITH ΣTIΣ 9/4, KAI TO APΘPO TOY B. KPEMMYΔA ΣTIΣ 4/5, Ο ΣT. KAΛYBAΣ EΠANEPXETAI ΣTHN APIΣTEPH BIA, KATHΓΟPΩNTAΣ TΟYΣ EΠIKPITEΣ TΟY ΟTI ΔIKAIΟΛΟΓΟYN ΓEΓΟNΟTA ΠΟY ΟYTE TΟ KKE TΟY 1945, ΔEN HΘEΛE NA ΔIKAIΟΛΟΓHΣEI


H αναφορά στο EAM και στον ΕΛΑΣ προκαλεί αυτόματους συνειρμούς στον Άρη Βελουχιώτη και τους γενειοφόρους καπεταναίους που απαθανάτισε ο Σπύρος Μελετζής. Λιγότερο γνωστό είναι πως την οργανωτική ραχοκοκαλιά του EAM αποτελούσαν συχνά απρόσωποι γραφειοκράτες, σαν τον Θόδωρο Ζέγγο (ψευδώνυμο Στάθης ή Τριαντάφυλλος) και τον Δημήτρη Ανδρεαδάκη.

Ταχυδρομικός από τη Μαγνησία με θητεία στην Ακροναυπλία ο πρώτος, χρημάτισε γραμματέας της περιφερειακής επιτροπής Αργολιδοκορινθίας του KKE το 1943-1944. Από την Περαχώρα Λουτρακίου ο δεύτερος, υπήρξε δεξί χέρι του Ζέγγου με περιοχή δικαιοδοσίας την Αργολίδα. Και οι δύο πρωταγωνίστησαν στο δράμα που παίχθηκε στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο στη διάρκεια της Κατοχής.

Μέσα σε έναν χρόνο (Σεπτέμβριος 1943 - Σεπτέμβριος 1944) και σε δύο μόνο επαρχίες (Άργος και Ναυπλία) του σημερινού Νομού Αργολίδος, όπου διεξήγαγα λεπτομερή έρευνα, φονεύθηκαν πάνω από 650 άνθρωποι (σχεδόν το 2% του συνολικού αγροτικού πληθυσμού της περιοχής). Αντίστοιχα είναι τα μεγέθη στην Κορινθία και σε ορισμένες άλλες περιοχές της Πελοποννήσου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Η φύση της βίας στην Αργολίδα (περίπου το 55% των θυμάτων φονεύθηκαν από το EAM και το 45% από τους Γερμανούς και τα Τάγματα Ασφαλείας) πιστοποιεί την έκταση των κατοχικών συγκρούσεων που γρήγορα πήραν εμφύλιο χαρακτήρα.

Οι αριθμοί αυτοί αναφέρονται σε δολοφονίες άμαχων Ελλήνων χωρικών, οι οποίοι άλλοτε είχαν κάποια σχέση με τις αντιμαχόμενες παρατάξεις και άλλοτε όχι, αλλά δεν ήταν μαχητές. Οι νεκροί στα πεδία μαχών της ίδιας περιοχής ήταν ελάχιστοι συγκριτικά. H βία των Γερμανών μπορεί να μην προξενεί έκπληξη, αλλά πώς μπορεί να ερμηνευθεί το μέγεθος της βίας του EAM;

Θέμα ταμπού

Τα παραπάνω στοιχεία, μέρος ευρύτερης έρευνάς μου για τον Εμφύλιο, εμπεριέχονται σε πρόσφατο συλλογικό τόμο (επιμ. Μαρκ Μαζάουερ, «Μετά τον πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογενείας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960», Αλεξάνδρεια, 2003. Μόλις κυκλοφόρησε η αναθεωρημένη δεύτερη έκδοση χωρίς μεταφραστικά σφάλματα). Όπως είναι φυσικό, η αναφορά σε ένα θέμα ταμπού, όπως η αριστερή βία στη διάρκεια της Κατοχής, δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει κριτικές. Δυστυχώς όμως, αντί αυτές να συμβάλλουν στην προαγωγή ενός γόνιμου επιστημονικού διαλόγου, φαίνεται πως επιδιώκουν την προάσπιση μιας συγκεκριμένης ανάγνωσης του παρελθόντος ανεξάρτητα από τη σχέση της με την πραγματικότητα ... όταν δεν ξεφεύγουν από τα όρια της σοβαρότητας παραληρώντας περί New Age (!) και κατάργησης του Διαφωτισμού. Αναλώνονται έτσι σε προσωπικές επιθέσεις (απ' όπου δεν απουσιάζει η εύκολη ειρωνεία) αμφισβητώντας την ίδια τη βάση των γεγονότων.

Αναφέρεται, λοιπόν, πως στηρίζω τα συμπεράσματά μου για την ύπαρξη, μορφή και έκταση της αριστερής βίας σε αναξιόπιστες πηγές, δηλαδή σε προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που συλλέχθηκαν πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, σε δικογραφίες εφετείων που δίκαζαν αριστερούς και σε «ψυχανεμίσματα» Άγγλων συνδέσμων. Αφήνοντας κατά μέρος μεθοδολογικές συζητήσεις για το πώς αξιοποιούνται οι πηγές, θα περιοριστώ σε τρεις πηγές των οποίων η αξιοπιστία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

1. Πηγή πρώτη, ο διοικητής του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ, ταγματάρχης Μανόλης Βαζαίος, ο οποίος στα απομνημονεύματά του αναφέρεται εκτενώς στις «υπερβασίες», όπως τις ονομάζει. Περιγράφει πως πληροφορήθηκε κάποτε πως ο Ζέγγος επρόκειτο να εκτελέσει ως αντιδραστικούς «ένα ποσοστό 5-10% των κατοίκων κάθε χωριού» της περιοχής για να εξουδετερώσει την παρουσιαζόμενη «αντίδραση». Όταν διαμαρτυρήθηκε, ο Ζέγγος του απάντησε: «Συναγωνιστή αρχηγέ, φύλαξε το κεφάλι σου και μην αναμειγνύεσαι εις αλλότρια καθήκοντα». Όπως είναι γνωστό, το KKE διέκρινε ανάμεσα σε «προδότες» (συνεργάτες των Γερμανών) και «αντιδραστικούς», όσους δηλαδή δεν ήταν (ή κατηγορούνταν πως δεν ήταν) μαζί του.

2. Πηγή δεύτερη, που δεν αφήνει αμφιβολία ως προς την έκταση και αυθαιρεσία της βίας, εσωτερική έκθεση στο Πολιτικό Γραφείο του KKE που υπέβαλε στις 15 Μαρτίου του 1946 κομματικό στέλεχος (βρίσκεται στο αρχείο του KKE, στα ΑΣΚΙ): «Άλλη υπόθεση... είναι οι εκτελέσεις της Αργολιδοκορινθίας. Ο γραμματέας της Π.E. Κορίνθου δηλώνει υπεύθυνα... ότι απ' τη μελέτη που έχει κάνει μέχρι τώρα, διαπιστώνει ότι έγιναν πάνου από 1.200 εκτελέσεις ανθρώπων, που εμείς σήμερα δεν μπορούμε με κανένα στοιχείο να δικαιολογήσουμε. Εκτελέστηκε γραμματέας K.Ο. χωριού, γιατί υποστήριζε με επιμονή πως στο χωριό του δεν έχει αντίδραση για κόψιμο, η οποία κατά τον Σέγγο έπρεπε απαραίτητα να υπάρχει σε ποσοστό 10-15% σε όλο το χωριό» (έμφαση και ορθογραφία του πρωτοτύπου). Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της βίας αυτής, αρκεί να σημειωθεί πως, σύμφωνα με (αριστερή) έκθεση, το σύνολο των φόνων που διαπράχθηκαν από δεξιές παρακρατικές ομάδες την περίοδο από 12-2-45 έως 31-3-1946 σε ολόκληρη την χώρα ανέρχονται σε 1.289, όσα περίπου ήταν μόνο τα θύματα του EAM στην Αργολιδοκορινθία.

Μπροστά στη γενική κατακραυγή, το KKE αναγκάστηκε τελικά, τον Οκτώβριο του 1944, να διαγράψει τον Ζέγγο. H διαγραφή αυτή ήταν για «τα μάτια του κόσμου», καθώς ο Ζέγγος φαίνεται πως επανεντάχθηκε στον κομματικό μηχανισμό με παρέμβαση του Βελουχιώτη, για να καταλήξει τελικά πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία. Ο Ανδρεαδάκης εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και σκοτώθηκε στο «δεύτερο αντάρτικο». Το σκεπτικό της διαγραφής έχει ενδιαφέρον, καθώς αναφέρεται σε «εγκληματική διαστρέβλωση της κομματικής γραμμής... Χρησιμοποίησε [ο Ζέγγος] εναντίον πολιτών μέθοδες που δεν έχουν καμία σχέση με την κομματική ηθική και συμπεριφορά και προξένησε ζημιά στο κόμμα». Φαίνεται δηλαδή καθαρά, πως το KKE απέρριπτε, τότε, ερμηνείες της βίας αυτής ως απλό απότοκο του πολέμου («πόλεμος ήταν, έτσι γίνεται στον πόλεμο»), τις οποίες παραδόξως κάποιοι υιοθετούν σήμερα.

3. Πηγή τρίτη, που δείχνει πως δεν έχουμε να κάνουμε με μεμονωμένα τοπικά γεγονότα, άλλη μια εσωτερική έκθεση του KKE (συντάχθηκε από τον Πολύβιο Ισαριώτη και βρίσκεται επίσης στο αρχείο του KKE). Αναφέρεται, πως «η θέση "αντιδραστικοί" που έπρεπε να ξεπατωθούν», επιβλήθηκε από την κομματική ηγεσία σε ολόκληρη την Πελοπόννησο ήδη από τον Δεκέμβριο του 1943 (προτού, δηλαδή, σχηματιστούν τα Τάγματα Ασφαλείας στην περιοχή).

Στελέχη σαν τον Ζέγγο έδρασαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, συνήθως με την κάλυψη και ενθάρρυνση του κόμματος. Ο Μιχάλης Ντούσιας, ΕΑΜικό στέλεχος στον Νομό Πρέβεζας, αναφέρει για παράδειγμα την περίπτωση του «Ροβεσπιέρου» (Ανδρέα Φιλίππου), στελέχους του KKE στο Ξηρόμερο Αιτωλοακαρνανίας, την πολιτεία του οποίου χαρακτηρίζει «αυθαίρετη τρομοκρατική δράση» εμφορούμενη από τη λογική ότι «όποιος δεν ήταν δικός μας, ήταν εχθρός μας». Πρόσφατες έρευνες έχουν τεκμηριώσει αντίστοιχες πρακτικές στη Μακεδονία και αλλού.

Επανάσταση, εκκαθαρίσεις και «πράσινα άλογα»

Θα μπορούσα να παραθέσω πολύ περισσότερες «αξιόπιστες» πηγές, αλλά αυτές αρκούν για να διαφανεί η ποιότητα της κριτικής περί πηγών. Σε γενικές γραμμές, οι πηγές τεκμηριώνουν μια λογική γενικών εκκαθαρίσεων που δεν μπορεί να φορτωθεί απλά στις πλάτες των Γερμανών. Άλλωστε, στη Γαλλία και την Ιταλία, οι Γερμανοί διέπραξαν αντίστοιχες θηριωδίες, εκεί όμως οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν απάντησαν με μαζικές σφαγές αμάχων. Αντίθετα, ένα ερμηνευτικό στοιχείο (ανάμεσα σε άλλα) που δεν μπορεί να αγνοηθεί, είναι οι στόχοι του KKE, ενός κόμματος με λενινιστική παράδοση και σταλινική πρακτική. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο εκ των τότε ηγετών του Γιάννης Ιωαννίδης, αναφερόμενος στους «αντιδραστικούς» των πόλεων, «εμείς θα τους εξουδετερώναμε, γιατί κάναμε επανάσταση και η επανάσταση δεν ξέρει άλλα. Τα άλλα είναι πράσινα άλογα».

Νοσηρή νοοτροπία

Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία αμφιβολία για το μέγεθος και τη λογική της αριστερής βίας (χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, πως πήρε την ίδια έκταση και μορφή σε κάθε περιοχή. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει). Είναι θλιβερό (και ενδεικτικό μιας πραγματικά νοσηρής νοοτροπίας), πως εξήντα χρόνια μετά τα γεγονότα αυτά έχουμε φθάσει να αμφισβητούμε, να δικαιολογούμε ή ακόμα και να υπερασπιζόμαστε πράγματα και καταστάσεις που ακόμα και το KKE του 1945 χαρακτήριζε «εγκληματική διαστρέβλωση της κομματικής γραμμής» και δεχόταν πως «δεν μπορούμε με κανένα στοιχείο να δικαιολογήσουμε». Μια τέτοια στάση είναι ίσως κατανοητή για κάποιους βετεράνους του Εμφυλίου, αλλά αποτελεί σοβαρότατο ολίσθημα για επαγγελματίες ιστορικούς. H ανάδειξη (και ψύχραιμη συζήτηση) των γεγονότων αυτών είναι αναγκαία για την προαγωγή της ιστορικής έρευνας, αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: η αποσιώπηση και απόκρυψή τους θα επέτρεπε την άδικη συγχώνευση εκείνων που εγκλημάτησαν (υπενθυμίζω: όρος του KKE της εποχής) στο όνομα της «επανάστασης» με την πλειονότητα των μελών του EAM και του ΕΛΑΣ που εμφορούνταν από πατριωτικά αισθήματα και των οποίων η στάση υπήρξε άμεμπτη.


Ο Στάθης Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Όταν η μελέτη της Ιστορίας γίνεται... κουτσομπολιό

Γιώργος Μαργαρίτης

Εδώ και πολύ καιρό γίνεται στις στήλες του «Βιβλιοδρομίου» των «ΝΕΩΝ» ένας «Διάλογος για την Ιστορία» με σταθερό πρωταγωνιστή τον Στάθη Καλύβα. Αυτός ο διάλογος ολοένα και λιγότερο είναι διάλογος και ολοένα και λιγότερο αφορά την Ιστορία. Δηλαδή:

1. Προϋπόθεση του διαλόγου είναι μια στοιχειώδης εντιμότητα. H διαρκής προσφυγή του «πρωταγωνιστή» σε τεχνάσματα, σε «προσαρμογές» των χρονολογικών δεδομένων και των γεγονότων, σε στρεβλώσεις, σε αποκρύψεις και σε αλλοίωση δεδομένων δεν συνηγορεί στη δημιουργία συνθηκών διαλόγου.

2. Προϋπόθεση του διαλόγου για την Ιστορία είναι η στοιχειώδης γνώση της τελευταίας. Ο Καλύβας επιδεικνύει διαρκώς μια προκλητική και αποκαλυπτική άγνοια γεγονότων και καταστάσεων – συνειδητή ή ασυνείδητη μάς είναι αδιάφορο – η οποία αφαιρεί κάθε βάση για τη διεξαγωγή διαλόγου.

3. Προϋπόθεση του διαλόγου είναι να υπάρχουν κάποια ερωτήματα, την απάντηση στα οποία αναζητούμε. Ο Καλύβας πεισματικά εμμένει στη δική του εκδοχή ότι η βία στην κατοχική περίοδο εκπορεύεται από τον λενινιστικό – εγκληματικό χαρακτήρα του KKE, που γεννάει, υποθάλπτει ή φιλοξενεί χωρίς προβλήματα εγκληματίες. Ο ένοχος έχει βρεθεί, ερήμην των γεγονότων και της Ιστορίας, και όσοι δεν αποδέχονται το δικαστικό πόρισμα έχουν «νοσηρή νοοτροπία». Επιπλέον, στη βάση αυτών των εύκολων χαρακτηρισμών ο Καλύβας αυτοορίζεται δικαστής και οι συνομιλητές του τοποθετούνται στο εδώλιο του κατηγορουμένου.

4. Προϋπόθεση του διαλόγου είναι να γνωρίζει η μία πλευρά τις θέσεις της άλλης. Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε κάτι το τελείως άνισο. H θεωρούμενη από τον Καλύβα «ξεπερασμένη γενιά» ιστορικών έχει ως τώρα δημοσιεύσει και εκθέσει στην κρίση του κοινού και της επιστημονικής κοινότητας έργα έκτασης πολλών – πολλών χιλιάδων σελίδων, στις οποίες παρουσιάζονται οι απόψεις, οι γνώσεις και οι θέσεις της. Ο Καλύβας έχει δημοσιεύσει επί του αντικειμένου ένα άρθρο 44 σελίδων. Προφανώς, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τις απόψεις του για ευρύτερα ζητήματα – για παράδειγμα, τι νομίζει ότι συμβαίνει στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τι νομίζει ότι είναι ο ναζισμός.

Το γεγονός ότι με βάση αυτό το συγκεκριμένο έργο ο Καλύβας έχει αναδειχθεί σε σημαντικές θεσμικά θέσεις και στη χώρα μας και έχει καταστεί επίσημος κατήγορος της Ιστορίας και των ιστορικών θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στον χώρο της πολιτικής παρά στον αντίστοιχο της επιστήμης.

1. Τερατώδης παραποίηση της Ιστορίας

Μία ομάδα νεοσυλλέκτων στην τεχνική πτέρυγα εκπαίδευσης του ελληνικού
εκπαιδευτικού κέντρου παίρνουν συμβουλές από βρετανική εκπαιδευτική
 ομάδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
(Φωτογραφία από Χαρακτηριστικά Keystone / Getty Images). 1947
Για να απαντήσει στο βασικό ερώτημα ποια πλευρά έφερε την τρομοκρατική βία στην Πελοπόννησο, ο Καλύβας διαστρεβλώνει, αποσιωπά και προσαρμόζει συλλήβδην όλα τα δεδομένα με στόχο να σκηνοθετήσει την ενοχή της Αριστεράς, της Αντίστασης. Χαρακτηριστικό είναι το συμπέρασμα του Καλύβα στο άρθρο για την «Κόκκινη Τρομοκρατία». Ξεκινά με την κατάσταση στις ζώνες των 60 χωριών της Αργολίδας που έχει ειδικά μελετήσει: «Η πρώτη συστηματική εκστρατεία δολοφονίας αμάχων στην Αργολίδα έλαβε χώρα («ξεκίνησε» στο αγγλικό κείμενο) τον Νοέμβριο του 1943: οργανώθηκε από το ΕΑΜ και όχι από τις δυνάμεις Κατοχής» (σ. 166 της βελτιωμένης δεύτερης ελληνικής έκδοσης του συλλογικού τόμου με επιμέλεια του Μαζάουερ, «Μετά τον πόλεμο»). Συνεχίζει παρακάτω με μια έντεχνη («πονηρή» είναι ο καλύτερος όρος) γενίκευση, η οποία στηρίζεται στην εκτίμηση ενός Βρετανού αξιωματικού συνδέσμου ότι αυτήν την εποχή «η εκστρατεία τρομοκρατίας που διεξήγαγε το EAM τον χειμώνα του 1943-1944 δεν περιορίστηκε στην Αργολίδα. Ένα παρόμοιο κύμα δολοφονιών σάρωσε ολόκληρη την Πελοπόννησο εκείνη την εποχή». Ακόμα παρακάτω (σ. 167) βρίσκουμε τις διαστάσεις των γεγονότων που οδηγούν στο αρχικό συμπέρασμα. «H χειμερινή δολοφονική εξόρμηση του EAM το 1943-44 είχε προκαλέσει είκοσι εννέα θύματα…». Το «χειμερινή», σύμφωνα με τα συμφραζόμενα, περιλαμβάνει μία περίοδο από τον Νοέμβριο του 1943 ώς τον Μάιο του 1944, την περίοδο δηλαδή που γίνονται οι πρώτες άκαρπες προσπάθειες από τη πλευρά των Γερμανών για εγκατάσταση Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή. Παρεμπιπτόντως, η καταμέτρηση των 29 θυμάτων στηρίζεται πράγματι πάνω σε σχετικά αναξιόπιστες πηγές: στην «τοπική ιστορία», στις προφορικές δηλαδή μαρτυρίες ανθρώπων που συλλέχθηκαν πενήντα χρόνια μετά τα γεγονότα, στις δικογραφίες του τοπικού εφετείου που δίκαζε τους αριστερούς μετά τη Βάρκιζα, ενώ η γενίκευση στηρίζεται στην «υποψία» ενός Άγγλου αξιωματικού. Αυτό έχει σχετική μόνο σημασία που αφορά τις μεθόδους εργασίας του Καλύβα μέσα στην αγωνία του να φτάσει «συνοπτικά» στο καταδικαστικό συμπέρασμα.

Το συμπέρασμα όμως αυτό καθεαυτό – έτσι όπως προέκυψε από τον εκβιασμό και την «τροποποίηση» των πηγών – αποτελεί μία τερατώδη, σχεδόν απίστευτη, παραποίηση της ιστορικής πραγματικότητας της περιόδου. Μία πρόχειρη ανθολόγηση των κυριότερων βιαιοτήτων που διέπραξαν τα στρατεύματα Κατοχής στον Μοριά στις παραμονές της περιόδου αυτής – πριν από τον χειμώνα 1943-44 – μας εξηγεί εύγλωττα το γιατί: Στις 24 Νοεμβρίου του 1943 είχαμε τη μαζική εκτέλεση 118 επιφανών πολιτών της Σπάρτης στο Μονοδένδρι, στις 3 Δεκεμβρίου είχαμε την εκτέλεση 50 πολιτών στην Πάτρα, στις 5 Δεκεμβρίου τον απαγχονισμό 50 κρατουμένων από το στρατόπεδο της Τρίπολης (που ήδη λειτουργούσε ως κέντρο ομηρείας και προμηθείας θυμάτων «προς παραδειγματισμόν») στον σιδηροδρομικό σταθμό Ανδρίτσας Άργους, στις 7 του ίδιου μήνα εκτελέστηκαν 40 «όμηροι» στις φυλακές του Γυθείου, ενώ από την επόμενη ημέρα, στις 8 Δεκεμβρίου, άρχισαν οι μεθοδικές εκτελέσεις στην περιοχή των Καλαβρύτων που κορυφώθηκαν με τη μαζική θανάτωση όλων των αρρένων κατοίκων της κωμόπολης, ανεβάζοντας το σύνολο των θυμάτων του τρομερού πενθημέρου σε περισσότερα από χίλια θύματα. Περιορίζομαι δε στα κυριότερα γεγονότα, καθώς, αν προσμετρήσουμε τα μικρότερα περιστατικά, ο Μοριάς – και η Αργολίδα – έμοιαζε με μεσαιωνικό, στην αγριότητά του, τοπίο.

Το συνδικαλιστικού τύπου παραπλανητικό «κόλπο» στο άρθρο του Καλύβα προσπαθεί απλά να δημιουργήσει εντυπώσεις στους αναγνώστες (τους οποίους ο Καλύβας προκλητικά υποτιμά θεωρώντας τους ολότελα αδαείς και ανόητους) και να υπηρετήσει το συμπέρασμα ότι η βία ξεκίνησε και προήλθε από μία εγκληματική παρόρμηση, που φαίνεται ότι διακατείχε το KKE της εποχής (ως κόμμα «με λενινιστική παράδοση και σταλινική πρακτική»). Σε συνδυασμό με τα παραπάνω, η «αθώα» φράση ότι «οι πηγές τεκμηριώνουν μία λογική γενικών εκκαθαρίσεων που δεν μπορεί απλά να φορτωθεί στις πλάτες των Γερμανών» κάθε άλλο παρά αθώα είναι. Με λίγο χρονολογικό αχταρμά και καλή σκηνοθεσία όλα γίνονται. Την πόρτα του φρενοκομείου δεν την άνοιξε ο ναζισμός, αλλά ο κομμουνισμός – έστω οι ημίτρελοι σφαγείς που το KKE της εποχής με ευχαρίστηση «φιλοξενούσε». Αυτά στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο!

2. Ατυχή παραδείγματα που δημιουργούν εντυπώσεις

Στις χιλιάδες σελίδες που ως σήμερα έχουν καταθέσει οι ιστορικοί της περιόδου της Κατοχής και του Εμφυλίου – οι ίδιοι που ο Καλύβας θεωρεί «ξεπερασμένους» και δέσμιους των «μύθων» (στην ευγενέστερη εκδοχή) – πουθενά δεν υπάρχει ούτε «απόκρυψη» ούτε «δικαιολόγηση» της βίας της Αριστεράς στη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στις ίδιες σελίδες έχουν κατ’ επανάληψη αναφερθεί περιπτώσεις σαν και αυτές που τώρα ο Καλύβας ανακαλύπτει. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με προγενέστερες δηλώσεις του ίδιου, τέτοιου είδους στοιχεία, δημοσιευμένα μάλιστα σε παλαιά έργα του υπογράφοντος το παρόν σημείωμα, βρίσκονται στη βάση των δικών του ερευνών. Φυσικά, στα δημοσιεύματα αυτά ο σεβασμός προς τη χρονολογική ταξινόμηση των γεγονότων είναι σαφώς αξιοπρεπέστερος. Το κύμα των εκκαθαρίσεων ενάντια στους συνεργάτες των Γερμανών ναζί, που ξέσπασε όταν οι τελευταίοι αδυνατούσαν πλέον να τους προστατεύσουν, είναι απόλυτα γνωστό και επιδέχεται πολιτικές και ιστορικές ερμηνείες σαφώς πιο γόνιμες από τις «εγκληματολογικές» που προωθεί ο Καλύβας.

Άρα, οι έντονοι – εναντίον των ιστορικών – αφορισμοί στο παραπάνω κείμενο, που αποδίδονται μάλιστα στη «νοσηρή νοοτροπία» όλων πλην του Καλύβα και του κύκλου του, μάλλον αποβλέπουν ενσυνείδητα στη δημιουργία εντυπώσεων και στην παραπλάνηση των αναγνωστών.

Εκτός από μια στοιχειώδη εντιμότητα και την αποφυγή χρήσης τεχνασμάτων, η συζήτηση για την Ιστορία προϋποθέτει στοιχειώδη γνώση της Ιστορίας, του γενικού πλαισίου πάνω στο οποίο αναφερόμαστε. Στην προκειμένη περίπτωση, με τη μεγαλύτερη άνεση παρατίθενται οι πιο εντυπωσιακές ανακρίβειες. Στο δημοσίευμα του Καλύβα στο «Βιβλιοδρόμιο» των «ΝΕΩΝ», στις 8-9 Μαΐου, επιστρατεύεται το παράδειγμα της Γαλλίας και της Ιταλίας, όπου, παρ’ όλο που «οι Γερμανοί διέπραξαν αντίστοιχες θηριωδίες (…), εκεί οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν απάντησαν με μαζικές σφαγές αμάχων». Το παράδειγμα είναι εξαιρετικά ατυχές. Οι εκεί γερμανικές θηριωδίες πολύ απείχαν από τα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα, ενώ, και στις δύο περιπτώσεις, οι αιματηρές εκκαθαρίσεις της Αντίστασης ενάντια στους συνεργάτες των ναζί, συχνά κοινωνικές ομάδες ολόκληρες, και στους παλαιούς φασίστες, πήραν τρομερές διαστάσεις. H Απελευθέρωση στη Γαλλία πήρε τον χαρακτηρισμό «bain de sang» («λουτρό αίματος»), όπου μέσα σε ελάχιστο χρόνο χάθηκαν πενήντα έως εκατό χιλιάδες άτομα. Στην Ιταλία, η κατάρρευση της Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας (του τελευταίου πολιτικού σχήματος του Μουσολίνι) στον ιταλικό Βορρά κάθε άλλο παρά αναίμακτη ήταν. Οι συνοπτικές εκτελέσεις – συχνά μαζικές – φασιστών ήταν περίπου 75.000 και οι χωρίς δίκη θανατώσεις συνεχίστηκαν ώς το τέλος του 1945 και ως την «αμνηστία» που έδωσε τον Οκτώβριο του 1946 ο Τολιάτι, γραμματέας του K.K. Ιταλίας και υπουργός Δικαιοσύνης στην τότε ιταλική κυβέρνηση.

Αυτά είναι γνωστά ακόμα και σε πρωτοετείς φοιτητές. Και όμως, ο αφόρητα αδαής Καλύβας τη Γαλλία και την Ιταλία βρήκε να φέρει ως επιχείρημα!

3. Ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό

Το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι «εκκαθαρίσεις» των συνεργατών των ναζί δεν πήραν την έκταση και τη μορφή που είχαν στη Γαλλία και την Ιταλία – το εκεί κράτος, ελάχιστα «λενινιστικό», όχι μόνο δικαίωσε τις έξω από διαδικασίες θανατώσεις, αλλά και δεν ασχολήθηκε με αυτές, καθώς ήταν απασχολημένο με την πιο επίσημη καταδίκη και την εκτέλεση των δωσίλογων που έπεσαν στα δικά του χέρια – οφείλεται μάλλον στην προσήλωση του KKE στη «νομιμότητα». Θα μπορούσε λοιπόν ο Καλύβας να μην είναι τόσο αχάριστος.

H επιλεκτική χρήση των πηγών συνίσταται στο να ανθολογούμε ό, τι μας αρέσει από όπου μας αρέσει. H Αντίσταση γενικά, το EAM, ο ΕΛΑΣ, η ΠΕΕΑ ειδικότερα, με επιμονή εξέθεταν τις απόψεις τους και τις πολιτικές προθέσεις τους. Σε καμία από αυτές δεν προβλεπόταν η εκκαθάριση των «αρχουσών τάξεων». Θα ήταν μάλλον υπερβολικό να ελπίζουμε ότι ο Καλύβας γνωρίζει την κοινωνική σύνθεση του Εθνικού Συμβουλίου, λόγου χάρη, του κυριότερου «συνταγματικά» πολιτικού σώματος της Αντίστασης. Υπήρχε τόσο συμπαγής εκπροσώπηση των τοπικών ελίτ σε αυτό, των τοπικών «προυχόντων», που θα ήταν μάλλον αυτοκαταστροφικό για το KKE να θέλει να τους «κόψει». Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τον Καλύβα. Αντί για τις αμέτρητες σελίδες επίσημων κειμένων, προτιμά το «κουτσομπολιό» πάνω σε αυτά που είπε ο Ζέγγος (ο καθαιρεθείς λόγω «υπερβάλλοντος ζήλου» γραμματέας του KKE στην Αργολιδοκορινθία εκείνη την εποχή) και σε αυτά που δήλωσε – πολύ κατόπιν εορτής και σε εποχές προβληματικές για τον ίδιον – ο Ιωαννίδης αναφερόμενος (άλλη πονηρή «παρανόηση» του Καλύβα) στο κράτος του Ιωάννη Ράλλη και τις δυνάμεις του – τα στελέχη αυτού του μηχανισμού ήθελε να εξοντώσει και όχι γενικά και αόριστα «αμάχους».

Εάν ένας οποιοδήποτε πρωτοετής φοιτητής της Ιστορίας περιφρονούσε με τέτοιο τρόπο την ιεράρχηση και την αξιολόγηση των πηγών, θα έπαιρνε σε κάθε Πανεπιστήμιο που σέβεται τον εαυτό του ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό. Στο Γέιλ πώς βαθμολογείται το εν λόγω ατόπημα;

4. Ζήτημα πολιτικών επιλογών

Το πολιτικό διάβημα των απόψεων του αυτοονομαζόμενου «νέου ρεύματος», του οποίου εκφραστής έχει ανακηρυχθεί ο Καλύβας, είναι ορατό διά γυμνού οφθαλμού. Σε αυτά τα πλαίσια αποτελεί αντικείμενο πολιτικής πλέον διερεύνησης η έκταση που έχει πάρει το φαινόμενο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και οι θεσμικές θέσεις που τόσο εύκολα τού παραχωρούνται και στη χώρα μας. Να θυμίσουμε μόνο ότι είναι διευθυντής σειράς (Πολιτικής Επιστήμης) στις πολύ δημοκρατικές Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Διακρίνεται μία σημαντική «επένδυση» στο φαινόμενο Καλύβας, τέτοια που ποτέ πριν δεν είχαμε δει, στο πρόσφατο τουλάχιστον παρελθόν. Αυτό είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών πάνω στις οποίες ας μου επιτραπεί μόνο μία μικρή παρατήρηση. Θα υποστήριζα ότι όποιος πραγματικά πιστεύει ότι το μέλλον των ανθρωπιστικών επιστημών βρίσκεται στις μεταφυσικές, αντιεπιστημονικές απόψεις της αμερικανικής ακροδεξιάς, κινδυνεύει να βρεθεί πολύπλευρα εκτεθειμένος.

H κοινωνία μας, βλέπετε, δεν φαίνεται επαρκώς «ώριμη» και διατεθειμένη να καταδικάσει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ως «εγκληματία πολέμου» για τη στρατηγική τού «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» – αμάχους και μη. Για τον ίδιο λόγο είναι μάλλον απίθανο να δούμε τα Τάγματα Ασφαλείας και τη δράση τους στο «εικονοστάσιο» των εθνικών ηρώων και σε τιμητική θέση στα σχολικά βιβλία.

Ως εκ τούτου, ο «Διάλογος για την Ιστορία», όπως τον κανοναρχεί η παρουσία του Στάθη Καλύβα, έχει επιπλέον μάλλον περιορισμένο πολιτικό ενδιαφέρον.

ΤΑ ΝΕΑ , 05/06/2004  Σελ.: P10

Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Ο ναρκισσισμός των μικρών πραγμάτων. Περί σύγχυσης, ιστοριογραφίας και άλλων δαιμονίων 1

ΘΑΝΑΣΗΣ Δ. ΣΦΗΚΑΣ

Το εγχείρημα

Το εγχείρημα είναι γνωστό και έχει ήδη κλείσει μια δεκαετία ζωής, αν και η τελευταία πενταετία είναι εκείνη κατά την οποία έχει τύχει δυσανάλογα μεγάλης δημοσιότητας και επιστημονικής προσοχής. Σε μια διανοητική και επιστημολογική συγκυρία όπου υποστηρίζεται αφελώς ότι το μόνο καθήκον της κάθε εποχής έναντι της ιστορίας είναι να την ξαναγράψει, στην ιστοριογραφία για τη νεώτερη και σύγχρονη Ελλάδα το καθήκον επιτελείται κυρίως διά της αναπαλαίωσης και παλινόρθωσης παλαιότερων σχημάτων και ερμηνειών για την ιστορία της δεκαετίας 1940-1950. Φορείς του εγχειρήματος είναι το αυτοπροσδιοριζόμενο ως «νέο κύμα» στην ιστοριογραφία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, με επικεφαλής τους πολιτικούς επιστήμονες Στάθη Καλύβα (Πανεπιστήμιο Yale) και Νίκο Μαραντζίδη (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας). Η προσπάθεια άρχισε με ανακοίνωση του Καλύβα σε συνέδριο για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο στο Λονδίνο το 1999 2, συνεχίστηκε με τη δημοσίευση μελέτης του με τίτλο «Κόκκινη τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», η οποία εμφανίσθηκε αρχικά στην αγγλική γλώσσα το 2000 3, και έλαβε τη μορφή διαγγέλματος με τη δημοσίευση του προγραμματικού δεκαλόγου του «νέου κύματος» στην εφημερίδα Τα Νέα τον Μάρτιο του 2004 4. Ακολούθησαν τρία εκτενή δείγματα γραφής με τη μορφή τριών βιβλίων, τα οποία, κατά τον Ηλία Νικολακόπουλο, συγκροτούν «την τριλογία της σύγχυσης» 5: το πρώτο αφορά τους «άλλους καπετάνιους» 6, κυρίως ένοπλους συνεργάτες των κατακτητών στην περίοδο της Κατοχής· το δεύτερο είναι η ετεροχρονισμένη εκδοχή του ημερολογίου του Δημήτρη Βλαντά για τα χρόνια 1947-1949 7 το τρίτο, στο οποίο εστιάζει το άρθρο αυτό, αφορά την ιστοριογραφία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου και φέρει τον αμφίσημο, και εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητο, τίτλο «η εποχή της σύγχυσης» 8.

Η αντιπαράθεση με αυτό το «νέο» ή «μετα-αναθεωρητικό» –όπως επίσης αυτοαποκαλείται
στο εν λόγω βιβλίο– ρεύμα (σ. 40, 42-3, 45 και passim) με λίγες εξαιρέσεις επικεντρώθηκε στις άλλοτε ρητές και άλλοτε υπόρρητες πολιτικο-ιδεολογικές συντεταγμένες του εγχειρήματος. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι, με αξιοπρόσεκτη συχνότητα, οι θέσεις του «νέου κύματος» υποστηρίζονται από δημοσιεύματα του Στάθη Καλύβα και του Νίκου Μαραντζίδη στον κυριακάτικο τύπο, όπου οι δυνατότητες επηρεασμού των ανυποψίαστων ή αυτών που είναι ήδη έτοιμοι να δεχθούν τη νέα αλήθεια που κηρύσσει το «νέο κύμα» είναι πολύ μεγαλύτερες. Ένα τέτοιο δημοσίευμα που συμπυκνώνει το Παράδειγμα και τη φιλοσοφία του «νέου κύματος» είναι άρθρο του Στάθη Καλύβα στην Καθημερινή τον Μάρτιο του 2009, στο οποίο ο αυτοαναφορικός ναρκισσισμός οδηγεί στη διατύπωση της θέσης ότι στον ιστοριογραφικό στίβο της δεκαετίας του 1940 είναι μόλις τρία τα άλματα προς την επιστημονική αλήθεια: το πρώτο ήταν ο συλλογικός τόμος υπό την επιμέλεια του Γιάννη Ο. Ιατρίδη που δημοσιεύτηκε στα αγγλικά το 1981 και στα ελληνικά το 1984 9· το δεύτερο, μια δεκαετία αργότερα, ήταν το βιβλίο του Mark Mazower για την Ελλάδα της Κατοχής, 10 το οποίο κυκλοφόρησε, όπως επισημαίνει ο Καλύβας, την ίδια χρονιά με την Ορθοκωστά του Θανάση Βαλτινού, ενός μυθιστορήματος «για τον κατοχικό εμφύλιο στην Πελοπόννησο, που έθεσε με λογοτεχνικό τρόπο αντίστοιχα θέματα και του οποίου η επιρροή αποδείχθηκε εκ των υστέρων σημαντικότατη»· η εμφάνιση του «νέου κύματος» είναι «το τρίτο άλμα», το οποίο άρχισε στη διετία 1999-2000 και διαρκεί ως σήμερα – την Εποχή της σύγχυσης. Οι υπόλοιποι ερευνητές αναλώθηκαν, και εξακολουθούν να αναλώνονται, σε «στείρα ερωτήματα που είχαν πιο πολύ σχέση με τις μεταφυσικές ανησυχίες της Αριστεράς απ’ ό,τι με τις επιταγές της έρευνας» (τις οποίες καθορίζει πλέον το «νέο κύμα»), με αποτέλεσμα να «αναπαράγονται συστηματικά μύθοι και κλισέ που έχουν τελείως απαξιωθεί επιστημονικά»: 11 το πότε, από ποιους και με ποιον τρόπο απαξιώθηκαν δεν είναι σαφές, εκτός εάν και εδώ ο αυτοαναφορικός ναρκισσισμός του «νέου κύματος» αποτελεί την αυτονόητη απάντηση· και μάλλον την αποτελεί, εφόσον, κατά τον Καλύβα, έχει πλέον αναδειχθεί ο «κυρίαρχο[ς] ρόλο[ς] του Δικτύου και των συνεδρίων του στη διαμόρφωση της ερευνητικής ατζέντας». 12 Ωστόσο, η εμμονή σε μια αντιπαράθεση πολιτικού και ιδεολογικού περιεχομένου ή μια συζήτηση που επικεντρώνεται στα υφολογικά στοιχεία του «μετα-αναθεωρητικού» λόγου επισκιάζει τη βασική αδυναμία του εγχειρήματος, που είναι οι επισφαλείς θεωρητικές, μεθοδολογικές και δεοντολογικές του πρακτικές, οι οποίες υπονομεύουν σημαντικά την επιστημονική αξιοπιστία του.

Από τον «αναθεωρητισμό» στον «μετα-αναθεωρητισμό» και τις «νέες ιστορίες»

Οι πρακτικές αυτές αναδεικνύονται και στην Εποχή της σύγχυσης, που αποτελεί την πιο φιλόδοξη μέχρι στιγμής απόπειρα του «νέου», «μετα-αναθεωρητικού» ρεύματος. Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να επισημανθεί η μηχανιστική και εν τέλει παραπλανητική χρήση του όρου «μετα-αναθεωρητισμός/μετα-αναθεωρητές», τόσο από αυτούς που τον ενστερνίζονται όσο και από κάποιους επικριτές τους. Ως προς τους δεύτερους, ο Νίκος Μαραντζίδης ορθά επισημαίνει (σ. 192-193) ότι οι επικριτές του εγχειρήματος συχνά ταυτίζουν τις μελέτες τοπικής ιστορίας με τον «‘αναθεωρητισμό’ (που προφανώς παραπέμπει σε αυτούς που αμφισβητούν τα εγκλήματα των ναζί) και με τον ‘μεταμοντερνισμό’», για να συμπληρώσει, εξίσου ορθά, ότι «εάν δεν πρόκειται για ακραία κακοπιστία, πρόκειται για βαθιά άγνοια και αδυναμία κατανόησης της συζήτησης». Είναι κυρίως το δεύτερο, και δεν θα ήταν δυνατό να ισχυρισθεί κάποιος εγγράμματος ότι το έργο που έχει παράξει μέχρι στιγμής το «νέο κύμα» εμφορείται από μεταμοντέρνες απόψεις. Ανάλογο όμως είναι το πρόβλημα που δημιουργείται με τη χρήση του όρου «μετα-αναθεωρητισμός/μετα-αναθεωρητές» από τους συντελεστές του εγχειρήματος, καθώς στην προσπάθειά τους να αποποιηθούν τον υπόρρητο συνειρμό με τους «άλλους αναθεωρητές» (κατά το «οι άλλοι καπετάνιοι»), εισάγουν τον όρο «μετα-αναθεωρητισμός/μετα-αναθεωρητές». Αυτός απαντά στην αμερικανική –ούτε καν στην αγγλική– ιστοριογραφία και δηλώνει κάτι πάρα πολύ συγκεκριμένο: τα ερμηνευτικά Παραδείγματα της αμερικανικής ιστοριογραφίας για τον λεγόμενο «Ψυχρό Πόλεμο», τα οποία ξεκινούν με τους «ορθόδοξους/παραδοσιακούς» (orthodox/traditionalists, οι οποίοι αποδίδουν τις μεταπολεμικές εξελίξεις στον σοβιετικό ιδεολογικό και γεωστρατηγικό επεκτατισμό), περνούν στους «αναθεωρητές» (revisionists, οι οποίοι αποδίδουν τα όμοια στον αμερικανικό οικονομικό επεκτατισμό), και καταλήγουν στους «μετα-αναθεωρητές» (post-revisionists), οι οποίοι περιλαμβάνουν όλη τη γκάμα από κρυπτο-ορθόδοξους έως κρυπτο-αναθεωρητές και όλες τις ενδιάμεσες αποχρώσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο αυθεντικός, και δύσκολα αναπαράξιμος στην ελληνική ιστοριογραφία, «μετα-αναθεωρητισμός» περιλαμβάνει ένα μεγάλο εύρος προσεγγίσεων, Παραδειγμάτων και ερμηνειών, από τον κορπορατισμό του Michael Hogan και το μοντέλο εθνικής ασφάλειας του Melvyn Leffler ως την ιδεολογία του Michael Hunt, την πολιτισμική μεταφορά της Jessica Gienow-Hecht και το έμφυλο της Kristin Hoganson.13 Ο ελληνικός «μετα-αναθεωρητισμός» μάλλον υπολείπεται ακόμη, αφού προς το παρόν διαπιστώνει τρία μόνο κοινά στοιχεία των προσεγγίσεων που τον συναποτελούν: τη «στροφή στο μαζικό επίπεδο» και την «από τα κάτω οπτική»·14 τη διεπιστημονικότητα, με την άντληση υποθέσεων εργασίας και εργαλείων ελέγχου τους από την ιστορία, την πολιτική επιστήμη, την κοινωνιολογία και την κοινωνική ψυχολογία· και την απουσία σύνδεσης των προσεγγίσεων αυτών «με συγκεκριμένη ιδεολογία, παράταξη ή κόμμα» (σ. 40-43).

Ως προς την οπτική, η αντιμετώπιση μιας υποτιθέμενης «μονομέρειας» από μια άλλη απλώς διαιωνίζει την κατάτμηση της έρευνας και της ερμηνείας. Επιπλέον, στον ίδιο τόμο ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, αναφερόμενος παραδειγματικά στην «προκλητικά ανερεύνητη» περίπτωση του Άγγελου Έβερτ (σ. 271), και ο David Close, αναφερόμενος σε στρατιωτικούς (σ. 536), ζητούν τη μελέτη προσωπικοτήτων – και καλώς πράττουν· το αίτημά τους όμως βρίσκεται εκτός των προταγμάτων που θέτει το «νέο κύμα» (και όχι μόνον αυτό) στην Εποχή της σύγχυσης και αλλού, συνιστώντας ιστορία «από τα πάνω», με αντικείμενο όχι τις μάζες αλλά τις αρχηγεσίες.15 Αυτό είναι δείγμα της «μετα-αναθεωρητικής» πολυφωνίας ή, όπως συμβαίνει με κάποια εξαιρετικά κείμενα στον ίδιο τόμο –του Ιάκωβου Δ. Μιχαηλίδη και του Κωνσταντίνου Κατσάνου για τη γιουγκοσλαβική ιστοριογραφία, του Τάσου Χατζηαναστασίου για τη βουλγαρική, της Οντέτ Βαρών-Βασάρ για τη γενοκτονία των Ελλήνων Εβραίων, της Τασούλας Βερβενιώτη για τη γυναικεία γραφή περί Εμφυλίου, της Μαρίας Νικολοπούλου για τη λογοτεχνική αφήγηση του Εμφυλίου, και του Ευάνθη Χατζηβασιλείου για τις μη εαμικές αθηναϊκές αντιστασιακές οργανώσεις– μέσον άμβλυνσης του σκληρού πυρήνα των απόψεων του «νέου κύματος»;

Ως προς τη διεπιστημονικότητα, οπωσδήποτε «η αυτονομία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αποκλειστικότητα ή την αυτάρκεια»,16 αυτό όμως δεν αναιρεί την επιβεβλημένη προσέγγιση της ιστορίας ως αυτόνομης επιστήμης. Η άκριτη εμμονή στη διεπιστημονικότητα υποβιβάζει την ιστορία στο καθεστώς μιας χρήσιμης πηγής δεδομένων για την επιδίωξη των θεωρητικών αναζητήσεων των κοινωνικών επιστημών, παρεξηγώντας θεμελιωδώς «την ακεραιότητα και τη σημασία της ιστορίας ως μελέτης του ανθρώπου εν κοινωνία στο παρελθόν».17 Τέλος, το επιχείρημα περί της απουσίας σύνδεσης του «νέου κύματος» με «συγκεκριμένη ιδεολογία, παράταξη ή κόμμα» ανακαλεί την αποστροφή του Terry Eagleton ότι «η ιδεολογία, όπως και η κακοσμία του στόματος, είναι […] αυτό που έχει ο άλλος»:18 οι επικριτές του εγχειρήματος είναι «στρατευμέν[οι] ιδεολογικά ερευνητές, εθισμέν[οι] σε απλουστευτικούς αφορισμούς (βλ. ενδεικτικά, σ. 50, 44, 199-254 passim, 390).

Στην εισαγωγή τους («Το επίμονο παρελθόν»), ο Νίκος Μαραντζίδης και ο Γιώργος Αντωνίου κατηγοριοποιούν τις αντιδράσεις στο εγχείρημα ως εκείνες που αφορούν την επιστημονική μέθοδο· τις «συντεχνιακές», οι οποίες αφορούν το ποιος/ποια είναι ιστορικός και ποιος/ποια κάτι άλλο· και εκείνες που απορρέουν από «ιδεολογικά και πολιτικά κίνητρα» (σ. 43-44). Οι πρώτες έχουν συζητηθεί εκτενώς αλλού,19 εν πολλοίς ευσταθούν και δεν υπάρχει λόγος αναπαραγωγής τους εδώ. Οι δεύτερες στερούνται σοβαρότητας, καθώς αυτό που έχει σημασία δεν είναι αν είναι κανείς ιστορικός αλλά εάν αυτό που κάνει είναι ιστορία – πράγμα που σημαίνει συγκεκριμένη αντίληψη και μέθοδο. Η τρίτη δέσμη αντιδράσεων συνιστά ένα περισσότερο σύνθετο ζήτημα: κάποιες αντιδράσεις διατυπώθηκαν με ύφος (και αντίστοιχη ένδεια επιχειρημάτων) εισαγγελέα στη Μόσχα το 1937-38, όμως οι ελλείψεις, οι αδυναμίες και οι αστοχίες υλικού ως προς την πρώτη αιτίαση θα μπορούσαν, ενδεχομένως και μερικώς, να ερμηνεύσουν την τρίτη.

Αναφερόμενοι στις «βίαιες, άδικες και γεμάτες προκατάληψη» επιθέσεις που δέχθηκε το «νέο κύμα», οι επιμελητές του τόμου θεωρούν ότι η βιαιότητα των αντιδράσεων υπονομεύει την έρευνα, ενώ ταυτόχρονα αυτοπαρουσιάζονται ως θύματα και διωκόμενοι κάποιας πανεπιστημιακής ΟΠΛΑ, η οποία, σε αντίθεση με τη νέα γενιά ερευνητών, έχει μόνιμες θέσεις εργασίας και αναγκάζει τους νέους ερευνητές να πάρουν θέση σε «ανύπαρκτα στρατόπεδα» (σ. 44-45). Ενώ μια εμπειρική έρευνα επ’ αυτού παραμένει σε εκκρεμότητα, το γεγονός ότι κάποιο από τους επικριτές του «νέου κύματος» λειτουργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο οφείλεται στην ανάγκη για εκκαθάριση του εντός των τειχών ιδεολογικού εχθρού.

Όσον αφορά την καταγγελλόμενη ύπαρξη στρατοπέδων, είναι απαραίτητη η επισήμανση ότι στο κείμενό του ο Στάθης Καλύβας κατατάσσει τους ασχολούμενους με τη δεκαετία του 1940 σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη, ανομολόγητη εδώ αλλά εκκωφαντικά παρούσα στις προηγούμενες σελίδες του κειμένου του, εκκινεί ασφαλώς από τον Γιώργο Μαργαρίτη, συνιστώντας μια δυσάρεστη αλλά χρήσιμη υπενθύμιση των κινδύνων εγκλωβισμού που διατρέχει ο αμύητος, αλλά τώρα πλέον περιλαμβάνει και την Ιωάννα Παπαθανασίου και τον Χρήστο Χατζηιωσήφ. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει ονομαστικά αυτούς που δεν έχουν πρωτοτυπία αλλά είναι σοβαροί επαγγελματίες, και η τρίτη, επίσης ονομαστικά, περιλαμβάνει τους νέους και αποστασιοποιημένους (σ. 249-254)· θα είχε ενδιαφέρον μια ανάλογη κατηγοριοποίηση των συγγραφέων αυτού του τόμου από τον ίδιο τον Καλύβα.

Οι στόχοι του εγχειρήματος και η υλοποίησή τους

Ο Στάθης Καλύβας
Ο Νίκος Μαραντζίδης και ο Γιώργος Αντωνίου οριοθετούν τους στόχους του εγχειρήματος, αφού προηγουμένως προβούν σε μια αποτίμηση της έως τώρα πορείας και προσφοράς του. Το έργο των εν Ελλάδι «μετα-αναθεωρητών» αποτιμάται θετικά από τον εαυτό του, αφού η συμβολή του εντοπίζεται ακόμη και στο ότι «η δεκαετία του ’40 μπήκε ως μάθημα στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα» (σ. 45), ενώ παντού κυριαρχεί ο ναρκισσισμός του «νέου» (Παραδείγματος, προσέγγισης, εργαλείου, ερμηνείας, μεθόδου κλπ., σ. 39-40) και η αυτο-εξύμνηση του «Δικτύου για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων», της «άτυπης επιστημονικής ομάδας» που συγκροτήθηκε περί τους πρωτεργάτες του εγχειρήματος το 2000 (σ. 43, 395-400). Αφού ούτως έχουν εκτεθεί τα διαπιστευτήρια, ως ένας στόχος ορίζεται η επαναφορά του διαλόγου από τον δημόσιο χώρο στον επιστημονικό (σ. 46-47), και τούτο παρά το γεγονός ότι η αρχική εμφάνιση του «νέου κύματος» και η συνεχής προβολή των θέσεών του από συγκεκριμένες εφημερίδες έδειξε ότι τον δημόσιο χώρο και τη δημόσια προβολή την επεδίωξαν οι ίδιοι. Ο άλλος στόχος, περισσότερο επιστημονικοφανής, είναι η «για πρώτη φορά […] συνθετική κριτική παρουσίαση της σχετικής βιβλιογραφίας» για τη δεκαετία 1940-1950 (σ. 46). Θεματολογικές ελλείψεις του τόμου ομολογούνται και δικαιολογούνται με μια αναφορά στην έλλειψη ειδικών μελετητών για κάποιες θεματολογίες, αλλά και με μια ενδιαφέρουσα μνεία σε «αναπάντεχα προβλήματα κάθε είδους» (σ. 46), τα οποία πιθανόν ανέκυψαν κατά την προετοιμασία του τόμου. Έτσι, στο πρώτο μέρος υπάρχουν η βρετανική, η αμερικανική, η γερμανική, η γιουγκοσλαβική και η βουλγαρική πλευρά, όχι όμως η σοβιετική· στο δεύτερο μέρος, η ελληνική οπτική δεν εξαντλείται στην τοπική ιστορία, τις μη εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις της Αθήνας, ούτε βεβαίως στις «τρεις εγκυκλοπαίδειες»· στο τρίτο μέρος, οι Εβραίοι, οι γυναίκες και οι πολιτικοί πρόσφυγες όντως ανήκουν στην κατηγορία των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων· το τέταρτο μέρος περιλαμβάνει σημαντικές θεματικές, όμως υπάρχουν περισσότερα «ειδικά θέματα» από αυτά τα δύο, ενώ το μόνο πράγμα που συνδέει τη λογοτεχνική αποτύπωση του Εμφυλίου με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι το ότι συγκατοικούν σε αυτό το μέρος του τόμου.

Μολονότι κάποιες θεματικές ελλείψεις και κενά είναι εγγενή στα συλλογικά έργα, αυτό που δεν δικαιολογείται είναι οι βιβλιογραφικές ελλείψεις και απουσίες από τον συγκεκριμένο τόμο. Η επιστημονική μελέτη της περιόδου 1941-1944, και κατά συνέπεια οι βασικές πραγματολογικές, μεθοδολογικές και αναλυτικές προϋποθέσεις για τη μελέτη και της περιόδου 1945-1949, θεμελιώθηκαν με τις εργασίες του Χάγκεν Φλάισερ, του οποίου το Στέμμα και Σβάστικα παραμένει το κλασικό έργο αναφοράς, εντελώς ανέγγιχτο από το «νέο κύμα».20 Ωστόσο στην Εποχή της σύγχυσης ο Φλάισερ εμφανίζεται κυρίως ως επιμελητής ή συνεπιμελητής συλλογικών έργων, με αποτέλεσμα ο ανυποψίαστος να κινδυνεύει να θεωρήσει ότι η μελέτη της Κατοχής και της Αντίστασης ξεκίνησε με τον Mark Mazower το 1993. Ακολούθως, με εξαίρεση μια σύντομη, ελλιπή και αυστηρά περιγραφική αναφορά (σ. 504), από το κείμενο του David Close απουσιάζει η συμβολή του Φίλιππου Ηλιού, τόσο στη μορφή που είχε στην Αυγή το 1979-1980 όσο και στη μορφή που έλαβε με τη δημοσίευση του βιβλίου του το 2004.21 Έντονη είναι η αναντιστοιχία μεταξύ της βιβλιογραφίας που βρίσκεται στο τέλος του τόμου και των μελετών που εξετάζονται στα επιμέρους κεφάλαια: απουσιάζει παντελώς από το ευρετήριο και τη βιβλιογραφία ο Άγγελος Ελεφάντης, ενώ η πρόσφατη μελέτη της Ιωάννας Παπαθανασίου για το ΚΚΕ στην Αντίσταση απουσιάζει από τη βιβλιογραφία· ωστόσο, ο Ελεφάντης και ιδίως η Παπαθανασίου απασχολούν εκτενώς τον Στάθη Καλύβα στο κείμενο του.22 Ο Ole Smith υπάρχει μόνο για λίγες γραμμές (συνολικά επτά: τρεις στη σ. 513 και τέσσερις στη σ. 523), χωρίς καμμία ανάλυση του έργου του και με αναφορά σε ένα μόνον άρθρο του, και μάλιστα επαναληπτικά και ταυτολογικά.23 Η ένσταση ότι ο Smith δεν αναφέρεται σε στρατιωτικά ζητήματα γνωσιολογικά και αναλυτικά είναι προβληματική, ενώ στο ίδιο κείμενο του Close, το βιβλίο του Peter J. Stavrakis, που ούτε και αυτός έχει γράψει για τον «στρατιωτικό αγώνα», σχολιάζεται εκτενώς (σ. 514-517), έναντι των επτά γραμμών για το έργο του Smith. Τέλος, η αναφορά στα όντως σημαντικά και ενδιαφέροντα ημερολόγια του Sir John Colville, ιδιαίτερου γραμματέα του Τσώρτσιλ για ένα μεγάλο μέρος της περιόδου 1940-1955, θα έπρεπε οπωσδήποτε να συνοδεύεται από ακόμη εκτενέστερη αναφορά στα πολεμικά ημερολόγια του στρατάρχη Alanbrooke, Αρχηγού του Αυτοκρατορικού Γενικού Επιτελείου των Βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων από το 1941 έως το 1945· ενδεικτικό της πολύ ευρύτερης σημασίας τους είναι το γεγονός ότι τα ημερολόγια αυτά εκδόθηκαν στο σύνολό τους και χωρίς περικοπές μόλις με την πέμπτη απόπειρα, το 2001-2002.24

Αντιθέτως, οι συντελεστές της Εποχής της σύγχυσης αναφέρονται σε μεταπτυχιακές εργασίες και εν εξελίξει διδακτορικές διατριβές σε γερμανικά πανεπιστήμια (σ. 132-133)· από τη συζήτηση της αμερικανικής αναθεωρητικής ιστοριογραφίας λείπουν πρόσφατα και σημαντικά έργα, και κυρίως η δεύτερη έκδοση (2005) του βιβλίου που επιμελήθηκαν ο Melvyn Leffler και ο David Painter, η οποία περιέχει ειδικό κεφάλαιο για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο (σ. 75-78)·25 βιβλιογραφείται και παρουσιάζεται το βιβλίο του Ανδρέα Γερολυμάτου, το οποίο ξεκινά με το Γουδή το 1909, τελειώνει με τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο, και ενδιαμέσως ασχολείται εκτενέστερα με την περίοδο 1941-1944 και συντομότερα και με βάση δευτερογενείς πηγές με την περίοδο 1946-1949, και μάλιστα τη στιγμή που ο Γιάννης Ο. Ιατρίδης διαπιστώνει ότι πρόκειται για βιβλίο που απευθύνεται «σε μη ειδικούς που απλά θέλουν να έχουν μια αίσθηση για το πώς ήταν η ζωή στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940» (σ. 100-101)· τέλος, υπάρχει εκτενής αναφορά, και λεπτομερής κριτική, των θέσεων του Christopher M. Woodhouse από τον Close (σ. 508-511).

Οι ελλείψεις και οι ανακολουθίες αυτές, οι οποίες δεν συνάδουν με την εκπεφρασμένη φιλοδοξία του ογκώδους (έκτασης 583 σελίδων) εγχειρήματος, συνυπάρχουν με τις γνωστές από τα προηγούμενα δείγματα μεθοδολογικές, αναλυτικές και δεοντολογικές επιλογές του «νέου κύματος». Η μεταγενέστερη, «θρυμματισμένη, κατακερματισμένη μνήμη» του γεγονότος, η οποία αντιστοιχεί σε διαφορετικές κοινωνικές ιεραρχίες, τοπικότητες και βαθμούς συμμετοχής στο γεγονός, ταυτίζεται με το ίδιο το γεγονός (σ. 13 κε.), και αυτό δικαιολογεί «μια περισσότερο κατακερματισμένη έρευνα» (σ. 39). Όμως κατακερματισμός της έρευνας δεν σημαίνει ότι η μεταπολεμική ευρωπαϊκή ταυτότητα και ενότητα είχαν ως «θεμέλιο λίθο» τη μνήμη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (σ. 14), αλλά μάλλον το αντίθετο – την υπέρβασή της, ιδίως όσον αφορούσε τις σχέσεις της Γαλλίας με τη Γερμανία (όπου η ηλικία της μνήμης ήταν κάπως μεγαλύτερη, από το 1870-1871)· ούτε επίσης σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή ένωση και ολοκλήρωση επιτεύχθηκαν χάρη στις θυσίες ομάδων πίεσης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (σ. 15). Επειδή όμως είναι άχαρη η επιμονή σε τέτοιου είδους πραγματολογικές ανακρίβειες, ας μνημονευθεί μόνο μια ακόμη, ως ιδιαιτέρως προσφιλής σε ένα μέρος της διεθνούς σοβιετολογίας: ο ισχυρισμός του Καλύβα ότι η Γερμανία και η Σοβιετική Ένωση το 1940 ήταν «σύμμαχα κράτη!» (σ. 231).

Η συγκριτική μέθοδος, η οποία παρουσιάζεται ως αντίδοτο στον ελληνοκεντρισμό και τον επαρχιωτισμό, ανακαλεί τον χαρακτηρισμό της ιταλικής αντίστασης ως εμφυλίου πολέμου από τον Claudio Pavone, όπως επί δεκαετίες την χαρακτήριζαν και οι ιταλοί φασίστες, αλλά και το βιβλίο ενός ιταλού δημοσιογράφου για τον «Εμφύλιο Πόλεμο και τη βία του κομουνιστικού κόμματος»  Ιταλίας στην περίοδο της απελευθέρωσης (σ. 22-23, 195-196). Εν τούτοις, δεν είναι κατανοητός ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει το ίδιο να γίνει και εδώ. H Ιστορία ορίζεται κυρίως ως μια επιστήμη του συγκεκριμένου. Ασχολείται με ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και μια συγκεκριμένη ομάδα υποκειμένων σε μια συγκεκριμένη στιγμή σε έναν συγκεκριμένο χώρο. Το συγκεκριμένο και το ιστορικό συγκείμενό του δεν μπορούν να αγνοηθούν μόνο και μόνο επειδή τα δεδομένα πρέπει να τοποθετηθούν κάτω από τον μεγαλοπρεπή θόλο ενός εξηγητικού μοντέλου της κοινωνικής επιστήμης.26 Ο συγκρητισμός αυτός θυμίζει τον γλωσσικό μηχανισμό της μεταφοράς, ο οποίος χρησιμεύει για τη διαπίστωση ομοιοτήτων μεταξύ ανόμοιων – ή, στην καλύτερη περίπτωση, παρόμοιων αλλά όχι όμοιων πραγμάτων.27 Κατά συνέπεια, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή έναντι της προτροπής να ληφθούν υπ’ όψιν «αντίστοιχες ερευνητικές εμπειρίες και συμπεράσματα σε διεθνές επίπεδο» ώστε «να εμβαθύνουμε στα πράγματα και να προχωρήσουμε σε αναγκαίες για την έρευνα γενικεύσεις» (σ. 196).

Αυτή η εξισωτική αντίληψη έναντι διαφορετικών, ετερόκλητων ή φαινομενικά παραπλήσιων αλλά ουσιωδώς διαφορετικών πραγμάτων διαπνέει ολόκληρο το βιβλίο. Υπάρχει μια σαφής αδυναμία διάκρισης μεταξύ επιστημονικής και μη επιστημονικής ιστοριογραφίας, καθώς οι απόψεις περί αριστερής πρόσληψης και εργαλειοποίησης της ιστορίας της δεκαετίας του 1940 μετά το 1974 τεκμηριώνεται με αναφορές στον Ευάγγελο Γιαννόπουλο, τα Νέα και την Αυριανή (σ. 36-37), και με επανάληψη της συγκαταβατικότητας έναντι των ρομαντικών νέων της μεταπολίτευσης που εξιδανίκευσαν τον Βελουχιώτη «‘σε μορφή προδρομικού (ή αναδρομικού) Τσε Γκεβάρα’» (σ. 31, 36-37).28 Στη δεκαετία του 1980 εντοπίζεται αλλαγή του επιστημονικού Παραδείγματος, κυριαρχία της αναθεωρητικής γενιάς επί των παραδοσιακών, χωρίς όμως να αναφέρονται «παραδοσιακοί» ακαδημαϊκοί ιστορικοί. Ωστόσο, εκείνη ήταν η δεκαετία κατά την οποία άρχισε η επιστημονική θεώρηση της περιόδου. Ο ισχυρισμός ότι τότε η Αριστερά επέβαλε το δικό της ερμηνευτικό σχήμα και περιοδολόγηση στα πανεπιστήμια και στα ΜΜΕ τεκμηριώνεται με αναφορά σε «ντοκιμαντέρ όπως αυτό που πρόσφατα επιμελήθηκε ο δημοσιογράφος Στέλιος Κούλογλου για λογαριασμό της ΝΕΤ » (σ. 39, σημ. 61). Δεν υπάρχει καμμία αναφορά σε ακαδημαϊκά δημοσιεύματα που να τεκμηριώνουν την άποψη περί προβολής στη δεκαετία του 1980 της θέσης περί «‘ενιαίας’» και «‘εθνικο-απελευθερωτικής’» αντίστασης χωρίς συγκρούσεις και διακυβεύματα (σ. 38), και αυτό τη στιγμή που τα δύο βασικά έργα αναφοράς για την ιστορία της Κατοχής και της Αντίστασης, το Στέμμα και Σβάστικα του Χάγκεν Φλάισερ και το βιβλίο του Προκόπη Παπαστράτη για τη βρετανική πολιτική –το οποίο πραγματεύεται και πολλά άλλα ζητήματα– δημοσιεύθηκαν ακριβώς στα μέσα της δεκαετίας εκείνης και απέχουν μακράν της προβολής τέτοιων θέσεων.29 Εν τούτοις, τα δύο αυτά έργα και οι συγγραφείς τους πάσχουν, κατά τους κριτές τους, από αναθεωρητισμό και συνυπάρχουν στην ίδια κατηγορία με τους Καπετάνιους του Dominique Eudes (σ. 35, σημ. 52).

Η μαγεία των τοπικών

Από τα δύο κείμενα που έχουν ειδικό βάρος ως προς την άρθρωση των συντεταγμένων του εγχειρήματος, το πρώτο είναι εκείνο του Νίκου Μαραντζίδη για την «τοπική διάσταση στη μελέτη της Κατοχής και του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου». Εδώ ο Μαραντζίδης αμφισβητεί και διευρύνει το περιεχόμενο του όρου τοπική ιστορία, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από τοπικού χαρακτήρα έργα που αφορούν ένα ή λίγα χωριά, και κάτι περισσότερο από την απλή «ιδιαιτερότητα, το μη κανονικό, την απόκλιση από τον κανόνα του εθνικού»· «τοπική ιστορία» εδώ σημαίνει «περιοχή έρευνας» όχι αναγκαστικά γεωγραφικά προσδιορισμένη, αλλά ερευνητικά και αναλυτικά, και ως εκ τούτου μπορεί ακόμη να περιλαμβάνει «ένα εργατικό σωματείο, μια γειτονιά, ένα άτυπο δίκτυο ανθρώπων» (σ. 194). Αυτού του είδους «η τοπική διάσταση της έρευνας σηματοδοτεί αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το γενικό πλαίσιο, και κυρίως, επιτρέπει την αλλαγή της εστίασης από τις ελίτ στις μάζες» (σ. 194). Σε αυτή την περίπτωση, όμως, οι τοπικές ελίτ αποκλείονται από τέτοιου είδους έρευνες, πράγμα που μάλλον δεν συνάδει με τους όρους πολιτικής διαμεσολάβησης στο νεώτερο και σύγχρονο ελληνικό κράτος. Επιπλέον, ένας τέτοιος διασταλτικός ορισμός αντιβαίνει την ευρέως αποδεκτή αντίληψη για το περιεχόμενο της τοπικής ιστορίας ως «εις βάθος μελέτη μιας τοπικότητας, είτε ενός χωριού είτε μιας επαρχίας, σε μια προσπάθεια να γραφτεί ‘ολική ιστορία’, εντός ενός διαχειρήσιμου γεωγραφικού πλαισίου, και διά του τρόπου αυτού να διαφωτισθούν ευρύτερα προβλήματα αλλαγής στην ιστορία».30

Τα έργα στη φάση της «πρώτης ανάπτυξης» των μελετών της τοπικής ιστορίας παρουσιάζονται να έχουν ως «βασικό μειονέκτημα [... την] αδυναμία γενίκευσης των συμπερασμάτων τους, πράγμα, πάντως, που οι ίδιοι οι ερευνητές δεν έδειξαν να έχουν ως βασική τους έγνοια» (σ. 175, 178). Ωστόσο δεν είναι σαφής ο τρόπος με τον οποίο τα έργα του «νέου κύματος» επιτρέπουν τη γενίκευση, ενώ σαφώς δηλώνεται ότι η γενίκευση είναι βασική μέριμνά του. Κατά τον Μαραντζίδη, η έρευνα του Καλύβα «επικεντρώνεται στην περιοχή της Αργολίδας, αλλά επιχειρεί να προβεί σε συμπεράσματα που έχουν γενικότερη αξία» (σ. 181), χωρίς όμως να δηλώνεται πώς επιτυγχάνεται αυτό. Όταν αμφισβητείται η γενικευτική ικανότητα του μερικού, ομολογείται ότι οι γενικεύσεις δεν αφορούν τα συμπεράσματα: «αυτές όμως που είναι γενικεύσιμες είναι οι μεθοδολογικές προϋποθέσεις της επιστημονικής έρευνας για τον Εμφύλιο», μια εκ των οποίων είναι

να χρησιμοποιήσουμε από τη μια μεριά νέα θεωρητικά εργαλεία (η ανάδειξη της μελέτης της βίας είναι ένα τέτοιο, αλλά όχι το μόνο) και από την άλλη συστηματική και δημιουργική εμπειρική έρευνα, με αντικειμενικώς μετρήσιμα δεδομένα (σ. 182).

Όμως η θεωρητικοποίηση και εργαλειοποίηση της βίας παραγνωρίζει το γεγονός ότι η βία υπήρξε αναγκαίο οικοδομικό υλικό κάθε πολιτικής τάξης, και ότι, όπως και η ιδεολογία, μπορεί να περιορίζει ή να διευκολύνει τις επιδιώξεις των υποκειμένων αλλά δεν τις καθορίζει νομοτελειακά.31 Αμέσως μετά ο Μαραντζίδης σχολιάζει τη δική του μελέτη Γιασασίν Μιλλέτ, η οποία δημοσιεύθηκε «όχι, τυχαία, λίγο καιρό αργότερα» από τη μελέτη του Καλύβα, και διερευνά την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά των τουρκόφωνων Ποντίων «μέσω της ανάλυσης του ρόλου του Εμφυλίου στη μνήμη αυτής της συλλογικής ομάδας». Στόχος της μελέτης της συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας ήταν «να καλύψει ένα πραγματολογικό κενό και να μετατρέψει τις γενικεύσεις σε ελέγξιμες υποθέσεις εργασίας», και εν τέλει, «όπως και στην περίπτωση του Καλύβα», «να συμβάλει σε μια ανασύνθεση της συνολικής εικόνας, του ‘γενικού σχήματος’»
(σ. 182-183, 184).

Αυτή η στροφή προς το τοπικό και το μαζικό συμβάλλει «σε μια νέα και πιο έγκυρη σύνθεση της εικόνας του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου» (σ. 185), και οι μελέτες τοπικής ιστορίας «φέρνουν έναν αέρα ανανέωσης», καθώς, διερωτάται ο συγγραφέας, «πότε άλλοτε παρήχθη τόσο πλούσια και έντονη συζήτηση για την περίοδο; Πότε άλλοτε τόσο πολλοί νέοι επιστήμονες έκαναν επίκεντρο  των ερευνών τους τη δεκαετία του ’40;» (σ. 194). Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η ποσότητα, το εύρος και η ένταση της συζήτησης, αλλά η ποιότητά της.

Η «σύγχυση» στο σημείο αυτό αφορά τη σχέση κέντρου και περιφέρειας, και τελικά από τους προμάχους της τοπικής ιστορίας ομολογείται ότι

η κεντρική πολιτική σκηνή αποτελεί σε τελική ανάλυση τον καθοριστικό παράγοντα για την κατανόηση των γεγονότων, το ‘νήμα’ που ενώνει τις ατομικές με τις συλλογικές πραγματικότητες και τους πολιτικούς θεσμούς/μηχανισμούς. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας οδηγήσει να θεωρούμε λεπτομέρειες αυτά που καταγράφονται πέραν του κεντρικού πυρήνα της εξουσίας και των συγκρούσεων γύρω από αυτήν (σ. 195).

Ούτε όμως και αρκούν οι εξελίξεις σε μεμονωμένες γεωγραφικές ενότητες για την ανασκευή του συνολικού και του κεντρικού, εφόσον η επιχειρηματολογία βάσει επιλεκτικού παραδείγματος γνωσιολογικά δεν είναι πειστική και παραμένει ένα ρητορικό εργαλείο και όχι επιστημονική απόδειξη, και μάλιστα με φιλοδοξίες γενίκευσης. Επίσης, προσπερνώντας τη δυνητική αντίφαση «μαζικού» - «τοπικού», παραμένει αληθές ότι το εθνικό/κεντρικό και το τοπικό δεν αποτελούν τις ορθές, κατάλληλες ή αυταπόδεικτες και προφανείς κατηγορίες και επίπεδα ανάλυσης και αφαίρεσης, ούτε βεβαίως συνιστούν διαφορετικά φαινόμενα, αλλά διαλεκτικές και διαδραστικές όψεις της ίδιας πραγματικότητας.

Οι «τρεις εγκυκλοπαίδειες»

Ο Νίκος Μαρατζίδης
Το δεύτερο κομβικό κείμενο του εγχειρήματος είναι αυτό του Στάθη Καλύβα για τη «δεκαετία του ’40 μέσα από τρεις ιστορικές εγκυκλοπαίδειες» - ο συνειρμός με τους τρεις σωματοφύλακες είναι θεμιτός με αναφορά στο περιεχόμενο των τριών «εγκυκλοπαιδειών» και τις απόψεις του Καλύβα για αυτές. Οι «τρεις εγκυκλοπαίδειες» παρουσιάζονται σαν να φυλάσσουν τις Θερμοπύλες μιας αριστερόστροφης ιστοριογραφικής ορθοφροσύνης: και στις τρεις, «η ‘άποψη’ και η ‘προκατάληψη’ έχουν τον πρώτο λόγο έναντι των στοιχείων» (σ. 248)· και οι τρεις είναι περιττές, καθώς «το ερώτημα τελικά είναι γιατί χρειάζονταν τρεις εγκυκλοπαίδειες, εφόσον η συνεισφορά τους δεν περιλαμβάνει κάτι το νέο ή, έστω, διαφορετικό» (σ. 246)· και σε μερικές περιπτώσεις συνιστούν οπισθοδρόμηση (σ. 245-246) ως «εργαλειοποιημένη δημόσια ιστορία» που «αναδεικνύει τη ‘μεταπολιτευτική ιστοριογραφική σχολή’ στο μέγιστο της περιχαράκωσης και στατικότητάς της» (σ. 253-254). Απόδειξη εργαλειοποίησης είναι η άποψη που δημοσίευσε τρίτο πρόσωπο, δηλαδή κάποιος που δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των συντελεστών οποιασδήποτε από τις «τρεις εγκυκλοπαίδειες», στην Αυγή για την ιστορία «ως προωθητική δύναμη στην κατεύθυνση της πολυπόθητης υπόθεσης του σοσιαλισμού» (σ. 246, σημ. 190)· προς επίρρωση δε, η απόδειξη επαναλαμβάνεται και στη μεθεπόμενη σελίδα (σ. 248, σημ. 193). Άραγε θα συνιστούσε ανάλογη εργαλειοποίηση της ιστορίας το γεγονός ότι οι Άλλοι Καπετάνιοι του Νίκου Μαραντζίδη συμπεριλαμβάνονται στη «βιβλιοθήκη του αντικομμουνιστή»;

Η τάση ορισμένων εκ των συντελεστών του τόμου και του «νέου κύματος» να κατηγοριοποιούν ετερόκλητα πράγματα αναδεικνύεται στην ομογενοποίηση τριών έργων διαφορετικών σε στόχους, βάθος, εύρος και ποιότητα: της «Ιστορίας των Νέων» σε επιμέλεια του Βασίλη Παναγιωτόπουλου,32 της «Ιστορίας της Ελευθεροτυπίας» από τις εκδόσεις Δομή,33 και της «Ιστορίας του Βιβλιοράματος» υπό την επιμέλεια του Χρήστου Χατζηιωσήφ και του Προκόπη Παπαστράτη. 34 Ενώ τα δύο πρώτα έργα εκλαϊκεύουν και το τρίτο «‘εκπαιδεύει στην ιστορική σκέψη’» (σ. 203), ο Καλύβας τα χαρακτηρίζει συλλήβδην ιστορικές εγκυκλοπαίδειες – δηλαδή εργαλεία επιστημονικής εκλαΐκευσης που συνθέτουν δευτερογενές δημοσιευμένο υλικό, κάτι που ειδικά στην περίπτωση της Ιστορίας των Χατζηιωσήφ και Παπαστράτη σαφώς δεν ισχύει. Με αφορμή δε ορισμένες επικολυρικές εξάρσεις, επιταγές του marketing και πομφόλυγες που ακούστηκαν ή γράφτηκαν κατά την παρουσίαση κάποιων από αυτά τα τρία έργα, ο Καλύβας εξαρχής αμφισβητεί κατά πόσον η έκρηξη δημοσιευμάτων για τη δεκαετία του 1940 διευρύνει τους ορίζοντες και διευκολύνει την ουσιαστικότερη και πληρέστερη κατανόηση της περιόδου (σ. 199, 200).

Ο συνεκτικός ιστός των «τριών εγκυκλοπαιδειών», ο οποίος δικαιολογεί την κατηγοριοποίησή τους σύμφωνα με τον Καλύβα, αποτυπώνεται σε τέσσερα κοινά χαρακτηριστικά: την εκλαΐκευση, την (αυτο-)προβολή τους ως «‘τελευταία λέξη’ της επιστήμης», την αλληλοεπικάλυψη συντελεστών, άρα και τη σύγκλιση ερμηνειών –πράγμα που και πάλι δεν ισχύει, τουλάχιστον για την Ιστορία των Χατζηιωσήφ και Παπαστράτη– και τον χαρακτήρα «‘επίσημης ιστορίας’» που τους προσδίδει «τόσο η προβολή τους όσο και το περιεχόμενό τους» (σ. 202). Ο Καλύβας αμφισβητεί τη διεκδίκηση ευσήμων αντικειμενικότητας και μέμφεται τα τρία έργα διότι έχουν ως διακηρυγμένο στόχο να ξαναγράψουν την ιστορία (σ. 204-205) – πράγμα που βεβαίως αποτελεί διακηρυγμένο και αδιαλείπτως επαναλαμβανόμενο στόχο των «μετα-αναθεωρητών» στον εν λόγω τόμο και αλλού.

Πέραν της ροπής προς ακατάσχετη κατηγοριοποίηση έργων και ερευνητών, στο κείμενο του Καλύβα αναδεικνύεται και η σύγχυση που αφορά κάποια επιστημολογικά ζητήματα. Είναι, π.χ., επιεικώς αμφιλεγόμενη, και οπωσδήποτε μειοψηφικών τάσεων, η αντίληψη ότι οι έννοιες της αντικειμενικότητας και της ερμηνείας είναι αμοιβαία αντιφατικές ή ότι «οι σύγχρονες ιστοριογραφικές τάσεις» αμφισβητούν την έννοια της «αντικειμενικότητας» (σ. 206, 207)· για την ακρίβεια, επιχείρησαν να την αμφισβητήσουν αλλά απέτυχαν, όπως επιχειρηματολογεί με πολύ πειστικό τρόπο ο John Lewis Gaddis, γείτονας του Καλύβα στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Yale.35 Στο ίδιο εδάφιο συγχέονται η ηθικολογία για το παρελθόν με τη διερεύνηση και διαπίστωση ηθικών και ιδεολογικών επιλογών που έκαναν οι άνθρωποι στο παρελθόν (σ. 207), ενώ λίγο αργότερα η ιδιότητα της «επίσημης ιστορίας» καθορίζεται με κριτήριο την εκτεταμένη προβολή των τριών έργων (σ. 211-212).

Ένα πρόσθετο συνεκτικό στοιχείο που ο Καλύβας διαπιστώνει και καταμαρτυρεί και στα τρία έργα είναι η ελλιπής τεκμηρίωση, η ιδεολογικοποίηση και η μονομέρεια (σ. 215). Για την ιδεολογικοποίηση ισχύει η ανωτέρω αποστροφή του Terry Eagleton· για τη μονομέρεια η απάντηση θα εκκρεμεί όσο αυτή δεν προσδιορίζεται – εκτός εάν αφορά αποκλειστικά τη θεωρητικοποίηση και εργαλειοποίηση της βίας· για δε την ελλιπή τεκμηρίωση, απλώς εδώ υπενθυμίζονται οι γενικευτικές φιλοδοξίες ενός εγχειρήματος που προς το παρόν δεν έχει επεκταθεί πέραν της Αργολίδας και των τουρκόφωνων Ποντίων. Για παράδειγμα, ο Καλύβας υπονοεί ότι η λευκή τρομοκρατία συνδέεται με την απόκρυψη μέρους του οπλισμού του ΕΛΑΣ μετά τη Βάρκιζα, χωρίς όμως αυτό να τεκμηριώνεται από πουθενά (σ. 232-233): σοβαρά πράγματα απλώς υπονοούνται χωρίς να δηλώνονται με σαφήνεια και με το απαραίτητο αποδεικτικό υλικό.

Εμμέσως από τον Καλύβα (σ. 227), και ευθέως από τον Close (σ. 522-523) διαπιστώνεται η υστεροβουλία του ΚΚΕ για την κατάληψη εξουσίας μετά την απελευθέρωση. Μολονότι το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να είναι μάλλον «παλαιό» για τη «νέα ιστορία», στοιχεία τα οποία μάλλον δεν έχουν υπ’ όψιν τους οι δύο συγγραφείς φαίνονται να συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Εάν αυτό ίσχυε, είναι μάλλον περίεργο το ότι δεν το γνώριζε ο Λεωνίδας Στρίγκος, επικεφαλής της μεγαλύτερης κομματικής οργάνωσης του ΚΚΕ, της Κομματικής Οργάνωσης Περιοχής Μακεδονίας (ΚΟΠΜ ). Στις 19 Οκτωβρίου 1944, λίγο αφότου σε εαμική εφημερίδα της Λέσβου και σε ομιλία στελέχους του ΕΑΜ στη Χίο αναφέρθηκε ως άμεσος σκοπός του ΚΚΕ η επιβολή της Λαϊκής Δημοκρατίας, η οποία θα έθετε τέλος στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, η ΚΟΠΜ επενέβη για να επισημάνει ότι

όλα αυτά είναι απόψεις που βγαίνουν έξω από τα πλαίσια της πολιτικής του ΕΑΜ. Μπορούν να δώσουν λαβή στους διασπαστές της ενότητας και να ζημιώσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Οι απόψεις αυτές στενεύουν το πλάτεμα του αγώνα και δυσκολεύουν το αγκάλιασμα καινούργιων στρωμάτων.

Επίσης η ΚΟΠΜ εγκάλεσε την Περιφερειακή Επιτροπή Μυτιλήνης και Χίου του ΚΚΕ διότι έκαναν λόγο περί κατάληψης της εξουσίας από το ΕΑΜ.

Σας λέμε ότι η κατάληψη της εξουσίας γίνεται στο όνομα της Εθνικής Κυβέρνησης από τα διάφορα κρατικά και στρατιωτικά όργανα (ΕΛΑΣ, ΕΠ Αυτοδιοίκηση). Το ΕΑΜ είναι εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση και όχι διοικητική αρχή που να κρατά την εξουσία. Επίσης δεν έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει και να εκτελεί κρατικά καθήκοντα. Το ίδιο ισχύει και με το Κόμμα. Εμείς διοχετεύουμε μέσω των μελών μας τη γραμμή μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Αυτό όμως είναι κάθε άλλο παρά παρεμβατισμός.

Ακολουθώντας μάλιστα εντολή του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, η ΚΟΠΜ έκανε υποδείξεις ότι «ο σημερινός αγώνας [...] είναι εθνικοαπελευθερωτικός», με στόχο αφενός την εκδίωξη του κατακτητή και των «εθνοπροδοτών» συνεργατών τους που αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση δικτατορίας, και αφετέρου

[την] εξασφάλιση της τάξης και της ομαλής πολιτικής ζωής στη χώρα καθώς και [την] κατοχύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών και των κατακτήσεων του Λαού στην τρίχρονη απελευθερωτική πάλη. [...] Επομένως, κάθε άλλο σύνθημα όπως το σύνθημα της άμεσης πραγματοποίησης της ‘Λαϊκής Δημοκρατίας’ δεν στέκεται, γιατί είναι ζήτημα μεταπολεμικό και μπορεί να δημιουργήσει ζητήματα σε βάρος της Εθνικής Ενότητας.36

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου 1944, το Γραφείο Περιοχής Μακεδονίας ενημέρωσε όλες τις Περιφερειακές Επιτροπές ότι για την αποφυγή εμφυλίου πολέμου, η ολομέλεια της Κομματικής Επιτροπής Μακεδονίας έθεσε ως καθήκον τη δημιουργία δημοκρατικού μετώπου στο οποίο δεν θα συμμετείχαν μόνον εαμίτες, αλλά και αντιμοναρχικοί που δεν ήταν ενταγμένοι στο ΕΑΜ.37

Εάν όμως αυτά τα στοιχεία δεν είναι ακόμη γνωστά, κάποια άλλα, τα οποία έχουν δημοσιευθεί προ πολλού, δεν επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό «ακραία ερμηνεία» για τις υποψίες του ΕΑΜ σχετικά με τη συνεργασία του Ζέρβα με τους Γερμανούς (σ. 240-241). Αμφισβητείται, επίσης, η ανιδιοτέλεια της στράτευσης στο ΕΑΜ χωρίς να προτείνεται διαφορετική ερμηνεία. Γενικώς αναφέρονται ως πιθανά αίτια ο καιροσκοπισμός, ο καταναγκασμός, οι μετατοπίσεις και οι μεταστροφές, και υπονοούνται η ευκαιριακή και προσωρινή πολιτική κινητικότητα από κοινού με ιδεολογικά κίνητρα στράτευσης και χειραγώγηση των μαζών ακόμη και διά της βίας και του φόβου – και όλα αυτά με αφορμή μελέτη της Ιωάννας Παπαθανασίου που αμφισβητεί αυτή την ερμηνεία (σ. 228-229).38 Λίγο αργότερα, ο Καλύβας αμφισβητεί τις αντίπαλες ερμηνείες μέσω του γεωγραφικού κατακερματισμού της έρευνας, κάνοντας λόγο για πολυμορφία του αντιστασιακού φαινομένου και τοπικές διαφοροποιήσεις (σ. 231). Ακολουθεί η κριτική στην ερμηνεία της Παπαθανασίου για το κίνητρο της εμπλοκής του ΚΚΕ στα Δεκεμβριανά, χωρίς όμως να προτείνεται κάποια διαφορετική ερμηνεία (σ. 232),39 πέραν ίσως της γονιδιακώς εγγεγραμμένης υστεροβουλίας του ΚΚΕ.

Για το προσφιλές ζήτημα της βίας, την οποία ο Καλύβας θεωρεί «καίρια διάσταση, απαραίτητη για την κατανόηση των γεγονότων» (σ. 235), διαπιστώνει αποσιώπηση ή υποβάθμιση της βίας της αριστεράς όχι μόνο στην Κατοχή, αλλά και το 1945-46 και το 1946-49 (σ. 234). Έτσι, στο κατάστιχο της βίας καταχωρίζεται και η «βία» της αφοπλισμένης μετά τη Βάρκιζα αριστεράς, η οποία δεν ανέσυρε τα λιγοστά όπλα που είχαν απομείνει από την απόκρυψη του Φεβρουαρίου 1945 παρά μόνον ενάμισι περίπου χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι του 1946· καταχωρίζονται επίσης οι εκτελέσεις αξιωματικών του στρατού και χωροφυλάκων από αντάρτες μετά το 1946 (σ. 243), χωρίς καμμία συγκεκριμενοποίηση, διαφοροποίηση ή έστω μια απόπειρα ένταξης σε ένα γενικό σχήμα που να ορίζεται ρητώς. Υπορρήτως, βεβαίως, διαγράφεται επαρκώς το περίγραμμα μιας «μετα-αναθεωρητικής» προσέγγισης, στην οποία κυριαρχεί η έγνοια να προβληθεί η αριστερή βία ως η βάση της αντίπαλης ερμηνείας στο κυρίαρχο, κατά το «νέο κύμα», Παράδειγμα.

Χαρακτηριστική των κινδύνων για τους αμύητους είναι η περίπτωση που ο Καλύβας εγκαλεί τον Γ. Μαργαρίτη για τον ρόλο των Βρετανών στη λευκή τρομοκρατία, ερήμην της βιβλιογραφίας για αυτά τα ζητήματα (σ. 219). Οι απόψεις του Μαργαρίτη περί λευκής τρομοκρατίας συνιστούν ερμηνευτική και μεθοδολογική οπισθοδρόμηση, αλλά το ίδιο ισχύει και για τις διορθώσεις που επιχειρεί ο Καλύβας με αναφορές στον Γ.Ο. Ιατρίδη, τον David Close, και κυρίως στον George M. Alexander. Χωρίς να είναι το μόνο, το σημείο αυτό –η σχέση των Βρετανών με τη λευκή τρομοκρατία– είναι χαρακτηριστικό των κινδύνων και των αδιεξόδων που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης που δεν είναι εξοικειωμένος με το σύνολο του τεκμηριωτικού υλικού για την περίοδο, και ο οποίος καλείται εδώ να επιλέξει μεταξύ του Μαργαρίτη από τη μια πλευρά, και των Καλύβα και Alexander από την άλλη. Η βιβλιογραφική ενημέρωση είναι ζήτημα στο οποίο δεν διακρίνεται ιδιαιτέρως αυτός ο τόμος, όπως άλλωστε και κάποιοι επικριτές του «νέου κύματος», αλλά θα μπορούσε τουλάχιστον να προφυλάξει από αναφορές δίκην νέου και φοβερού στοιχείου ότι «οι Βρετανοί υπήρξαν οι βασικοί προμηθευτές στρατιωτικού υλικού» στον ΕΛΑΣ (σ. 226).40

Πολυφωνία ή σύγχυση

Το ερώτημα αυτό θα απασχολήσει εκ νέου τον αναγνώστη που θα φτάσει ως το τελευταίο κείμενο του τόμου, γραμμένο από τον David Close, σχετικά με τον «στρατιωτικό αγώνα». Εκτός από τις απλουστεύσεις και τις ημιτελείς ή αποσπασματικές ερμηνείες –«καθοδηγούμενο από τους κομμουνιστές ΕΑΜ» (σ. 501)· οι ακρότητες της αριστεράς στα Δεκεμβριανά προκάλεσαν αργότερα αντίποινα εκ μέρους των αντικομμουνιστών (σ. 501-502)· «ελάχιστα συμπαθείς κομμουνιστές ηγέτες» (σ. 505)– το κείμενο αυτό συμπυκνώνει τις αντιφάσεις και κάποιες πρακτικές του εγχειρήματος. Ο Close διαπιστώνει ότι ο αμερικανός ιστορικός Lawrence Wittner, «εμφανώς επηρεασμένος» από τις αμερικανικές επεμβάσεις στο Βιετνάμ και τη Λατινική Αμερική, «υπογραμμίζει τη διαφθορά του αντιδραστικού καθεστώτος που στήριζαν οι Αμερικανοί» στην Αθήνα (σ. 507). Η αντίληψη αυτή ήταν κοινή γνώση τόσο στο Λονδίνο όσο και στην Ουάσινγκτον ήδη από το 1945 και αποτέλεσε στοιχείο που οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί λάμβαναν πολύ σοβαρά υπόψη στους σχεδιασμούς τους για την Ελλάδα· ωστόσο, εδώ η διατύπωση εμφανίζει το σχήμα του Wittner ως πρωθύστερο και πάσχον από αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούν «presentism».

Εκεί όμως που η διάκριση μεταξύ σύγχυσης και πολυφωνίας καταρρέει είναι στο σημείο όπου ο Close διατείνεται:

Η αστυνομική καταστολή αποτέλεσε, στην πραγματικότητα, καθοριστικό παράγοντα για την πορεία προς τον Εμφύλιο Πόλεμο (σ. 510).

Ο Ζαχαριάδης στα 1945 επιχείρησε να ακολουθήσει τη στρατηγική της νομιμότητας, εμποδίστηκε όμως από τη λευκή τρομοκρατία, και […] στη συνέχεια προσπάθησε να ασκήσει (νόμιμη και παράνομη) δράση με κέντρο βάρους τα αστικά κέντρα, κρατώντας ανοιχτό τον δρόμο της συμφιλίωσης με την κυβέρνηση, σχέδια που όμως ματαιώθηκαν από τη συστηματική αστυνομική καταστολή (σ. 526).

Υπάρχει ανάγκη για μια καινούργια μελέτη του Εμφυλίου, που […] θα πρέπει να δείχνει τη συνέχεια που υπάρχει στις διάφορες φάσεις μεταξύ 1943 και 1950 (σ. 535).

Εάν τα δύο πρώτα παραθέματα υπονοούν ότι το 1945 υπήρξε τομή, τότε τι είδους συνέχειες θα μπορούσαν να ανιχνευθούν;

Τέλος, με αφορμή το κείμενο του Close και τις αναφορές του στον Μαργαρίτη, αξίζει να επισημανθεί μια διαφορά στάσης έναντι της κριτικής. Ο Καλύβας και ο Μαραντζίδης αγνοούν επιδεικτικά (και ορθά) την ευρύτατα διαδεδομένη τάση αντικατάστασης της βιβλιοκριτικής από τη βιβλιοπαρουσίαση, όπως και τον καθωσπρεπισμό και τις δημόσιες σχέσεις που υποδύονται τις υποσημειώσεις· εδώ, όμως, ο αναγνώστης τελεί εν συγχύσει όταν διαβάζει, από τη μια πλευρά, ότι το έργο του Μαργαρίτη θα χρησιμοποιείται ως «εγκυκλοπαιδικό έργο αναφοράς» (σ. 529), έτσι ώστε όλοι πλέον να μπορούμε να αποδίδουμε τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού Θεμιστοκλή Σοφούλη και Κωνσταντίνου Τσαλδάρη τον Σεπτέμβριο του 1947 και στη στρατιωτική κρίση των Ιωαννίνων·41 και από την άλλη, για το ίδιο έργο, ότι «ο όγκος του και η ένδεια της ανάλυσης δεν διευκολύνουν τον αναγνώστη να βρει απαντήσεις σε ουσιαστικά ερωτήματα» (σ. 533)· εάν είναι έτσι, τότε γιατί να χρησιμοποιηθεί ως έργο αναφοράς;

Επίλογος

Η κριτική ιστοριογραφία υπενθυμίζει σε εκείνους που έρχονται τα οφειλόμενα σε όσους προηγήθηκαν και άνοιξαν δρόμους για τους επόμενους, έστω και αν οι δρόμοι των επόμενων απέκλιναν από τα μονοπάτια των προηγούμενων.42 Προϊόν κάποιων τέτοιων επόμενων ήταν και η λεγόμενη «νέα ιστορία», η οποία εμφανίσθηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960 και είχε ως ένα βασικό χαρακτηριστικό της τη στροφή προς τη μελέτη των πολλών, δηλαδή των «μαζών» αντί των αριθμητικά μικροσκοπικών αλλά οικονομικά και πολιτικά ισχυρών αρχηγεσιών, των οποίων οι πράξεις και τα γραπτά αποτελούσαν έως τότε τη σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση των ιστορικών.43 Η ιστορία-κοινωνική επιστήμη, η μικροϊστορία και η τοπική ιστορία έσωσαν τις «μάζες» και τους ανώνυμους από αυτό που ο E.P. Thompson αποκαλούσε «απέραντη συγκατάβαση
των μεταγενέστερων»,44 αλλά συχνά κατέληγαν να σμικρύνουν κάθε ανθρώπινο πρόσωπο σε μια στατιστική, έναν άκαμπτο τύπο κοινωνικού υποκειμένου ή σε φερέφωνο ενός συλλογικού λόγου. Ίσως έτσι πρέπει να διαβαστεί η διατύπωση ότι «η τάση της ‘αποκεντροθέτησης [...] μετακίνησε το ενδιαφέρον της έρευνας από τις ιστορικές πραγματικότητες στις κοινωνικές πραγματικότητες» (σ. 387), η οποία ξεπερνά τα όρια του αποδεκτού, έστω και για εργαλειακούς λόγους, κατακερματισμού.

Εάν αυτές είναι οι αναλυτικές και μεθοδολογικές συντεταγμένες του ελληνικού «μετα-αναθεωρητισμού», είναι χρήσιμη η υπενθύμιση ότι, πρώτον, από τον Max Weber και τον Antonio Gramsci οι ιστορικοί έμαθαν ότι η ιδεολογία, οι θεσμοί και ο πολιτισμός δεν είναι απλώς «το εποικοδόμημα»· και δεύτερον, σχετικά με τη συνύπαρξη ιστορίας και κοινωνικών επιστημών, ότι

ίσως είναι καιρός τα ποντίκια της ιστορίας να εγκαταλείψουν μάλλον παρά να πασχίζουν να σκαρφαλώσουν στο σκάφος των κοινωνικών επιστημών[,] το οποίο φαίνεται να μπάζει νερά και να υφίσταται εκτεταμένες επιδιορθώσεις. Η ιστορία πάντοτε υπήρξε κοινωνική, και σαγηνεύθηκε από τις σειρήνες των κοινωνικών επιστημών επειδή νόμισε –μάλλον κάπως εσφαλμένα, φαίνεται τώρα– ότι και αυτές ήταν επιστημονικές.45

Στην περίπτωση της Εποχής της σύγχυσης, η θριαμβική αυτοπροβολή της «νέας ιστορίας» δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας αξιολογικά ουδέτερης προσέγγισης και την πραγματικότητα ενός νέου δογματισμού και σχολαστικισμού που εδώ φαίνονται να βασίζονται στη μίξη και την κατηγοριοποίηση ετερόκλητων πραγμάτων, και στην επιλεκτικότητα και στις αντιφάσεις που ενδεχομένως θα ερμηνευθούν ως αποδείξεις πολυφωνίας. Όμως το «παλιό» και το «νέο» δεν μπορούν να νοηθούν ως αντικείμενα αυτοπροσδιορισμού, ενώ η προτροπή για τον εμπλουτισμό της έρευνας και η προβολή του νέου Παραδείγματος υλοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε

η ‘κοινή’ ερμηνεία του πρόσφατου παρελθόντος [να] αποτελείται από πολλαπλά σπαράγματα διαφορετικών παρελθόντων, τα καθένα σημαδεμένο από τη δική του διακριτή και κατηγορηματική θυματοποίηση.46

Η προβολή της μιας ή της άλλης θυματοποίησης είναι και αυτή μια μορφή εργαλειοποίησης του παρελθόντος στην προσπάθεια διαμόρφωσης συλλογικής πολιτικής και κοινωνικής μνήμης μέσω της διαχείρισης της γνώσης και της ακαδημαϊκής εξουσίας· και στο παιχνίδι αυτό, ο δαίμων της ιστοριογραφίας, κατά τον Καλύβα, είναι ο ίδιος δαίμων που ευθύνεται για τα γεγονότα του Δεκεμβρίου – όχι του 1944 αλλά του 2008· είναι η

ιδεολογία της ‘γενιάς της μεταπολίτευσης’ που ανακάλυψε την ουτοπία της στη ρομαντική κατασκευή της δεκαετίας του ’40: τον ηρωισμό που αναζήτησε, την επανάσταση που φαντασιώθηκε, τη νιότη που έχασε, αλλά και το βολικό άλλοθι για το πεζό παρόν που διαχειρίστηκε (σ. 246).47

Για τις φαντασιώσεις και την πολιτική διαχείριση της γενιάς αυτής θα ήταν δύσκολο να διαφωνήσει κανείς μαζί του. Αλλά όσον αφορά την ιστοριογραφική γενιά της μεταπολίτευσης, δεν γράφουν όλες και όλοι για τα «φαντάσματα των εφηβικών [τους] χρόνων» ούτε νομίζουν όλες και όλοι ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Secretary of State είναι ο «υπουργός Επικρατείας».


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

   1. Παραφράσεις των τίτλων μυθιστορημάτων της Arundhati Roy (Ο θεός των μικρών πραγμάτων) και του Gabriel Garcia Marquez (Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων).
   2. Βλ. την ανέκδοτη ανακοίνωση του Στάθη Καλύβα, «Aspects of the Civil War during the Occupation: The Argolid, 1943-44», στο συνέδριο με θέμα «Domestic and International Aspects of the Greek Civil War», Centre for Hellenic Studies, King’s College, Λονδίνο, 18-20 Απριλίου 1999.
   3. Stathis Kalyvas, «Red Terror: Leftist Violence during the Occupation», Mark Mazower (επιμ.), After the War Was Over: Reconstructing the Family, Nation, and State in Greece, 1943-1960, Πρίνστον, 2000, σ. 142-183· ελληνική έκδοση: M. Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο: Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, 2η έκδ., Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004, σ. 161-204.
   4.Στάθης Καλύβας και Νίκος Μαραντζίδης, «Νέες τάσεις στη μελέτη του εμφυλίου πολέμου», Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο, 20-21.3.2004. Βλ. επίσης, Μαρκ Μαζάουερ, «Κανένας από τους μύθους δεν αντέχει πλέον ...», Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο, 20-21.3.2004.
   5. Ηλίας Νικολακόπουλος, «Το ‘νέο κύμα’ και η τριλογία της σύγχυσης», Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο, 7-8.2.2009.
   6. Νίκος Μαραντζίδης (επιμ.), Οι άλλοι καπετάνιοι: αντικομμουνιστές ένοπλοι στα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, Αθήνα, Εστία, 2006.
   7. Δημήτρης Βλαντάς, Ημερολόγιο 1947-1949, επιμέλεια Γιώργος Αντωνίου και Νίκος Μαραντζίδης, Αθήνα, Εστία, 2006. Για τις αντιδράσεις και τη συζήτηση που προκάλεσε αυτή η δημοσίευση, βλ. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Χρήσεις και καταχρήσεις των πηγών ή η ιστορία ως εντύπωση», Τα Ιστορικά 25/47 (2007) 457-473· Ν. Μαραντζίδης και Γ. Αντωνίου, «Για τη (χαμένη;) τιμή της ιστοριογραφίας: το ‘χαμένο’ ημερολόγιο του Δημήτρη Βλαντά», Νέα Εστία 163/1811 (2008) 965-983· Ι. Παπαθανασίου, «Χρήσεις και καταχρήσεις των πηγών ή η ιστορία ως εντύπωση II: λίγα ακόμη λόγια για τη σκόνη των παραποιήσεων», Τα Ιστορικά 25/49 (2008) 472-480· Ν. Μαραντζίδης και Γ. Αντωνίου, «Ο δεύτερος θάνατος του Δημήτρη Βλαντά: η κομμουνιστική ηγεσία και οι μνήμες του Εμφυλίου σήμερα», Τα Ιστορικά 26/50 (2009) 226-230· I. Παπαθανασίου, «Xρήσεις και καταχρήσεις των πηγών ή η ιστορία ως εντύπωση ΙΙΙ : δέκα σημεία που δεν περιμένουν απάντηση», Τα Ιστορικά 26/50 (2009) 230-232.
   8. Γιώργος Αντωνίου και Ν. Μαραντζίδης (επιμ.), Η εποχή της σύγχυσης: η δεκαετία του ’40 και η ιστοριογραφία, Αθήνα, Εστία, 2008.
   9. John O. Iatrides (επιμ.), Greece in the 1940s: A Nation in Crisis, Hanover, University Press of New England, 1981· ελληνική μετάφραση, [Γ.Ο. Ιατρίδης, (επιμ.)], Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984.
   10. Mark Mazower, Inside Hitler’s Greece: The Experience of Occupation 1941-44, New Haven, Yale University Press, 1993· ελληνική μετάφραση, Mαρκ Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ: η εμπειρία της Κατοχής, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1995.
   11. Στάθης Καλύβας, «Συστηματική αναπαραγωγή μύθων που έχουν απαξιωθεί επιστημονικά», Καθημερινή, 8.3.2009.
   12. Στάθης Καλύβας, «Μια δεκαετία ερευνητικής ανανέωσης. Η έρευνα και οι αντιδράσεις», Το Βήμα, 18.10.2009.
   13. Αναγκαστικά, οι παραπομπές στην εξαιρετικά ογκώδη σχετική βιβλιογραφία θα είναι ελάχιστες. Για τη σύντομη οδό, βλ. ενδεικτικά, Michael Hogan (επιμ.), America in the World: The Historiography of American Foreign Relations since 1941, Κέμπριτζ, Cambridge University Press, 1995· Μichael Hogan and Thomas Paterson (επιμ.), Explaining the History of American Foreign Relations, 2η έκδ., Κέμπριτζ, Cambridge University Press, 2004.
   14. Έμφαση στο πρωτότυπο.
   15. Για τη διαρκή σημασία της πολιτικής ιστορίας και της «‘ιστορία[ς] των πρωταγωνιστών’», ιδίως όταν ανανεώνονται με νέα ερωτήματα και τεκμηριωτικό υλικό, αν και στην ελληνική ιστοριογραφική κοινότητα εξακολουθούν να θεωρούνται «μομφή» ή «μόδα μιας εποχής που έφυγε ανεπιστρεπτί», βλ. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Στρατευμένες ιστορίες και ιστοριογραφία: προϋποθέσεις στη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940», Η Κυριακάτικη Αυγή/Ενθέματα, 9.5.2004· Margaret Macmillan, The Use and Abuse of History, Λονδίνο, Profile Books, 2009, σ. 37-39· Susan Pedersen, «What is Political History Now?», στο David Cannadine (επιμ.), What is History Now?, Λονδίνο, Palgrave Macmillan, 2002, σ. 36-56.
   16. Geoffrey R. Elton, The Practice of History, Λονδίνο, Flamingo, [1967] 1984, σ. 36.
   17. Lawrence Stone, The Past and the Present Revisited, Λονδίνο, Routledge and Kegan Paul, 1987, σ. 31.
   18. Terry Eagleton, Ideology: An Introduction, New Edition, Λονδίνο, Verso, 2007, σ. 2. Βλ. επίσης Bruce Cumings, «‘Revising Postrevisionism’, Or, The Poverty of Theory in Diplomatic History», Michael Hogan (επιμ.), America in the World: The Historiography of American Foreign Relations since 1941, ό.π., σ. 46-47.
   19. Βλ. ενδεικτικά: Χάγκεν Φλάισερ, βιβλιοκρισία του M. Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο, ό.π., Επιστήμη και Κοινωνία 11 (2003) 270-281· του ιδίου, Οι πόλεμοι της μνήμης: Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη δημόσια ιστορία, 3η έκδ., Αθήνα, Νεφέλη, 2008, σ. 218-220· Ι. Παπαθανασίου, «Στρατευμένες ιστορίες και ιστοριογραφία: προϋποθέσεις στη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940», ό.π.· Ηλίας Νικολακόπουλος, «‘Η κόκκινη βία’ και ο εξαγνισμός των δωσιλόγων: μια δήθεν ανθρωπολογική προσέγγιση», Τα Νέα/Βιβλιοδρόμιο, 22-23.5.2004· Χρήστος Χατζηιωσήφ, «Δεκέμβρης 1944: τέλος και αρχή», Χρήστος Χατζηιωσήφ και Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα: Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, Γ2, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 371-372, 387-390· Θανάσης Δ. Σφήκας, Πόλεμος και ειρήνη στη στρατηγική του ΚΚΕ, 1945-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2001, σ. 74-75· του ιδίου, Το «χωλό άλογο»: οι 
διεθνείς συνθήκες της ελληνικής κρίσης, 1941-1949, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2007, σ. 67-107.
   20. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα: Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, Α΄-Β΄, Αθήνα, Παπαζήσης, 1988, 1995.
   21. Φίλιππος Ηλιού, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος: η εμπλοκή του ΚΚΕ, Αθήνα, Θεμέλιο, 2004.
   22. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στην πρόκληση της ιστορίας, 1940-1945», Χ. Χατζηιωσήφ και Π. Παπαστράτης (επιμ.), ό.π., σ. 79-151.
   23. Στη σ. 513: «Μια διαυγής επισκόπηση της σταδιακής πορείας του ΚΚΕ προς τον πόλεμο την περίοδο 1945-1947 αποτελεί το έργο του Σμι[τ], […]»· και στη σ. 523: «Μια διαυγής εξέταση της πολιτικής του ΚΚΕ καθ’ όλη την περίοδο 1945-1949 περιέχεται στο έργο του Σμι[τ]». Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει αναφορά σε συγκεκριμένο έργο, ενώ στη δεύτερη πρόκειται για δημοσίευμα του 1995, ενώ θα είχε ενδιαφέρον η προσπάθεια ανίχνευσης τυχόν αναπροσανατολισμών στη σκέψη του Smith.
   24. Field Marshal Lord Alanbrooke, War Diaries, 1939-1945, επιμ. A. Danchev και D. Todman, Λονδίνο, Phoenix, 2002.
   25. Melvyn P. Leffler και David Painter (επιμ.), Origins of the Cold War: An International History, 2η έκδ., Λονδίνο, Routledge, 2005· Thanasis D. Sfikas, «The Greek Civil War», Melvyn P. Leffler και David Painter (επιμ.), ό.π., σ. 134-152.
   26. Lawrence Stone, ό.π., σ. 31.
   27. Βλ. R. Ivie, «Cold War Motives and Rhetorical Metaphor: A Framework of Criticism», Martin Medhurst et al. (επιμ.), Cold War Rhetoric: Strategy, Metaphor, and Ideology, νέα έκδοση, East
Mansing, Mich., Michigan State University Press, 1997, σ. 73.
   28. Βλ. Αντώνης Λιάκος, «Εισαγωγή: Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα», Χάγκεν Φλάισερ (επιμ.), Η Ελλάδα ’36-’49: Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και συνέχειες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σ. 29.
   29. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, ό.π. (η δίτομη γερμανική έκδοση του έργου του Φλάισερ έγινε το 1986)· Prokopis Papastratis, British Policy towards Greece during the Second World War, Κέμπριτζ, Cambridge University Press, 1984.
   30. L. Stone, ό.π., σ. 28.
   31. Arno Mayer, The Furies: Violence and Terror in the French and Russian Revolutions, Πρίνστον, Princeton University Press, 2000, σ. 4, 9, 71, 75. Ακόμη και αυτό που σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ως δημοκρατία δεν ήταν η τελική απόληξη μιας φυσικής εξελικτικής διαδικασίας ούτε το αποτέλεσμα οικονομικής ευημερίας, ατομικισμού ή των δυνάμεων της αγοράς· μέσα από βίαιες συγκρούσεις και καταρρεύσεις πρότερων πολιτικών και κοινωνικών τάξεων, «η δημοκρατία [...] αναπτύχθηκε επειδή μάζες ανθρώπων οργανώθηκαν συλλογικά για να την απαιτήσουν»· βλ. Geoff Eley, Forging Democracy: The History of the Left in Europe, 1850-2000, Οξφόρδη, Oxford University Press, 2002, σ. 4.
  32. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1770-2000, επιμ. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, Αθήνα, Τα Νέα/Ελληνικά Γράμματα, 2003.
   33. Ιστορία των Ελλήνων, Αθήνα, Ελευθεροτυπία/Δομή, 2005.
   34. Χ. Χατζηιωσήφ και Π. Παπαστράτης (επιμ.), ό.π.
   35. John Lewis Gaddis, The Landscape of History: How Historians Map the Past, Οξφόρδη, Oxford University Press, 2002.
   36. Αρχείο ΚΚΕ (ΑΣΚΙ: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Αθήνα), ΤΚ 408, Φ=23/1/93α και 94: ΚΟΠΜ προς Περιφερειακή Επιτροπή Μυτιλήνης και Χίου, 19 Οκτωβρίου 1944.
   37. Αρχείο ΚΚΕ (ΑΣΚΙ), ΤΚ 408, Φ=23/1/144: Γραφείο Περιοχής Μακεδονίας προς όλες τις Περιφερειακές Επιτροπές, 30 Νοεμβρίου 1944· τα στοιχεία αυτά από την εν εξελίξει εργασία του γράφοντος με τίτλο Η περιφέρεια του Κόμματος: Αλληλογραφία των Κομματικών Οργανώσεων της Περιφέρειας με το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ, 1943-1947.
   38. Iωάννα Παπαθανασίου, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στην πρόκληση της ιστορίας, 1940-1945», ό.π., σ. 99-100.
   39. Ό.π., σ. 135-139.
   40. Βλ. ενδεικτικά, Field Marshal Lord Alanbrooke, War Diaries, 1939-1945, ό.π., σ. 460 (12 Οκτωβρίου 1943)· σ. 522 (18 Φεβρουαρίου 1944)· σ. 524 (23 Φεβρουαρίου 1944)· σ. 569 (13 Ιουλίου 1944)· σ. 570 (17 Ιουλίου 1944).
   41. Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, τόμ. Α΄, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2000, σ. 437-438.
   42. Michael Bentley, Modernising England’s Past: English Historiography in the Age of Modernism, 1870-1970, Κέμπριτζ, Cambridge University Press, 2005, σ. 232.
   43. L. Stone, ό.π., σ. 22.
   44. E.P. Thompson, The Making of the English Working Class, Λονδίνο, Penguin, [1963] 1980, σ. 12· Richard J. Evans, In Defence of History, 2η έκδ., Λονδίνο, Granta, 2001, σ. 189.
   45. L. Stone, ό.π., σ. 31-32. Η προτροπή αυτή του Lawrence Stone έγινε το 1987.
   46. Τony Judt, Reappraisals: Reflections on the Forgotten Twentieth Century, Λονδίνο, Vintage, 2009, σ. 4.
   47. Βλ. τα τρία κείμενα του Στάθη Καλύβα, «Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης», Καθημερινή, 14.12.2008· «Γιατί η Αθήνα καίγεται», Το Βήμα, 14.12.2008· «Μια δεκαετία ερευνητικής ανανέωσης. Η έρευνα και οι αντιδράσεις», Το Βήμα, 18.10.2009· ιδίως το πρώτο.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό Μνήμων, τεύχος 30 (2009), σελ. 315-336 http://www.mnimon.gr/index.php/mnimon/issue/view/6