Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής στην Κατοχή και στον Εμφύλιο

Του Αριστοτέλη Νικ. Σπυριδόπουλου

Α) H περίοδος της Κατοχής

Το ξέσπασμα του ελληνοιταλικού πολέμου βρήκε τον Ευριπίδη Μπακιρτζή στην εξορία. Ήταν ο πρώτος εθνικός πόλεμος, από τις αρχές του 20ου αι., στον οποίο ο βιογραφούμενος δεν συμμετείχε ενεργά από την έναρξή του. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Μακεδόνας στρατιωτικός επέστρεψε στην Ελλάδα δεν μας είναι γνωστές. Σύμφωνα με κάποιες πηγές μάλιστα, το μεταξικό καθεστώς απαγόρευσε τόσο στον ίδιο, όσο και σε άλλους παλαιοδημοκρατικούς αξιωματικούς που δήλωσαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στον πόλεμο, τη μετάβαση στο μέτωπο των επιχειρήσεων. Βέβαιο όμως είναι πως με την έναρξη του πόλεμου επιδίωξε αμέσως τη μετάβασή του στη χώρα, αφού στις 18 Δεκεμβρίου βρισκόταν ήδη στο μέτωπο. Από τις ημερολογιακές σημειώσεις του λογοτέχνη Γιώργου Θεοτοκά πληροφορούμαστε πως το βράδυ της 18ης Δεκεμβρίου οι δύο άνδρες συναντήθηκαν για πρώτη φορά, μέσω του κοινού τους φίλου Γιώργου Καρτάλη. Ο Θεοτοκάς που ανέμενε να συναντήσει κάποιον τυχοδιώκτη, απογοητεύτηκε γιατί ο Ευριπίδης Μπακιρτζής του θύμισε τους προοδευτικούς παιδαγωγούς του Εκπαιδευτικού Ομίλου του 1925. Από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν εκείνη τη νύχτα πληροφορούμαστε πως ο Μπακιρτζής φρονούσε ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε τουλάχιστον δύο χρόνια, και πως η ιταλική αποτυχία στην Αλβανία οφειλόταν στην ανικανότητα των Ιταλών στρατιωτικών. Ως παλιός Συνταγματάρχης του πυροβολικού προέτρεπε μάλιστα τους στρατιώτες να καταταγούν στο αντιαεροπορικό πυροβολικό, το οποίο οργανώθηκε τότε για πρώτη φορά στην Ελλάδα, και κατά την εκτίμησή του θα είχε «εξαιρετικό μέλλον».

Την ίδια χρονική περίοδο ολόκληρη η Βόρειος Ήπειρος είχε απελευθερωθεί, αλλά η επίθεση συνεχίστηκε ως τις αρχές του 1941, όταν ο ελληνικός στρατός διέλυσε την επονομαζόμενη ιταλική μεραρχία «Λύκοι της Τοσκάνης». Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Ιταλού δικτάτορα να καθυποτάξει τον ελληνικό στρατό συνέβη στις 9 Μαρτίου με την εκδήλωση της λεγόμενης «Εαρινής Επίθεσης». Ωστόσο η ηρωική αντίσταση των ελληνικού στρατού στην Τρεμπεσίνα και το ύψωμα 731 ανάγκασαν τον Benitto Musolini να αποζητήσει την βοήθεια του Γερμανικού παράγοντα. Η γερμανική επίθεση άρχισε στις 6 Απριλίου του 1941 και έληξε τυπικά με την παράδοση της πρωτεύουσας στις 27 Απριλίου, και τη συνακόλουθη φυγή των Βασιλέων και της κυβέρνησης του Εμμανουήλ Τσουδερού στην Κρήτη, όπου δόθηκε και η ομώνυμη μάχη (20 – 31 Μαΐου), και από εκεί στο Κάιρο.

Λίγο καιρό πριν την κατάρρευση ο Ευριπίδης Μπακιρτζής διέμενε σε ένα ξενοδοχείο της οδού Βαλαωρίτου στην πρωτεύουσα. Στις 10 Απριλίου κάλεσε τους παλαιούς του φίλους Δημήτριο Μπαρδόπουλο, Χρήστο Κουτσογιανόπουλο, και Παναγιώτη Ευαγγελινό, και τους ανακοίνωσε την πρόταση που του έκαναν παράγοντες της «Μ.Ο.4», να συγκροτήσει μια οργάνωση κατασκοπείας, της οποίας ο ρόλος θα ήταν η διοχέτευση πληροφοριών στη Μέση Ανατολή και η διενέργεια σαμποτάζ κατά των Γερμανών. Όλοι τους όντες μαχητικοί τύποι απλώς περίμεναν να τους γίνει τέτοιου είδους πρόταση για να την αποδεχθούν. Αμέσως ο Μακεδόνας στρατιωτικός τους οδήγησε σε ένα σπίτι της οδού Λυκαβηττού, όπου έμεναν κάποιοι Βρετανοί αξιωματικοί για να διευθετήσουν τις λεπτομέρειες. Έτσι συγκροτήθηκε η οργάνωση με την ονομασία «Προμηθεύς» έχοντας ως αρχηγό τον Ευριπίδη Μπακιρτζή. Άλλο ψευδώνυμο του ιδίου ήταν ο αριθμός «333».

Μια ημέρα πριν από τη φυγή του από την Ελλάδα ο ιστορικός Nicolas Hammond, και συνάμα επικεφαλής μιας βρετανικής ομάδας τεσσάρων καταδρομών, που είχαν εμπλακεί σε αποστολές «καμένης γης», διέταξε του ομοεθνείς του Ian Pirie και David Pawson να καταστρέψουν τα τελευταία ίχνη δράσεως της ΜΙR και να συλλέξουν όλο το χρήσιμο υλικό. Ο Ian Pirie έδωσε τότε δύο ασύρματους στην ομάδα του «Προμηθέα». Επιπλέον η οργάνωση έλαβε και 8 τενεκέδες με εκρηκτικές ύλες, με τις οποίες τα μέλη της διεξήγαν μερικές δοκιμές στη λίμνη του Μαραθώνα. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα στην οργάνωση προσχώρησαν οι απότακτοι αξιωματικοί του ναυτικού Καλιμπάσερης, Ψαλιδάκης, Ντεληγιάννης, Αναστασόπουλος, Καλιανέσης και ο κελευστής ασυρματιστής Παπαγιάννης. Τα αρχικά σχέδια προέβλεπαν πως η επαφή τους με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής (Σ.Μ.Α) θα διεκπεραιωνόταν τόσο με τους δύο ασυρμάτους, όσο και με κάποιον σύνδεσμο ονόματι Γεράσιμο, ο οποίος αναχώρησε με τους υποχωρούντες Βρετανούς στρατιώτες, για να γυρίσει επτά μήνες μετά με οδηγίες και κάποια χρήματα. Η κύρια εργασία γινόταν από τον Κουτσογιανόπουλο, αφού τα μηνύματα έφταναν σε εκείνον, μέσω του σταθμού αναμετάδοσης που βρισκόταν στην Τουρκία. Ο Σερραίος στρατιωτικός όμως εγκατέλειψε πολύ γρήγορα τους συναγωνιστές του, για να ασχοληθεί με ποικίλες άλλες πολιτικές ζυμώσεις. Οι λιγοστοί συνεργάτες του συνέχισαν όμως ομολογουμένως με τιμιότητα και προσήλωση να εφαρμόζουν τις επιταγές που προέβλεπε η διεξαγωγή του συμμαχικού αγώνα.

Ποιες ήταν όμως αυτές οι πολιτικές ζυμώσεις; Σε μια πρώτη φάση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από τη συμμετοχή σε οργανώσεις αντιστασιακού χαρακτήρα, των οποίων ο κύριος σκοπός ήταν η προετοιμασία του εδάφους για την αποτροπή της επανόδου του Βασιλέως Γεωργίου, μετά την απελευθέρωση της χώρας. Πρώτη οργάνωση με την οποία ήρθε σε επαφή δεν ήταν άλλη από την οργάνωση «Α.Α.Α.» (Αγών. Ανόρθωσις. Απελευθέρωσις.), που συγκρότησε ο γηραιός Αντιστράτηγος ε.α., παλαιός γερουσιαστής Πέλλας και πρώτος πρόεδρος της «Δημοκρατικής Άμυνας» Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Η οργάνωση είχε ως σκοπό όχι την δημιουργία συνθηκών μαζικής αντίστασης, αλλά την πολιτική εξόντωση του Βασιλέως Γεωργίου. Τα μακρόπνοα σχέδιά της απέβλεπαν στην εν κρυπτώ συγκέντρωση ένοπλης δύναμης που δεν θα πρόσβλεπε στη διενέργεια σαμποτάζ, αλλά στην μεταπελευθερωτική προσπάθεια παρεμπόδισης της επιστροφής του Γεωργίου στη χώρα. Ο Μακεδόνας στρατιωτικός που διατηρούσε από χρόνια φιλικές σχέσεις με τον γηραιό Στρατηγό προσχώρησε αμέσως στην οργάνωση εντοπίζοντας και αυτός τη ρίζα του ελληνικού προβλήματος στην επίλυση του πολιτειακού. Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από τον Πέτρο Ρούσσο, ο οποίος είχε έρθει σε επαφή με το Μπακιρτζή λίγο μετά την κατάρρευση, προτείνοντας του την ανάληψη ηγετικών καθηκόντων σε εκκολαπτόμενα ανταρτικά σώματα. Ωστόσο εκείνος αρνήθηκε, χαρακτηρίζοντας σ’ αυτή τη φάση τον αντάρτικο αγώνα ως «κλεφτοπόλεμο», και ως ένα «αναχρονιστικό και μάταιο τόλμημα […] στην εποχή του τεχνολογικού πολέμου». Θα ήταν έκπληξη βεβαίως αν το βιογραφούμενο πρόσωπο, με εικοσαετή περίπου προϋπηρεσία στον τακτικό στρατό, θα προέβαινε σε άλλες διαπιστώσεις. Το τιθέμενο ιστορικό πλαίσιο της εποχής του κεραυνοβόλου πολέμου οδηγούσε αναπόφευκτα σε τέτοιου είδους συμπεράσματα. Μόνο που σχεδόν όλοι, εκτός από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και το Κ.Κ.Ε., παρέβλεψαν το ζήτημα της εθνικής επιβίωσης, γιατί μπορεί ο αστικός πολιτικός κόσμος, να μην απέβλεπε στην απότομη διακοπή του λήθαργού του, εξαιτίας της «πρόσκαιρης» παραμονής των Γερμανών στην Ελλάδα, ο λιμός όμως, σε συνδυασμό με τα μαρτύρια που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί στη Μακεδονία και την Ήπειρο από τη δράση των Βουλγάρων και των Τσάμηδων, που αποσκοπούσαν στην μεταπολεμική προσάρτηση ελληνικών εδαφών στην Βουλγαρία και την Αλβανία αντίστοιχα, κατέστησαν τη συγκρότηση ένοπλων ανταρτικών ομάδων ζήτημα εθνικής αναγκαιότητας. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ως προς τη συγκεκριμένη οργάνωση πως της έχουν αποδοθεί διάφοροι χαρακτηρισμοί, όπως «οργάνωσις αποτάκτων, […], συνεργαζομένων με αριστερίζοντα δημοκρατικά στοιχεία», «οργάνωση με πέντε αρχηγούς και κανέναν οπαδό» κ.α.

Λίγους μήνες μετά την προσχώρησή του στην οργάνωση «3 Α», ο Μακεδόνας στρατιωτικός άρχισε να έρχεται σε επαφή και με άλλους στρατιωτικούς παράγοντες, μαζί με τον παλαιοβενιζελικό απότακτο συνταγματάρχη του κινήματος του 1935 Στέφανο Σαράφη, ο οποίος είχε εσχάτως αποφυλακιστεί. Οι δύο άνδρες στα μέσα Οκτωβρίου του 1941, συναντήθηκαν με τον συνάδελφό τους Κωνσταντίνο Βεντήρη στο σπίτι του γηραιού Αντιστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Μανέττα και συμφώνησαν από κοινού για μελλοντική «αντιστασιακή» δράση. Ανατέθηκε τότε στον βιογραφούμενο η σύνταξη κάποιου καταστατικού, το οποίο μετά τη συγγραφή του χαρακτηρίσθηκε από τους Μανέττα και Βεντήρη ως «κομμουνιστικό» και έτσι οι δύο τελευταίοι αποτάθηκαν στον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη.

Λίγες ημέρες αργότερα επίκειτο συνάντηση με τον Ηλία Τσιριμώκο, αλλά εξαιτίας κάποιου ζητήματος που ενέκυψε από πλευράς του Ευριπίδη Μπακιρτζή η συνάντηση δεν πραγματοποιήθηκε. Ωστόσο, στις αρχές Δεκεμβρίου έλαβαν χώρα και κάποιες άλλες συζητήσεις στο σπίτι του δικηγόρου Σεφεριάδη στο Κολωνάκι, μεταξύ Μπακιρτζή, Σαράφη, του δικηγόρου Γιάννη Κορδάτου, του πλοίαρχου Τζαννή Βαλασσάκη, του αντιπλοίαρχου Αθανάσιου Ζάγκα, κάποιου καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής ονόματι Σκλαβούνου και του Δημήτριου Ψαρρού. Κατά τον Στέφανο Σαράφη, οι παρευρισκόμενοι συμφώνησαν για τη συγκρότηση πολιτικοστρατιωτικής οργάνωσης κομμουνιστικού χαρακτήρα, με την ονομασία «Δημοκρατική Σοσιαλιστική Οργάνωση», εφ’ όσον κατέληξαν στο συμπέρασμα πως εξαιτίας της τροπής που είχαν λάβει τα πράγματα, τα ελληνικά συμφέροντα επέβαλαν τη δημιουργία κλίματος φιλορωσσικού προσανατολισμού. Στο Κ.Κ.Ε. απέφυγαν να προχωρήσουν ομοθυμαδόν, διότι θεωρήθηκε διαβρωμένο από τον μηχανισμό του Μανιαδάκη. Και αυτή η προσπάθεια όμως ατόνησε με τη σειρά της, από τα μέσα του Ιανουαρίου του επομένου έτους. Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ούτε με αυτό το εγχείρημα. Σοβαρότητα όμως φαίνεται πως υπέδειξε κατά τις συνομιλίες που διεξήγε το ίδιο περίπου χρονικό διάστημα με τους Κομνηνό Πυρομάγλου, Γιώργο Καρτάλη και Δημήτριο Ψαρρό.

Στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1941 ο Μακεδόνας στρατιωτικός συναντήθηκε στο σπίτι του Κωνσταντίνου Βερενίκου με τον καθηγητή Κομνηνό Πυρομάγλου. Είχε έρθει στην Ελλάδα κατ’ εντολήν του Στρατηγού Πλαστήρα με σκοπό να επιδιώξει μια «πολιτική μετριασμού των δεινών του ελληνικού λαού». Η στενή συνεργασία που είχε όμως με το Ζέρβα τον προέτρεψαν να εισέλθει στον Ε.Δ.Ε.Σ., χρησιμοποιώντας κατά το δοκούν την επιστολή που του έδωσε ο Πλαστήρας για να επιδιώξει την προσχώρηση μελών στην οργάνωση με την παράτυπη χρήση της επιστολής. Ο Μπακιρτζής σε πρώτη φάση αρνήθηκε τη συμμετοχή του στον Ε.Δ.Ε.Σ. ως στρατιωτικός ηγέτης μετά τον Πλαστήρα, αλλά ύστερα από λίγες ημέρες τους αντιπρότεινε συνεργασία, μεταξύ της οργάνωσης που εκπροσωπούσε και του Ε.Δ.Ε.Σ. Στη συζήτηση που διεξήχθη ο Μπακιρτζής χαρακτήρισε το καταστατικό του Ε.Δ.Ε.Σ. ως καταστατικό με «δικτατορικές τάσεις», αλλά εν τέλει επιτεύχθηκε συμφωνία συνεργασίας, που απλά απέκλειε τη συγχώνευση της μιας από την άλλη οργάνωση. Το μόνο στο οποίο είχαν τελικά συμφωνήσει όλοι ανεξαιρέτως ήταν η δράση εναντίον του Βασιλιά Γεωργίου.

Ο Ναπολέων Ζέρβας
Το 1941 έληξε δραματικά για την Ελλάδα, με την τριπλή κατοχή να γίνεται δυσβάσταχτη για τον ελληνικό λαό. Ο χειμώνας του ’41 ήταν πολύ βαρύς με την πείνα να έχει θερίσει κυρίως τους πληθυσμούς των πόλεων, ενώ στην περιφέρεια εφαρμοζόταν, κυρίως στην βουλγαροκρατούμενη ζώνη, ένα σαφές σχέδιο εξόντωσης του ελληνικού στοιχείου μέσω της οικονομικής εξαθλίωσης, του εποικισμού και «της τραγωδίας της Δράμας» του Σεπτεμβρίου του 1941. Όλα αυτά έκαναν την ανάγκη της δημιουργίας ένοπλου αντιστασιακού αγώνα ζήτημα εθνικής επιβίωσης. Οι περισσότερες οργανώσεις, όμως με τις οποίες ήρθε σε επαφή ο Μακεδόνας στρατιωτικός φαίνεται πως δεν απέβλεπαν σε κάτι τέτοιο. Δυστυχώς όταν αντιλήφθηκαν την πραγματικότητα της εποχής, το Κ.Κ.Ε είχε κερδίσει πολύτιμο χρόνο προσαρτώντας τάχιστα τους ελληνικούς ορεινούς πληθυσμούς και εφαρμόζοντας την τακτική της βίαιης αφομοίωσης και της εξόντωσης των αντιπάλων του.

Ήδη από τις αρχές του 1942 όμως ο συγχρονισμός μεταξύ του Ευριπίδη Μπακιρτζή με τους Ναπολέοντα Ζέρβα, Κομνηνό Πυρομάγλου, Ψαρρό και Σαράφη ήταν γεγονός. Ήταν Μάρτιος του 1942, όταν ο «Προμηθέας ΙΙ» έλαβε ένα σήμα, το οποίο υπονοούσε συγκεκαλυμμένα ότι πλέον ο βρετανικός παράγοντας επιδίωκε τη συγκρότηση ένοπλων ανταρτικών ομάδων στην κατεχόμενη Ελλάδα, που θα διευκόλυναν τις επικείμενες επιχειρήσεις στο αφρικανικό μέτωπο με τη διενέργεια σαμποτάζ που θα εμπόδιζε τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων του Άξονα. Περίπου έναν μήνα αργότερα έφτασε στην Ελλάδα με μυστική αποστολή ο παλαιός λαθρέμπορος, και μετέπειτα δραστήριος σύνδεσμος των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών Γεράσιμος Αλεξάτος, με εντολή τη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για τη συγκρότηση ανταρτοομάδων. Επιχειρήματά του το πλούσιο πολεμικό υλικό και ένα σεβαστό ποσό χρυσών λιρών που θα διευκόλυναν τους ενδιαφερομένους να πειστούν για τη διενέργεια του εγχειρήματος.

Πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ήρθε σε επαφή ήταν ο πλοίαρχος Λεβίδης, ο οποίος ως αρχηγός μιας οργάνωσης φυγαδεύσεων προσκάλεσε κάποιες εξέχουσες στρατιωτικές προσωπικότητες, προτείνοντάς τους να αναλάβουν την ηγεσία των επικείμενων ενόπλων ανταρτικών ομάδων. Αρχικά προσκλήθηκαν σε διαβουλεύσεις οι Κωνσταντίνος Βεντήρης και Κωνσταντίνος Μανέττας, οι οποίοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε τέτοιου είδους κίνηση, χαρακτηρίζοντάς την ως πρόωρη και καταστροφική, αφού και οι στρατιωτικές δυνάμεις που επρόκειτο να συγκροτηθούν θα ήταν ανίσχυρες μπροστά στις τακτικές δυνάμεις του Άξονα, αλλά και τα αντίποινα των κατακτητών για τις επιχειρήσεις των ανταρτών προς τους άμαχους πληθυσμούς θα ήταν καταστροφικά για την ύπαιθρο. Αντίθετα όμως ο Σερραίος στρατιωτικός με τον Δημήτριο Ψαρρό αποδέχθηκαν την πρόταση, δίνοντας αντίστοιχες διαβεβαιώσεις και για τους απόντες της συνεδρίασης Ζέρβα και Σαράφη. Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο η κατηγορηματική άρνηση και του Μπακιρτζή και του Ψαρρού να ενταχθούν στο Ε.Α.Μ., ως ανεξάρτητοι Αξιωματικοί «δημοκρατικής προέλευσης», αλλά και να συνεργαστούν με αυτό. Το συμβάν τεκμηριώνει την πολύ καλή πληροφόρηση του Σ.Μ.Α. ως προς τη δράση και τους στόχους του Ε.Α.Μ., όπως επίσης και την επιδίωξή του να χειραγωγήσει τρόπον τινά τη δράση του.

Μετά από λίγες ημέρες συνήλθαν εκ νέου ο Αλεξάτος με τους Μπακιρτζή και Ψαρρό στο σπίτι του Αντωνόπουλου στην οδό Αριστοτέλους 42. Αυτή τη φορά ήταν παρόντες και οι Ζέρβας, Πυρομάγλου και Κουτσογιαννόπουλος, για τον καθορισμό των εδαφικών ζωνών του καθενός εξ’ αυτών στο εκκολαπτόμενο αντάρτικο. Η συνεδρίαση έληξε με τον Σερραίο στρατιωτικό να έχει καθορισθεί ως ο «Στρατηγός» όλου του επικείμενου αγώνα. Το σχέδιο προέβλεπε την εγκατάσταση κινητού στρατηγείου στην περιοχή Γκιόνας – Παρνασσού. Σύμφωνα με το ίδιο σχέδιο, στον Ψαρρό ανατέθηκε η συγκρότηση ανταρτοομάδων στην περιοχή της Ρούμελης, ενώ υπό την δύναμη του Ε.Δ.Ε.Σ. τέθηκε η περιοχή της Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς. Τέλος ο Στέφανος Σαράφης είχε ήδη αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του τη Θεσσαλία, η οποία αποτέλεσε και την ιδιαίτερη ζώνη που εν τέλει του παραχωρήθηκε επίσημα. Επιπλέον, είχε αποφασιστεί πως μέχρι τον Αύγουστο του ιδίου έτους θα έπρεπε να εκδηλωνόταν το αντάρτικό κίνημα. Πρώτη επίσημη ημέρα σύσκεψης τους ως στρατιωτικών αρχηγών πλέον είχε οριστεί η 10η Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι διαδικασίες προχωρούσαν μάλλον αργά με την αναβλητικότητα να αποτελεί καθεστώς τόσο στις μεταξύ των ορισθέντων ως ιθυνόντων διαβουλεύσεις, όσο και στις προετοιμασίες. Ειδικότερα ο Μακεδόνας στρατιωτικός δεν πρέπει εκ πεποιθήσεως να ήταν ιδιαίτερα σύμφωνος με την προσπάθεια, παρά την εκ των προτέρων αποδοχή της θέσης του Γενικού Αρχηγού, εξαιτίας των νέων όπλων που είχε στη διάθεση του ο κατακτητής. Η πεποίθηση αυτή διογκωνόταν ακόμη περισσότερο, εξαιτίας της κινητικότητας του Ε.Α.Μ., και των συνθηκών πολιτικής ρευστότητας που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος. Έτσι ο βιογραφούμενος με τον Ζέρβα και τον Πυρομάγλου θέλησαν να εξασφαλίσουν τα νώτα τους στο μεταπολεμικό καθεστώς ερχόμενοι σε επαφή και με Σοβιετικούς παράγοντες, μιας που ακόμη ήταν πολύ πιθανή η ανατροπή των ισορροπιών σε γεωπολιτικό επίπεδο, προς όφελος της Σοβιετικής Ένωσης, στο μεταπολεμικό καθεστώς που θα ακολουθούσε. Για το λόγο αυτό είχε αποφασιστεί η μετάβαση του Μακεδόνα στρατιωτικού μαζί με τον Πυρομάγλου στην Κωνσταντινούπολη για την επίτευξη συμφωνίας με τον εκεί εγκατεστημένο Σοβιετικό Πρόξενο. Σε περίπτωση που αυτό δεν θα καθίστατο δυνατό, το σχέδιο προέβλεπε τη μετάβαση του Μπακιρτζή στη Μόσχα. Ο Πυρομάγλου όμως αρνήθηκε εν τέλει την πρόταση και ο Μπακιρτζής αναχώρησε μόνος του για την Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1942. Επιπλέον, η παραμονή του στην πρωτεύουσα είχε καταστεί επικίνδυνη, αφού καταζητούνταν και από τις ιταλικές και από τις γερμανικές αρχές κατοχής. Το Σ.Μ.Α. όμως και ειδικότερα ο βρετανικός παράγοντας ήταν απόλυτα ενήμεροι για το εν λόγω ταξίδι, και ήθελαν να αποτρέψουν οπωσδήποτε μια τέτοια κίνηση από πλευράς του Μπακιρτζή.

B) Στη Μέση Ανατολή

Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής έφτασε στην Αίγυπτο, μετά από μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Οκτωβρίου του 1942. Το νέο της άφιξής του διαδόθηκε πολύ γρήγορα και ο Μακεδόνας στρατιωτικός άρχισε πολύ γρήγορα τις επαφές με παλαιούς συμπορευτές του που εκείνη την εποχή βρίσκονταν στο Κάϊρο. Από πλευράς Κανελλοπούλου φαίνεται πως του είχε προταθεί μια δευτερεύουσα κυβερνητική θέση σε μία ενδεχόμενη πολιτική αναδιάρθρωση, στην οποία προς στιγμήν αρκέστηκε. Ωστόσο, οι επαφές που είχε με τον Γεώργιο Ρούσσο είχαν αμεσότερα αποτελέσματα, μιας που ο τελευταίος εκείνη την περίοδο πρωτοστατούσε στην ίδρυση οργάνωσης αντιστασιακού χαρακτήρα υπό την κωδική ονομασία Ε.Α.Σ. (Ελληνικός Απελευθερωτικός Σύνδεσμος), στην οποία προσχώρησε σχεδόν αμέσως ο Ευριπίδης Μπακιρτζής. Η οργάνωση αποτελούνταν από αριστερίζουσες προσωπικότητες της παράταξης των Φιλελευθέρων που ασχολούνταν με το μεταπολεμικό καθεστώς και το ζήτημα της επιστροφής ή μη του Γεωργίου στην Ελλάδα, αγνοώντας τον αντάρτικο αγώνα.

Εκείνη την εποχή είχε ιδρυθεί στην Αίγυπτο η οργάνωση Α.Σ.Ο. (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση) από τους Νεφελούδη και Σάλα, η οποία αποτελούνταν από στρατιώτες και από κατώτατους στρατιωτικούς. Κύριος σκοπός της ήταν ο «αντιφασιστικός αγώνας», αλλά ουσιαστικά δρούσε ως βραχίονας του Ε.Α.Μ στους κόλπους του αναδιοργανωθέντος ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής, που απέβλεπε στην κομμουνιστοποίηση του στρατού, διά της «συνειδητής πειθαρχίας». Από την άλλη η πλειοψηφία των μελών του Ε.Α.Σ. διέπετο μεν από έντονη αντικομμουνιστική συγκρότηση, πλην όμως αναγκαζόταν να συνεργαστεί με την Α.Σ.Ο., εφόσον από το 1933 και έξης οι παλαιοδημοκρατικοί είχαν απολέσει τα ερείσματα που διέθεταν στις τάξεις του στρατού, εξαιτίας των αθρόων αποτάξεων, από την κυβέρνηση των Λαϊκών για το Κίνημα του 1935 και από την 4ης Αυγούστου. Επιπλέον, η Α.Σ.Ο. ανδρώθηκε γρήγορα και έγινε μια υπολογίσιμη δύναμη, εκμεταλλευόμενη τις πολιτικές αψιμαχίες δημοκρατικών και βασιλοφρόνων. Τέλος, η πτώση της κυβέρνησης Τσουδερού αποτελούσε κοινό παρονομαστή και των δύο. Συνεπώς οι δύο οργανώσεις κατόρθωσαν να βρουν κοινή πορεία πλεύσης εναντίον του Γεωργίου και του Τσουδερού.

Στις εκθέσεις και τα μνημόνια που έφθαναν στο γραφείο του Τσουδερού εξομοιώνονταν συλλήβδην οι παλαιοδημοκρατικοί με τους κομμουνιστές. Ο ίδιος δε ο Ευριπίδης Μπακιρτζής χαρακτηρίζεται ως ο κύριος οργανωτής της όλης κομμουνιστικής κίνησης του στρατού, όπως επίσης και ο «ενθουσιωδώς υποδεχθείς» από τα όργανα της Α.Σ.Ο. Για τους σκληροπυρηνικούς κομμουνιστές όμως ήταν και αυτός προστάτης του «καθεστώτος του ιδιωνύμου» και των διώξεων που υπέστη το Κ.Κ.Ε., από τις κυβερνήσεις των Φιλελευθέρων κατά το Μεσοπόλεμο. Η αλήθεια ωστόσο βρίσκεται κάπου στο ενδιάμεσο, αφού ο βιογραφούμενος, χρησιμοποιώντας την ιδεολογική του τοποθέτηση στην προοδευτική – αριστερίζουσα πτέρυγα των Φιλελευθέρων, σε συνδυασμό με την αίγλη που του εξασφάλιζε η φήμη του ως «κόκκινου συνταγματάρχη», μπορούσε να ισορροπεί ανάμεσα σε δύο κόσμους, και τον αστικό και τον κομμουνιστικό. Ως τη στιγμή της ένταξής του στον Ε.Λ.Α.Σ. θα λάβει μέρος στις πολιτικές έριδες του αστικού κόσμου παρά τω πλευρώ την δημοκρατικών, εμφορούμενος από την ιδεολογική αποστροφή που έτρεφε παλαιόθεν τόσο προς τον θεσμό της Βασιλείας, όσο και από την προσωπική του αντιπάθεια προς το πρόσωπο του ιδίου του Γεωργίου.

Ο Ιωάννης Σάλας
Όταν ξέσπασε το κίνημα του Φεβρουαρίου – Μαρτίου του 1943, με αφορμή την αντίθεση των Συνταγματαρχών Κατσώτα και Μπουρδάρα, ο ίδιος βρισκόταν στο Κάιρο ως ένας από τους εκπροσώπους του Ε.Α.Σ., της οποίας από ιδρύσεως της κύριο μέλημα ήταν η επώαση επαναστατικών συνθηκών με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης Τσουδερού, και την επαναφορά των δημοκρατικών στρατιωτικών στο στράτευμα, που με τη σειρά της θα εξασφάλιζε την επαναφορά των παλιοδημοκρατικών στην εξουσία στο μεταπολεμικό ελληνικό κράτος. Στην βιβλιογραφία έχουν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικές με το αν το κίνημα αυτό υποκινήθηκε εκ των άνω ή εκ των κάτω. Ασχέτως του ποια είναι η αλήθεια, βέβαιο είναι πως ο Ευριπίδης Μπακιρτζής έλαβε μέρος σ’ αυτό, ναι μεν ως εκπρόσωπος του Ε.Α.Σ., πλην όμως αποτέλεσε και αναμφίβολα τον συνδετικό κρίκο της οργάνωσής του με την Α.Σ.Ο. Συγκεκριμένα, μία ημέρα πριν από τον ανασχηματισμό της κυβερνήσεως με τη συμμετοχή πολλών δημοκρατικών προσωπικοτήτων σ’ αυτήν και ενόσω η αναρχία βασίλευε στους κόλπους των δύο Ταξιαρχιών, το βράδυ της 24ης Μαρτίου του 1943, έφερε τον δεκανέα και ιδρυτικό μέλος της Α.Σ.Ο. Γιάννη Σάλα σε επαφή με τους Αλέξανδρο Ζάννα, Βύρωνα Καραπαναγιώτη, που μόλις είχε επιστρέψει από το Χαρτούμ, όπου βρισκόταν εξόριστος για να αναλάβει θέση υπουργού, κ.α. ζητώντας του να παρατείνει την ακυβερνησία στο στράτευμα, ώστε να στραφούν ομοθυμαδόν παλαιοδημοκρατικοί και κομμουνιστές εναντίον του Τσουδερού. Ο Σάλας που γνώριζε πως το υπάρχον καθεστώς της διοίκησης των επαναστατημένων θα κατέρρεε οσονούπω, επιδίωξε το σχηματισμό μιας κυβέρνησης κατά το μέγιστο Εαμοκρατούμενης, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη συμμετοχή σ’ αυτήν του Εμμανουήλ Τσουδερού. Τότε όμως επακολούθησε μια έντονη λεκτική αψιμαχία μεταξύ του Ευριπίδη Μπακιρτζή και του Γιάννη Σάλα, όπου ο πρώτος αρνούνταν κάθε συμμετοχή του πρωθυπουργού στο νέο κυβερνητικό σχήμα και ο δεύτερος εξανέστη ενθυμούμενος την εποχή των μεσοπολεμικών διώξεων και του ιδιωνύμου του 1928, λέγοντας πως επ’ ωφελεία της Ελλάδος θύτες και θύματα έπρεπε να συνεργαστούν. Ουσιαστικά επρόκειτο περί μίας διπλωματικής δολιχοδρομίας του Σάλα, ο οποίος είχε καταλάβει πως η Α.Σ.Ο. επωφελούνταν όσο περισσότερο διαρκούσαν οι διενέξεις των εκπροσώπων του αστικού καθεστώτος.

Ποιοι λόγοι ωστόσο ώθησαν τον αποκαλούμενο ως «κόκκινο συνταγματάρχη» να στραφεί εναντίον του Κ.Κ.Ε.; Η μοναδική απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι πως ο βιογραφούμενος επιδίωξε για άλλη μια φορά την επικράτηση των δημοκρατικών σε συνεργασία με τους κομμουνιστές. Με άλλα λόγια όλες αυτές οι επαφές ήταν μια επανάληψη των αποτυχημένων σχεδίων των κινημάτων του 1926 και του 1935. Ήταν η εποχή που μπορούσε να ακροβατεί. Όταν όμως όλες αυτές οι διαμάχες θα ενσάρκωναν τη μορφή της σύγκρουσης δύο κόσμων με τη μορφή της σύγκρουσης αριστεράς και δεξιάς, τότε θα έπρεπε να επιλέξει ξεκάθαρα στρατόπεδο. Παρόλα αυτά οι δύο ελληνικές ταξιαρχίες διοικήθηκαν για ένα εικοσαήμερο από βρετανούς στρατιωτικούς, ώσπου να επανέλθει η τάξη, η οποία επέπρωτο να αποδειχθεί βραχύβια. Τα πνεύματα ήταν περισσότερο οξυμένα από πριν, παρά την φαινομενική ησυχία, εξαιτίας και της παραμονής του Βασιλέως στη Μέση Ανατολή. Τον Ιούλιο ξέσπασε νέα ανταρσία με αφορμή την τιμωρία κάποιου στρατιώτη της Ι Ταξιαρχίας. Τα έως σήμερα δημοσιευθέντα στοιχεία δεν φαίνεται να τεκμηριώνουν συμμετοχή του Μακεδόνα στρατιωτικού στο κίνημα, το οποίο μάλλον προήλθε «εκ των κάτω». Μόλα ταύτα φαίνεται πως η κυβέρνηση Τσουδερού, με την συνηγορία του βρετανικού παράγοντα, εν όψει της επικείμενης απόβασης των συμμαχικών δυνάμεων στη Μεσόγειο, είχε αποφασίσει να εξορίσει «επικινδύνους ή ανεπιθυμήτους εν ώρα πολέμου», για να επιτευχθεί η επανασύσταση των δύο ελληνικών Ταξιαρχιών που θα επέβαλαν τον Γεώργιο στην Ελλάδα ως σύμβολο σταθερότητας και συνοχής του στρατεύματος, εν όψει της επικείμενης συμμαχικής απόβασης στη Μεσόγειο. Έτσι η Military Service αποφάσισε να προβεί σε μέτρα εκτοπισμού ανεπιθύμητων προσωπικοτήτων μία από τις οποίες ήταν και ο Μπακιρτζής. Η απόφαση για τον εκτοπισμό του Μπακιρτζή στην Κένυα πρέπει να είχε παρθεί περί τα μέσα Ιουλίου, αν ληφθεί υπ’ όψιν πως στον Κανελλόπουλο γνωστοποιήθηκε στις 29 Ιουλίου. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, ο Μπακιρτζής και ο Ζάννας που τον επισκέφθηκαν του ανέφεραν πως το σχέδιο του εκτοπισμού του είχε υπαγορευθεί από τους Άγγλους.

Λίγες ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 4 Αυγούστου του 1943 ο Σερραίος στρατιωτικός απέστειλε μία επιστολή προς τον Πρωθυπουργό, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ δήλωνε αμέτοχος των Ιουλιανών του 1943, αλλά και όλων των υπολοίπων αναταραχών που συντάραζαν τον εναπομείναντα ελληνικό στρατό, εκφράζοντας την πεποίθηση πως θα έπρεπε «[…] να ευρεθούν αι αιτίαι των ανησυχιών και των καταστρεπτικών ταραχών και ριζοσπαστικά να εξουδετερωθούν ή και να παταχθούν […]». Επιπροσθέτως ανέφερε πως εξορίζεται ανυπόλογος και μόνον «με απλάς υποψίας» στιγματίζεται, παρόλο που μοναδικός σκοπός της παραμονής του στη Μέση Ανατολή ήταν να πολεμήσει. Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής που από τα 17 του ως τα 27 συμμετείχε ενεργά σε όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στρατού, ένας από τους πρωτοπόρους της Εθνικής Άμυνας, ο Tzevete της γαλλικής ακαδημίας πολέμου, ο άνθρωπος των κινημάτων και των συνομωσιών, ο στρατιωτικός των 12 Μεγαλόσταυρων, ο Επιτελάρχης της Επανάστασης του 1922, φοβήθηκε να αναλάβει τις ευθύνες του για όσα έπραξε στη διάρκεια της παραμονής του στη Μέση Ανατολή. Φοβήθηκε την εξορία στην Κένυα σπεύδοντας να διαψεύσει τα αδιάψευστα και πασίγνωστα στους ελληνικούς κύκλους του Καΐρου, και ζητώντας από κάποιον τον οποίο τόσο πολέμησε να μεσολαβήσει στη Military Security, ώστε να ανασταλεί η εξορία του. Μολονότι είχε αποφασιστεί η συμμαχική απόβαση στη Σικελία, ο Βρετανικός παράγων συμπεριφερόταν στους Έλληνες πολιτικούς σαν η συμμαχική απόβαση να επρόκειτο να πραγματοποιηθεί σε ελληνικό έδαφος. Με την εύνοια της τύχης ο Σερραίος στρατιωτικός πέτυχε για άλλη μια φορά το σκοπό του. Έτσι τέσσερις ημέρες αργότερα (10 Αυγούστου 1943) έφτασε από την Ελλάδα αντιπροσωπεία των αντιστασιακών οργανώσεων με κύριο της εκπρόσωπο τον Γεώργιο Εξηντάρη. Εννέα ημέρες μετά κατέληξαν στην υπογραφή του μνημονίου που απέβλεπε στην μεταπελευθερωτική επιστροφή του Γεωργίου κατόπιν δημοψηφίσματος. Ο Γεώργιος όμως επρόκειτο να παραμείνει ακλόνητος στη θέση του απολαμβάνοντας την υποστήριξη και της Μεγάλης Βρετανίας και των Η.Π.Α. Μόλα ταύτα τα συνεχή κινήματα από τον Μάρτιο ως τον Ιούλιο του 1943 εξαθλίωσαν παντοιοτρόπως τις δύο ελληνικές ταξιαρχίες που θα έπρεπε να εγγυηθούν την ασφαλή μετάβαση του Γεωργίου στη χώρα. Επιπλέον, το Ε.Α.Μ – Ε.Λ.Α.Σ., μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (3 Σεπτεμβρίου 1943) και την συνακόλουθη ενθυλάκωση του οπλισμού της Μεραρχίας Πινερόλλο, είχε ήδη αποκτήσει σημαντική δύναμη στο εσωτερικό, έχοντας καταστεί ακόμη επικινδυνότερος αντίπαλος των βρετανικών συμφερόντων στην Ελλάδα, οι οποίοι ήθελαν σ’ αυτό το σημείο να εφαρμόσουν πολιτική ενίσχυσης των αντιπάλων του στρατιωτικών οργανώσεων. Γι αυτόν λοιπόν το σκοπό επέτρεψαν την επιστροφή του Μακεδόνα στρατιωτικού, ο οποίος μάλιστα έδωσε και το λόγο της στρατιωτικής του τιμής πως θα παρέμενε στρατιωτικός διοικητής της Ε.Κ.Κ.Α και του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Έτσι,την 17η Σεπτεμβρίου του 1943 ο Ευριπίδης Μπακιρτζής επέβαινε στην Ντακότα μαζί με τους υπολοίπους αντιπροσώπους των αντιστασιακών οργανώσεων επιστρέφοντας πίσω στην Ελλάδα μετά από περίπου ένα έτος. Στο διάστημα της απουσίας του όμως συνέβησαν πάρα πολλά που τον έφεραν αναπόδραστα σε πολύ δύσκολη θέση.

Γ) Από συναρχηγός της Ε.Κ.Κ.Α. πρωθυπουργός της Π.Ε.Ε.Α.

Ο Μπακιρτζής στην Εθνοσυνέλευση στις Κορυσχάδες.
Η απροσδόκητη και ανεξήγητη φυγή του Ευριπίδη Μπακιρτζή στη Μέση Ανατολή είχε ως αποτέλεσμα εκτός των άλλων την εξάμηνη αναβολή της αναχώρησης του Δημητρίου Ψαρρού για τη Γκιώνα και την καθυστέρηση της συγκρότησης του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων. Στο διάστημα αυτό όμως ο Ε.Λ.Α.Σ. είχε κατορθώσει να επιβληθεί σε ένα πολύ μεγάλο μέρος της χώρας. Με την άφιξή του στη Νεράϊδα ο Μακεδόνας στρατιωτικός αναχώρησε ευθύς αμέσως για το Γενικό Στρατηγείο της Ε.Κ.Κ.Α., όπως είχε άλλωστε υποσχεθεί, ώστε την στιγμή της επικείμενης απελευθέρωσης να αποτελέσει η οργάνωσή του -τυπικά ήταν συναρχηγός της Ε.Κ.Κ.Α.- αντίβαρο της στρατιωτικής πρωτοκαθεδρίας του Ε.Λ.Α.Σ.. Παρ’ ελπίδα η ώρα της απελευθέρωσης δεν επήλθε για την Ελλάδα, γιατί η συμμαχική απόβαση έγινε εν τέλει τον Ιούλιο του 1943 στη Σικελία, ώσπου στις 3 Σεπτεμβρίου η Ιταλία συνθηκολόγησε. Ως αποτέλεσμα ο οπλισμός της Μεραρχίας Πινερόλο ενθυλακώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του από τον Ε.Λ.Α.Σ., ο οποίος πλέον μπορούσε να προσδοκεί στην ολοκληρωτική επικράτησή του σε όλη τη χώρα. Έτσι το Ε.Α.Μ. – Κ.Κ.Ε. αποφάσισε την πλήρη εξολόθρευση όλων των αντιπάλων αντιστασιακών οργανώσεων. Πρώτος και κύριος εχθρός ήταν βέβαια ο Ε.Δ.Ε.Σ. του Ζέρβα, εναντίον του οποίου προκλήθηκε γενική επίθεση την 10η Οκτωβρίου του 1943, η οποία θα εξελισσόταν λυσσώδης για τους επόμενους μήνες ως την κατάπαυση των εχθροπραξιών την 4η Φεβρουαρίου του επομένου έτους.

Στο διάστημα αυτό η Ε.Κ.Κ.Α., συγκριτικά μικρότερη και από τις δύο οργανώσεις, προσπάθησε να τηρήσει στάση ουδετερότητας. Η άφιξη του Ευριπίδη Μπακιρτζή ωστόσο δεν είχε θετικά αποτελέσματα για την οργάνωση. Από τη μία πλευρά οι αλλεπάλληλες διαλύσεις του Συντάγματος είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια της ιδεολογικής του συνοχής και από την άλλη η φήμη του ιδίου ως «κόκκινου Συνταγματάρχη» όξυναν τα πάθη των αντιεαμιτών μελών που είχαν συσπειρωθεί στο πλευρό του Λοχαγού Θύμιου Δεδούση. Μόλις εξαπολύθηκε η επίθεση του Ε.Λ.Α.Σ. εναντίον του Ε.Δ.Ε.Σ. ο ίδιος διέμενε στο Γενικό Στρατηγείο της Ε.Κ.Κ.Α. στην Άμφισσα. Την επομένη, μόλις ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε στρατιωτικό τελεσίγραφο απαιτώντας δήλωση συμπαράστασης της Ε.Κ.Κ.Α. προς αυτόν, ο Μπακιρτζής έσπευσε να υπερθεματίσει τη λύση της ευμενούς ουδετερότητας, που εν τω μεταξύ είχε υιοθετηθεί εξ’ ανάγκης από τους Ψαρρό και Καρτάλη. Δέκα ημέρες αργότερα (20 Οκτωβρίου) αναχώρησε με τον Γεώργιο Καρτάλη για το Γενικό Στρατηγείο του Ε.Λ.Α.Σ., αφήνοντας πίσω του ένα γράμμα, στο οποίο εξέφραζε την άποψη πως η Ε.Κ.Κ.Α. θα έπρεπε να προσχωρήσει στο Ε.Α.Μ., ώστε να εμποδιστεί το Κ.Κ.Ε. μετά την απελευθέρωση να επιβάλλει δικτατορία του προλεταριάτου. Πώς όμως μπορεί να εξηγηθεί αυτή η στροφή 180 μοιρών του Μακεδόνα στρατιωτικού; Γιατί ο Ευριπίδης Μπακιρτζής αθέτησε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής για να προσχωρήσει στον Ε.Λ.Α.Σ.; Έχω τη γνώμη πως είχε αντιληφθεί τη δύναμη που είχε αποκτήσει ο Ε.Λ.Α.Σ. και γνωρίζοντας εκ των ένδον την αποδιοργάνωση του ελληνικού στρατού της Μέσης Ανατολής αντιλήφθηκε με τα δεδομένα που είχε στη διάθεσή του, πως δηλαδή το Ε.Α.Μ. θα έπαιζε τον κύριο ρόλο στην μεταπολεμική Ελλάδα. Βρέθηκε έτσι ενώπιον ενός μεγάλου διλήμματος. Η πρώτη του επιλογή ήταν να παραμείνει μέχρι τέλους στην Ε.Κ.Κ.Α. τηρώντας στο ακέραιο το λόγο της στρατιωτικής του τιμής και να καθαγιαστεί ενώπιον της Ιστορίας. Η δεύτερη ήταν να στραφεί προς το Ε.Α.Μ. τόσο για την πραγμάτωση των προσωπικών του φιλοδοξιών, όσο και για να αγωνιστεί μέσα από τις τάξεις του για όσα ο ίδιος πίστευε. Το Ε.Α.Μ. ναι μεν καθοδηγούταν από τον συνωμοτικό μηχανισμό του Κ.Κ.Ε., πλην όμως η πανθομολογούμενη ανάγκη της αντίστασης κατά των κατακτητών είχε ως αποτέλεσμα τη συσπείρωση πολλών πατριωτικών στοιχείων στους κόλπους του. Από εκεί και πέρα όμως η πόλωση που θα ακολουθούσε δεν θα του επέτρεπε άλλες δυνατότητες ευέλικτων αλλαγών. Από τότε μέχρι τέλους θα ταυτιζόταν αναγκαστικά με την αριστερά και επιπλέον η επιλογή του αυτή θα επιβεβαίωνε τον προπολεμικό θρύλο του «κόκκινου συνταγματάρχη».

Μόλις κατέπαυσε η σύρραξή Ε.Λ.Α.Σ. και Ε.Δ.Ε.Σ. με τον τελευταίο να έχει επιβιώσει από την επίθεση, οι δύο οργανώσεις προχώρησαν στη συνδιάσκεψη Μυροφύλλου – Πλάκας, όπου υπό το πρόσχημα της εθνικής ενότητας, θέλησαν να προβούν στην αναδιοργάνωση των δυνάμεων τους τη στιγμή της απελευθερώσεως. Στη φάση αυτή κάθε μία από τις δύο οργανώσεις ήταν φορέας μίας ιδεολογίας. Από τη μία ο Ε.Δ.Ε.Σ., που πλέον διέθετε την υποστήριξη του παλαιού αστικού κόσμου και από την άλλη ο Ε.Λ.Α.Σ. που πλήρως καθοδηγούμενος από το Κ.Κ.Ε. – Ε.Α.Μ. ήταν φορέας του νεοπαγούς ελληνικού κομμουνισμού. Ένα από τα ζητήματα που ετέθησαν τότε ήταν και ο διορισμός αρχιστρατήγου. Ακούστηκαν διάφορα ονόματα, όπως των γηραιών στρατηγών Μανέττα και Οθωναίου, του Δημητρίου Ψαρρού από πλευράς του Γεωργίου Καρτάλη, του Στέφανου Σαράφη από τους εκπροσώπους του Ε.Α.Μ., αλλά και του Ευριπίδη Μπακιρτζή από τον Βρετανό σύνδεσμο Συνταγματάρχη Chris Woodhouse. Τελικά η διαφωνία και επ’ αυτού του θέματος υπήρξε πλήρης. Το κυρίως πρόσκομμα ωστόσο το έφερε ο αντιπρόσωπος του Ε.Δ.Ε.Σ. Κομνηνός Πυρομάγλου, ο οποίος παρέμεινε σε όλο το διάστημα των συνομιλιών αμετακίνητος στη θέση του για την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από το Σαράφη.

Στο σημείο αυτό όμως πρέπει να εξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο ο Chris Woodhouse πρότεινε την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από τον Ευριπίδη Μπακιρτζή, και για πιο λόγο δεν υπερθεματίστηκε η πρόταση αυτή από τον Γεώργιο Καρτάλη. Ο ίδιος ο Chris Woodhouse αιτιολόγησε την επιλογή του αναφέροντας πως ο Σερραίος στρατιωτικός δεν θα μπορούσε να πέσει θύμα των δολοπλοκιών του Κ.Κ.Ε., εκφράζοντας έτσι και την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του βιογραφούμενου. Ωστόσο η αλήθεια είναι διαφορετική γιατί ο Woodhouse θέλησε έτσι να χαλάσει την προσυνεννόηση μεταξύ Μπακιρτζή και Σιάντου που ήθελε τον τελευταίο στην Ε.Κ.Κ.Α, ώστε να μεταφερθεί σύσσωμη στον Ε.Λ.Α.Σ. Το γεγονός αποδεικνύεται και από την έκπληξη του Στρατηγού Σαράφη, ο οποίος ζήτησε προθεσμία μιας ημέρας για να ζητήσει την έγκριση του Σιάντου. Ο τελευταίος στην απάντηση του προς τον βιογραφούμενο αναφέρει στο «υπερεπείγον» τηλεγράφημά του: «Διαπραγματεύσεις μετά Γιώργου αντιπροσώπου ΕΚΚΑ εμμέσως σαμποτάρει προσπάθεια ενοποιήσεως ανταρτών και συγκρότηση κυβέρνησης. Ανάγκη έλθετε γρηγορότερα. Γέρος.». Από την άλλη πλευρά ο Γεώργιος Καρτάλης γνώριζε το περιεχόμενο της επιστολής που είχε αφήσει ο Μακεδόνας στρατιωτικός προς τον Ψαρρό και έντιμα διαχώρισε τη θέση της Ε.Κ.Κ.Α.

Ο Σερραίος στρατιωτικός θα ακολουθούσε αταλάντευτα την επιλογή του και την αμέσως επόμενη απέστειλε μια επιστολή προς τον Επιτελάρχη της Ε.Κ.Κ.Α. Κωνσταντίνο Λαγγουράνη λέγοντάς του πως θα έκανε το καθήκον του για τη συγκρότηση κυβέρνησης και τη δημιουργία εθνικού στρατού. Και συνεχίζει δηλώνοντας πως: «θα φύγω από την ΕΚΚΑ και θα πάω να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στο ΕΑΜ – ΕΛΑΣ πουναι η μόνη πραγματική δύναμη (υπογράμμιση δική μου) και πρωτοπορία του Εθνικο – Απελευθερωτικού και Λαϊκό – Επαναστατικού Κινήματος. Μία ακόμη φορά κάνω έκκληση στα επαναστατικά και λαϊκά φρονήματά σου για να δώσεις τη λύση, έστω η κυβέρνηση να γίνει με δύο οργανώσεις (υπογράμμιση δική μου).»

Τα πράγματα εξελίχθηκαν γρήγορα από εκεί και πέρα και στις 2 Μαρτίου 1944 η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ τηλεγράφησε στους Σιάντο, Τσιριμώκο και Γαβριηλίδη ζητώντας τους έγκριση για το σχηματισμό της Π.Ε.Ε.Α. υπό την προεδρία του Μπακιρτζή, εξαιτίας της αναβλητικότητας του Σβώλου. Ωστόσο, η «αναβλητικότητα» δεν ήταν ο λόγος της αντικατάστασης του Σβώλου από το Μπακιρτζή, αλλά η μη αποδοχή των όρων που έθεσε ο Σβώλος στην ηγεσία του Ε.Α.Μ. Με άλλα λόγια ο Σερραίος στρατιωτικός προέκυψε παρ’ ελπίδα πρωθυπουργός της κυβέρνησης του βουνού, ως η εύρεση της χρυσής τομής μεταξύ Σβώλου και Ε.Α.Μ. που τελικά οδήγησε στη «διεύρυνση» -ο όρος χρησιμοποιείται από συγγραφείς αριστερού και φιλοαριστερού προσανατολισμού- της Π.Ε.Ε.Α. την 29η Απριλίου 1944 με την αντικατάσταση του Μπακιρτζή από το Σβώλο.

Ο Μπακιρτζής στις Κορυσχάδες, στη πρώτη σειρά δεύτερος
από δεξια.
Τόσο τα δημοσιευθέντα Πρακτικά Συνεδριάσεων, όσο και τα Δελτία Πράξεων και Αποφάσεων της Π.Ε.Ε.Α. μπορούν να τεκμηριώσουν με μεγάλη ασφάλεια πως η κυβέρνηση της Π.Ε.Ε.Α. αποτέλεσε ένα πρόπλασμα κυβερνητικού σχήματος που φιλοδοξούσε να αντικαταστήσει την επίσημη κυβέρνηση του Καΐρου στα ελληνικά βουνά, αποσυμφορώντας τον Ε.Λ.Α.Σ. από την άλλη από την εκτέλεση των μη στρατιωτικών του καθηκόντων. Εξ’ ου και η ίδρυση των διαφόρων γραμματειών δικαιοσύνης, επισιτισμού, στρατιωτικών κ.τ.λ. Πέραν όλων αυτών όμως η παραμονή του Ευριπίδη Μπακιρτζή στην πρωθυπουργία της Π.Ε.Ε.Α τον επιβαρύνει και με τη διάλυση του 5/42 Σ.Ε. Ο Σερραίος στρατιωτικός μετά την επάνοδό του στο Γενικό Στρατηγείο της Ε.Κ.Κ.Α. στην Άμφισσα προσπάθησε να εντάξει την οργάνωση και το Σύνταγμα στον Ε.Λ.Α.Σ. Ναι μεν φαίνεται από τις υπάρχουσες μαρτυρίες πως ο ίδιος είχε σχηματίσει κάκιστη άποψη για τους αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ., τους οποίους και αποκαλούσε «βαζιβουζούκους», πλην όμως ήταν αποφασισμένος να ακολουθήσει αταλάντευτα την απόφασή του. Ο Δημήτριος Ψαρρός όμως δεν πείστηκε και αποφάσισε την διατήρηση της αυτονομίας του Συντάγματος. Το Ε.Α.Μ. – Ε.Λ.Α.Σ. από την άλλη, μετά την ρήξη με το Ζέρβα, έθεσε ως στόχο του την εξολόθρευση του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.

Από τις αρχές Μαρτίου οι επιθέσεις εναντίον του Συντάγματος του Ψαρρού άρχισαν να κλιμακώνονται. Ο Δημήτριος Ψαρρός βρέθηκε σε πλήρη απόγνωση όταν έναν ακριβώς μήνα μετά ο υποδιοικητής του Συντάγματος Κωνσταντίνος Λαγγουράνης, επηρεασμένος από τον Ευριπίδη Μπακιρτζή, αποφάσισε να αποχωρήσει από την Ε.Κ.Κ.Α. και να προσχωρήσει στο Ε.Α.Μ. Αμφότεροι τότε προσπάθησαν να πείσουν εκ νέου τον Ψαρρό να εντάξει το Σύνταγμα στον Ε.Λ.Α.Σ.. Ο τελευταίος απαντώντας την 9η Απριλίου σε επιστολή του Μακεδόνα στρατιωτικού της 3ης Απριλίου αποφάσισε να προβεί σε διαπραγματεύσεις ζητώντας να σταματήσουν οι επιθετικές ενέργειες από πλευράς του Ε.Λ.Α.Σ. Η προσπάθεια δεν απέδωσε όμως τα ενδεδειγμένα αποτελέσματα και ο Δημήτριος Ψαρρός δεν μπόρεσε να επιβάλλει την πειθαρχεία στους άνδρες του Συντάγματός του, οι οποίοι, παρά την υπερπληθώρα των τμημάτων του Ε.Λ.Α.Σ., δεν σταμάτησαν τις επιθετικές ενέργειες. Τελικά η V Ταξιαρχία ζήτησε στις 14 Απριλίου την άνευ όρων παράδοση του Συντάγματος. Η απόφαση ήταν υπαγορευμένη από την ίδια την Π.Ε.Ε.Α., αφού ο ονομασθείς πλέον ως «Εθνικός Στρατός – Ε.Λ.Α.Σ.» υπαγόταν επίσημα σε αυτήν. Ο Ψαρρός, στην προσπάθεια του να αποφύγει την αιματοχυσία, ζήτησε την έναρξη διαπραγματεύσεων, δηλώνοντας τελικά επιθυμία ένταξης στην Π.Ε.Ε.Α.. Η απόφαση ωστόσο της διάλυσης του Συντάγματος είχε παρθεί και ο Ε.Λ.Α.Σ. επέδωσε άλλο ταπεινωτικότερο τελεσίγραφο, όπου προφασιζόμενος την αδυναμία σύλληψης του Λοχαγού Δεδούση από την πλευρά του Ψαρρού, προέβαινε πλέον στην τελική επίθεση, που σκοπό της είχε την πλήρη διάλυση του 5/42 Σ.Ε.

Ο Αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και διοικητής του αήττητου 5/42 Συντάγματος Ευζώνων, αποφάσισε τότε έχοντας εξαντλήσει κάθε περιθώριο διαλλακτικότητας εν ονόματι της εθνικής ενότητας, να πορευτεί στα βήματα που θα μπορούσε να πορευτεί μόνο ένας Νικόλαος Πλαστήρας. Ο Δημήτριος Ψαρρός τίμησε το όνομα και την Ιστορία του μοναδικού επιζήσαντος Συντάγματος στη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής, παίρνοντας την απόφαση να αντισταθεί μέχρις εσχάτων στις κατά πολύ υπέρτερες δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. Στις επόμενες δύο ημέρες που ακολούθησαν το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων μπορεί να έπεσε, και ο αρχηγός του να δολοφονήθηκε άνανδρα, αλλά οπωσδήποτε δεν ηττήθηκε, γιατί ο Δημήτριος Ψαρρός στάθηκε επάξια στη σκιά του Μαύρου Καβαλάρη. Ο Μακεδόνας στρατιωτικός από την άλλη εγκλωβίστηκε πλήρως στην χειραγωγούμενη από το Κ.Κ.Ε. Π.Ε.Ε.Α. χωρίς να μπορέσει να πράξει το καθήκον του έναντι του παλαιού του φίλου. Φυσικά δεν επιδίωκε την βιολογική εξόντωση του Ψαρρού, αλλά με τη στάση του υπήρξε και αυτός συνένοχος του εγκλήματος, αφού κατ’ αρχήν αθέτησε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής αποχωρώντας από την Ε.Κ.Κ.Α. Επιπλέον, οι επιστολές του προς τον Λαγγουράνη και η αποχώρηση του τελευταίου από την Ε.Κ.Κ.Α είχαν ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του 5/42 Σ.Ε.

Στην 15η Συνεδρίασή της (19 Απριλίου) η Π.Ε.Ε.Α. ανασχηματίστηκε μόλις τελικά βρέθηκε η χρυσή τομή ανάμεσα στην ομάδα Σβώλου και το Ε.Α.Μ. Έτσι, ο Σερραίος στρατιωτικός κατέλαβε θέση αντιπροέδρου χαιρετίζοντας τη νέα σύνθεση της κυβερνήσεως και αναπτύσσοντας διεξοδικά τους σκοπούς και το έργο της Π.Ε.Ε.Α. σε εσωτερικό και εξωτερικό. Στην ομιλία του έγινε επίσης λόγος στο επωφελές έργο του Ε.Λ.Α.Σ. ως προς το ζήτημα του επισιτισμού του πληθυσμού της «ελεύθερης Ελλάδας». Οι αντιπρόσωποι των βουνών όμως είχαν αρχίσει να καταφθάνουν στο Κάιρο εκείνες τις ημέρες για την έναρξη των διαπραγματεύσεων και το γεγονός του αιφνίδιου θανάτου του Ψαρρού επισκίασε μαζί με άλλα τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων. Τελικά στις 20 Μαΐου υπογράφτηκε το Εθνικό Συμβόλαιο, το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ εκμηδένιζε σε πολιτικό επίπεδο τη δύναμη των όπλων της Αριστεράς. Σ’ αυτή τη φάση οι εκπρόσωποι της Π.Ε.Ε.Α. και κατ’ επέκταση ο Ευριπίδης Μπακιρτζής έμειναν πολύ δυσαρεστημένοι με την πορεία των διαπραγματεύσεων. Για αυτό και δεν απέστειλλαν εκπροσώπους από τα βουνά για να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση Παπανδρέου.

Η καθυστέρηση εν όψει της επικείμενης απελευθέρωσης ήταν παροιμιώδης, για αυτό και την 28η Ιουνίου ο Πρωθυπουργός κατήγγειλε σε δημόσια ραδιοφωνική ομιλία του την εσκεμμένη αναβλητικότητα του Ε.Α.Μ.. Τότε, σύμφωνα με τη γνώμη του Ευριπίδη Μπακιρτζή, αποφασίστηκε η αποστολή τηλεγραφήματος που ουσιαστικά αναιρούσε το έργο των αντιπροσώπων και την ίδια τη Συμφωνία του Λιβάνου. Η απάντηση του Γεωργίου Παπανδρέου προς τους Μπακιρτζή, Σιάντο και Χατζή υπήρξε κατηγορηματική. Αποτέλεσμα ήταν η απομόνωση των αδιαλλάκτων του Κ.Κ.Ε.. Τελικά στις 17 Αυγούστου μετά από διάφορες δολιχοδρομίες αποφασίστηκε η αποστολή των τεσσάρων αντιπροσώπων. Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε και ο ίδιος ο Σερραίος στρατιωτικός, ο οποίος σε ομιλία του στην 45η Συνεδρίαση της Π.Ε.Ε.Α. στις 28 Ιουλίου ετέθη υπέρμαχος της εισόδου της Π.Ε.Ε.Α. στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας λέγοντας πως: « […] Εγώ από την αρχή είχα τη γνώμη πως θα έπρεπε να μπούμε στην κυβέρνηση, γιατί η είσοδος θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του απελευθερωτικού κινήματος που είναι η υπονόμευση και η συντριβή των αντιδραστικών κυβερνήσεων […]». Επιπροσθέτως, σχολιάζοντας τις τέσσερις λύσεις που πρότεινε ο Σβώλος για τη διευθέτηση του εν λόγω ζητήματος, απέρριψε την πρώτη και την τέταρτη που προέβλεπαν την αναμονή του υπάρχοντος πολιτικού αδιεξόδου με σκοπό την καιροσκοπική εκμετάλλευσή του από την Π.Ε.Ε.Α. με την ευόδωση των συνθηκών καθώς επίσης και τη πρόταση νέων διαπραγματεύσεων υπό άλλη αντιπροσωπεία αντιστοίχως. Το σημαντικότερο τμήμα της ομιλίας του είχε ως εξής: « […] Ξέρουμε την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στο ζήτημα της Ελλάδας και έχουμε και τις αντιλήψεις της πολιτικής των Η.Π.Α. και της Σοβιετικής Ένωσης. Με τα καινούργια αυτά δεδομένα και ιδιαίτερα τις συστάσεις της Πρεσβείας της Σοβιετικής Ένωσης, νομίζω πως πρέπει να αποφασίσουμε και από τις τέσσερις λύσεις που υπέδειξε ο συν. Πρόεδρος, την πρώτη και την τέταρτη να απορρίψουμε και να αποφασίσουμε για τη συμμετοχή μας στην κυβέρνηση Εθνικού Συνασπισμού με βάση τη συμφωνία του Λιβάνου. Η σωστότερη λύση είναι να αποκλειστεί από Πρωθυπουργός ο Παπανδρέου. Εγώ επιμένω στη συμμετοχή μας, για αυτό και πρέπει να πάρουμε τα αποφάσεις μας, γιατί η ραγδαία εξέλιξη των πολεμικών και πολιτικών γεγονότων επιβάλλουν να μας βρούν με κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος […]».

Αυτή τη φορά ο Μακεδόνας στρατιωτικός εξέφρασε την πραγματικά δική του άποψη και αυτή τη φορά η υπογραφή του δεν απηχούσε τις απόψεις άλλων. Επιπροσθέτως τεκμηριώνεται η πατριωτική του στάση ως προς το ζήτημα της εθνικής ενότητας, όπως επίσης και η εξ’ αρχής μετριοπάθειά του. Ο Σερραίος στρατιωτικός ως οξυδερκέστατος επιτελικός και μάχιμος Αξιωματικός του Πυροβολικού αντιλήφθηκε την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και των Η.Π.Α. στην Ελλάδα και διέγνωσε πως δεν υπήρχε περίπτωση βοήθειας των Σοβιετικών προς τον Ε.Λ.Α.Σ.. Διέγνωσε επίσης πως η επιβίωση της Αριστεράς στην Ελλάδα περνούσε από την ομαλή πορεία προς την απελευθέρωση. Τα γεγονότα δυστυχώς επιβεβαίωσαν τους φόβους του. Ο ίδιος ωστόσο έμελλε να συνεχίσει το επωφελές εθνικό του έργο στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μακεδονία, της οποίας η παραμονή στον μεταπολεμικό ελληνικό εθνικό κορμό κάθε άλλο παρά βέβαιη ήταν.

Δ) Διοικητής των Μεραρχιών Μακεδονίας: Η συντριβή των Ταγμάτων του Γκότσε και η Απελευθέρωση

Η ηγεσία του ΕΛΑΣ Μακεδονίας.
Αριστερά ο Μάρκος Βαφειάδης, στη μέση, ο επιτελάρχης της
ΟΜΜ του ΕΛΑΣ Κωνσταντίνος Λαγγουράνης και δεξιά ο
Ευριπίδης Μπακιρτζής.
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1944 ο Σερραίος στρατιωτικός ορίστηκε αρχηγός της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του Ε.Λ.Α.Σ. και την ίδια κιόλας ημέρα αναχώρησε για να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα συνοδευόμενος από τον αδελφό του στρατηγού Νικολάου Πλαστήρα Γεώργιο, ο οποίος είχε καταταγεί λίγο καιρό πριν στον Ε.Λ.Α.Σ. Η ομάδα Μεραρχιών Μακεδονίας περιλάμβανε την ΙΧ Μεραρχία Δυτικής Μακεδονίας, την Χ της Κεντρικής και την VI της Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης. Λίγο αργότερα εντάχθηκε σε αυτήν η Ι Μεραρχία καθώς και η Ταξιαρχία Ιππικού. Η δύναμη των Μεραρχιών τόσο σε επίπεδο ανθρωπίνου δυναμικού, όσο και σε επίπεδο οπλισμού ήταν οπωσδήποτε αρκετά μεγάλη για να καταστήσει τον Ε.Λ.Α.Σ. ως τον κύριο όλης τη Μακεδονίας.

Στη διάρκεια της Κατοχής μέσα στον Ε.Λ.Α.Σ. είχε ιδρυθεί και αναπτυχθεί ο Σ.Ν.Ο.Φ., στο πλαίσιο της ένταξης των σλαβόφωνων πληθυσμών στον ανταρτικό αγώνα, ο οποίος διαλύθηκε τον Μάιο του 1944. Λίγο αργότερα το Ε.Α.Μ επέτρεψε, πάλι για τους ίδιους λόγους το σχηματισμό δύο αμιγώς σλαβοφώνων Ταγμάτων, το πρώτο εντός του 28ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. που δρούσε στην περιοχή Φλώρινας – Καστοριάς και το δεύτερο στο πλαίσιο του 30ου Συντάγματος που διαπεραιωνόταν στην περιοχή Έδεσσας – Αριδαίας.

Μετά την ανακήρυξη της Ομόσπονδής Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (2 Αυγούστου 1944) το 2/28 Τάγμα υπό την καθοδήγηση του Ηλία Δημάκη (Γκότσε) άρχισε να εντείνει την αυτονομιστική του προπαγάνδα, στο πλαίσιο της εκπροσώπησης της επεκτατικής πολιτικής του Τίτο στην ελληνική Μακεδονία. Το Σεπτέμβριο δε η προσέλευση των χωρικών αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο ίδιος ο Γκότσε παρουσίαζε το Τάγμα του ως Ταξιαρχία ζητώντας να απελευθερώσει την Καστοριά και τη Φλώρινα για να επιβάλλει μετά την απελευθέρωση φιλογιουγκοσλαβικό status quo.

Τον Οκτώβριο η κατάσταση είχε φτάσει στα άκρα και ο Γκότσε αποφάσισε να κηρύξει την αυτονομία της Μακεδονίας. Παρόμοια πολιτική ακολούθησε την ίδια χρονική περίοδο και το Τάγμα του Ούρδα. Η προσπάθεια τους όμως συνάντησε την άμεση αντίδραση του Ευριπίδη Μπακιρτζή, ο οποίος ως Ανώτατος Διοικητής της Ο.Μ.Μ. διέταξε τη διάλυση των Ταγμάτων. Από την 7η ως την 10η Οκτωβρίου το Τάγμα του Γκότσε διέφυγε σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, προτού συνθλιβεί από τον Ε.Λ.Α.Σ. Έξι ημέρες αργότερα η στάση του Σερραίου στρατιωτικού έγινε σκληρότερη, διατάσσοντας την πλειοψηφία των δυνάμεων της ΙΧ Μεραρχίας, πλην δύο Ταγμάτων, να ενεργήσουν « […] προς ριζικήν πάταξιν των στασιασάντων σλαβοφώνων […]», με σκοπό την καλύτερη διαφύλαξη των συνόρων που θα διευκόλυνε την ομαλή απελευθέρωση της δυτικής Μακεδονίας. Εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι είχε συγκροτηθεί μια Ταξιαρχία από στασιάσαντες σλαβοφώνους, η οποία απεγνωσμένα εισήλθε στις 2 Νοεμβρίου σε ελληνικό έδαφος αρχίζοντας να δρα στην περιοχή της Φλώρινας. Η στάση του Μακεδόνα στρατιωτικού υπήρξε άτεγκτη για ακόμη μία φορά με διαταγή που προέβλεπε πως « […] Η σύνθεσις των τμημάτων των τομέων να είναι τοιαύτη ώστε να μην υπάρχει περίπτωσις ενασκήσεως προπαγάνδας υπό των αυτονομιστών της Μακεδονίας. […]». Ο ίδιος μάλιστα στο λόγο του προς τιμήν της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης έθεσε το ζήτημα της στάσης των σλαβοφώνων εκφράζοντας μ’ αυτό τον τρόπο τις προσωπικές του πεποιθήσεις. Ο λόγος στα κυρία του σημεία έχει ως εξής: «Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα παρουσιάστηκε στον Εθνικό Στρατό, στις πολιτικές οργανώσεις και το μακεδονικό λαό. Ενώ ολονών η προσοχή και οι δυνάμεις συγκεντρώθηκαν για το διώξιμο των επιδρομέων, εκδηλώθηκε η στάση των δύο Ταγμάτων του Ε.Λ.Α.Σ., που τα αποτελούσαν Έλληνες σλαβόφωνοι. Ενώ από την αρχή του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, πολλοί Σλαβομακεδόνες ενίσχυσαν ενεργά το Ε.Α.Μ. και πολέμησαν κατά των επιδρομέων Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων και των Κομιτατζήδων, στην κρίσιμη στιγμή της γενικής επίθεσης του εθνικού στρατού, παρασύρθηκαν από την προπαγάνδα των Βουλγάρων φασιστών και των Σερβομακεδόνων, και εστασίασαν με το σύνθημα «Ελεύθερη Μακεδονία». Πάρθηκαν γρήγορα πολιτικά και στρατιωτικά μέτρα, για τον περιορισμό, τη διάσπαση και τον περιορισμό της στάσης, οι πρωταίτιοι κατέφυγαν στη Σερβική Μακεδονία και μερικοί λόχοι αφοπλίσθηκαν. […] Δεν θέλουν οι Βούλγαροι φασίστες και οι Σερβομακεδόνες να καταλάβουν την πραγματικότητα, για αυτό δημιουργούν πολιτικά ζητήματα, που εξυπηρετούν το χιτλερισμό. Το ζήτημα της Μακεδονίας και της Δ. Θράκης είναι ξεκάθαρό […] Η σύγχρονη Ελλάδα, αποτέλεσμα ορισμένων ιστορικών γεγονότων και γεωπολιτικών δεδομένων είναι η πιο ομοιογενής χώρα της Ευρώπης, 2,5% με 3% μονάχα του πληθυσμού της είναι αλλοεθνείς. Οι φασιστικές κραυγές κι οι αστήρικτες απαντήσεις της Βουλγαρίας είναι σοβινιστικά κηρύγματα που δεν ανταποκρίνονται στην ακλόνητη εθνολογική σύνθεση των βορείων ελληνικών επαρχιών, οπωσδήποτε κι αν προσπάθησαν να τη μεταβάλλουν τα τέρατα του βουλγαρικού φασισμού, με τις διώξεις, τις δολοφονίες κι εξόντωση του ελληνικού στοιχείου. Η Μακεδονία και η Δ. Θράκη ήταν και θα παραμείνουν ελληνικές επαρχίες. […]»

Ο Σερραίος στρατιωτικός ενεπλάκη σ’ αυτή την καταλυτική φάση του Μακεδονικού Ζητήματος διαφυλάσσοντας το τμήμα της ελληνικής Μακεδονίας στον μεταπελευθερωτικό εθνικό ελληνικό κορμό. Η στάση του τίμησε τον προτεραίο στρατιωτικό του βίο, τη συμμετοχή του στους Βαλκανικούς και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επεξηγώντας παράλληλα και την μετριοπαθή φιλοβρετανική του στάση κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.

Κατά τον Οκτώβριο και εν όσω ο Ευριπίδης Μπακιρτζής ασχολούταν από το αρχηγείο του στη Νάουσα με την καταπολέμηση των αυτομόλων του Γκότσε και του Ούρντοφ, ο Μάρκος Βαφειάδης, παραβλέποντας την εντολή του Γενικού Στρατηγείου του Ε.Λ.Α.Σ., που προέβλεπε την παραμονή της Ο.Μ.Μ. στην έδρα τους, με την θετική συνηγορία του Μακεδόνα στρατιωτικού προετοίμασε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Ε.Λ.Α.Σ.. Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής τάχθηκε υπέρ του στρατηγήματος γιατί έδινε μεγάλη βάση στη Θεσσαλονίκη, την οποία θεωρούσε στις μελέτες του ως « […]Το σταυροδρόμι […] που στηρίζεται στο μεγάλο θύλακα της Χαλκιδικής Χερσονήσου, που αποτελεί το στρατηγικό άξονα, το πολεμικό κέντρο κάθε πολεμικής δράσης στην περιοχή του Αιγαίου. Ήταν πάντα ο αντικειμενικός σκοπός κάθε επιθετικής ενέργειας, που προερχόταν από το Βορρά, και η βάση κάθε αμυντικής και επιθετικής ενέργειας που ξεκινούσε από τη θάλασσα. […]». Με άλλα λόγια η παρούσα κατάσταση επίτασσε την ταχεία επικυριαρχία της πόλης από ελληνικά στρατεύματα.

Σ’ αυτό το σημείο όμως πρέπει να αναλυθεί η στάση του Σερραίου στρατιωτικού κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Οι Βρετανικές πηγές που έχουν έρθει στο φως τη δημοσιότητας τον παρουσιάζουν ως μία δυναμική και συνάμα μετριοπαθή προσωπικότητα, που σαφώς θα έπρεπε να διαχωριστεί από την πλειοψηφία του κομμουνιστών, ενώ οι ιθύνοντες του Κ.Κ.Ε. είχαν αποδεχθεί τη συνεργασία μαζί του, στο πλαίσιο του προσεταιρισμού προσωπικοτήτων κύρους με την προσδοκία αποκόμισης όσο το δυνατόν μεγαλύτερων οφελών. Ο ίδιος ωστόσο φαίνεται πως δεν ταυτιζόταν ολοκληρωτικά με καμία από τις δύο παρατάξεις. Η πληθώρα των πηγών ωστόσο, αλλά και οι υποκειμενικές μετεμφυλιακές κρίσεις που εκφέρονταν υπό τη σκέπη του ελληνικού αντικομμουνισμού, δύνανται μεν να υποστηρίξουν διάφορες απόψεις, περιπλέκοντας όμως ακόμη περισσότερο την δαιδαλώδη κατάσταση.

Από τα όσα συνέβησαν όμως μπορεί τεκμηριωθεί πως ο Μακεδόνας στρατιωτικός δεν απέβλεπε στην επικράτηση κομμουνιστικού καθεστώτος στο μεταπολεμικό ελληνικό κράτος και πως ήθελε την Ελλάδα στη βρετανική ζώνη επιρροής. Η διαπίστωση ισχύει αν ληφθεί υπ’ όψιν το γεγονός πως επέτρεψε αβίαστα την εγκατάσταση την αγγλοινδικής Μεραρχίας στη Θεσσαλονίκη και πως δεν ανελήφθη καμία απολύτως επιθετική ενέργεια του Ε.Λ.Α.Σ. καθ’ όλη τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, τη στιγμή που σύμπασα η μακεδονική ενδοχώρα ήταν στα χέρια του Ε.Λ.Α.Σ. με μοναδική εξαίρεση την περιοχή του Παγγαίου όρους. Επιπλέον, και στην ίδια την πόλη της Θεσσαλονίκης, οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης Παπανδρέου Γεώργιος Μόδης και ο Στρατηγός Αβραμίδης διέθεταν εξουσία καθόλα τυπική, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Μόδη. Ο ερευνητικός κόσμος συλλήβδην έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πως η παρουσία του Ευριπίδη Μπακιρτζή στη διοίκηση της Ο.Μ.Μ. συνέβαλε τα μέγιστα στην αποφυγή πάσης φύσεως αιματηρών επεισοδίων. Ακόμη, ο Ευριπίδης Μπακιρτζής δέχθηκε και μάλιστα ανέλαβε να εξασφαλίσει το στρατωνισμό όσων θα προσέρχονταν στην κατάταξη των κληρωτών της τάξης του 1936, για το σχηματισμό προσωρινής εθνικής φρουράς. Συνεπώς, αν ο Ευριπίδης Μπακιρτζής απέβλεπε στην πρόσδεση της Ελλάδας στο άρμα των κομμουνιστικών χωρών της εποχής θα εξωθούσε την κατάσταση προς την ένοπλη ρήξη και μάλιστα θα ζητούσε βοήθεια από γειτονικά κράτη. Ωστόσο τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη. Απεναντίας επικράτησε πνεύμα μετριοπάθειας και συνεργασίας σε όλους τους τομείς. Ο Ευριπίδης Μπακιρτζής βρέθηκε στο μεταίχμιο δύο κόσμων κατά τη διάρκεια της σύγκρουσής τους κατορθώνοντας να επιβιώσει τόσο αυτός, όσο και η πόλη της Θεσσαλονίκης. Οι άλλες επιμέρους τοποθετήσεις του, όπως η άρνηση της αποδοχής της κυβέρνησης Πλαστήρα μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών, μπορούν να λογιστούν μόνον ως ευκαιριακές επιλογές του.

Ο διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ
Ευριπίδης Μπακιρτζής προσερχόμενος στην Αγιά-Σοφιά
Θεσσαλονίκης.
Χρειάζονται όμως και κάποιες εξηγήσεις ως προς τους δολοφονηθέντες αιχμαλώτους από την πλευρά του Ε.Λ.Α.Σ. Αρχικά με την εγκατάσταση του στρατηγείου στη Θεσσαλονίκη συνέβησαν αυθαίρετες συλλήψεις πολλών μη Εαμιτών που προσήχθησαν με συνοπτικές διαδικασίες σε δίκες που σχεδόν πάντα οδηγούσαν τους δικαζόμενους στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το Ε.Α.Μ. δικαιολόγησε τα γεγονότα ως συλλήψεις «δοσίλογων και φασιστικών στοιχείων». Στις 19 Νοεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπυ διαμαρτυρήθηκε στον Μακεδόνα στρατιωτικό, ο οποίος καταδίκασε την πρακτική δίδοντας το λόγο του πως οι ενέργειες αυτές θα σταματούσαν. Τις ίδιες ακριβώς υποσχέσεις έδινε και στον Γεώργιο Μόδη, αλλά οι εκτελέσεις κάθε άλλο παρά σταματούσαν. Απεναντίας εντείνονταν εναντίον «πραγματικών και ενδεχομένων αντιπάλων του Ε.Α.Μ.». Τα θύματα του Ε.Α.Μ. υπήρξαν πολλά στη Θεσσαλονίκη εκείνη την περίοδο, παρόλο που δεν έγιναν συγκρούσεις παρόμοιες με αυτές των Αθηνών. Ωστόσο η επιλογή της ανάληψης της ανώτατης ηγεσίας της Ο.Μ.Μ. από τον Ευριπίδη Μπακιρτζή είναι αρκετή για να του καταλογίσει μερίδιο ευθύνης στο λουτρό αίματος που συνέβη εκείνη την περίοδο στη Μακεδονία. Από την εν γένει στάση του μπορεί να καταχωρηθεί στους μετριοπαθείς ανθρώπους. Δυστυχώς όμως η μετριοπάθειά του δεν ήρκεσε για να αποτρέψει αυτού του είδους τις ακρότητες.

Μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών τηρήθηκε πιστά η ανακωχή και οι δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. αποχώρησαν από την πόλη της Θεσσαλονίκης. Την 16η Ιανουαρίου αναχώρησε και ο ίδιος για τη Βέροια μαζί με το επιτελείο της Ο.Μ.Μ., όπου και παρέμεινε ως την 1η Μαΐου του 1945. Κατόπιν μετέβη για ένα μικρό χρονικό διάστημα στη Θεσσαλονίκη, όπου διέμενε και η οικογένειά του και από εκεί στην Αθήνα, από όπου εξορίστηκε εκ νέου.

Ε) Δεύτερη εξορία

Αμέσως μετά την αποστράτευση του Ε.Λ.Α.Σ. ξεκίνησε η αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, όπου εκτός των άλλων προβλημάτων, έπρεπε να βρεθεί και κάποιος τρόπος διαχείρισης του προβλήματος της πλειάδας των αξιωματικών που δημιούργησε η αναγκαστική ένταξη των Ελλήνων Αξιωματικών (Ε.Λ.Α.Σ. και κυβερνητικών δυνάμεων) σε έναν ενιαίο στρατό. Για το λόγο αυτό δημιουργήθηκαν τρείς Πίνακες υπό την κωδική ονομασία Α’, Β’ και Γ’, όπου όσοι εντάσσονταν στον Α’ θα αναλάμβαναν άμεσα ενεργή υπηρεσία στις τάξεις του νεοσυγκροτηθέντος στρατεύματος, ενώ όσοι θα καταχωρούνταν στον Πίνακα Β’ θα παρέμεναν στο στράτευμα με πλήρεις αποδοχές, δίχως όμως να εκτελούν υπηρεσίες, εξαιτίας του ότι υστερούσαν ηθικώς και εθνικώς έναντι αυτών του Α’. Το σχέδιο προέβλεπε πως θα ξανακρίνονταν στο μέλλον, αλλά ουσιαστικά οι κρατικοί φορείς ανέμεναν τη στιγμή δημιουργίας αυτεπαγγέλτων προϋποθέσεων αποστρατείας τους. Τέλος, όσοι θα καταχωρούνταν στον Πίνακα Γ’ θα αποστρατεύονταν αμέσως. Η επίλυση μάλιστα της υπόθεσης του Μακεδόνα στρατιωτικού προσέκρουε και στο Βασιλικό Διάταγμα της εκδίωξής του για τη συμμετοχή του στο Κίνημα του 1935.

Έτσι, αφού αναιρέθηκαν οι αποφάσεις και τα Διατάγματα της 21ης Μαρτίου του 1936 και της 22ας Ιανουαρίου του 1937 που προέβλεπαν τη διαγραφή του από τις τάξεις των Αξιωματικών, την απώλεια των στρατιωτικών του βαθμών, και την έκπτωσή του στην τάξη του στρατιώτη, ο χρόνος από το 1935 ως το 1944 προσμετρήθηκε ως χρόνος ενεργούς υπηρεσίας λαμβάνοντας το βαθμό του Υποστρατήγου του Πυροβολικού, χωρίς να ασκήσει το αξίωμα, αφού καταχωρήθηκε στον Πίνακα Β’. Πέραν όλων αυτών όμως ο Σερραίος στρατιωτικός θα έμπαινε ξανά σε καινούργιες περιπέτειες…

Ελέχθη πως λίγο καιρό μετά τη διάλυση του Ε.Λ.Α.Σ. ο Ευριπίδης Μπακιρτζής μετέβη στην Αθήνα. Μόνιμη κατοικία δεν διέθετε στην πρωτεύουσα, γι αυτό και φιλοξενούνταν κατά καιρούς σε διάφορους φίλους. Τον Σεπτέμβριο του 1946 έλαβε φύλλο πορείας, βάσει του οποίου διατασσόταν να μεταβεί την 21η του τρέχοντος μηνός στην Ικαρία και συγκεκριμένα στον Άγιο Κήρυκο. Ο Μακεδόνας στρατιωτικός βρέθηκε σε απόγνωση, γιατί θα ξαναζούσε την πικρία της εξορίας. Λίγο καιρό πριν είχε αρνηθεί τις προτάσεις που του είχαν γίνει από πρόσωπα που σχετίζονταν με το οικογενειακό του περιβάλλον για αποχώρηση από την Ελλάδα και την ανάληψη εργασίας στο εξωτερικό. Έτσι, την 21η Σεπτεμβρίου συγκέντρωσε τα πράγματά του από την οικία του ιατρού Μικέ Παϊδούση, όπου διέμενε, και έφυγε για τον τόπο της εξορίας του.

Στον Άγιο Κήρυκο διέμεινε στο σπίτι του φαρμακοποιού Γιάννη Αδάμου με σύσταση κάποιου παλιού Ελασίτη ονόματι Ιπποκράτη Ζαΐμη από τη Σάμο. Από την αλληλογραφία που διατηρούσε με την παλαιά του φίλη Ντόρα Νικοτσάρα πληροφορούμαστε τις συνθήκες παραμονής του στο νησί. Σε επιστολή του λοιπόν της 22ης Οκτωβρίου του 1946 ο ίδιος έγραφε μεταξύ των άλλων: «[…] Και σε ‘σένα το επαναλαμβάνω πως περνάω σχετικά καλά. Γνώρισα παληότερα τα νησιά των εκτοπισμένων και σε βεβαιώ πως εδώ ήμαστε πολύ καλά. Κόσμος αρκετά καλός και περιποιητικός, φύση αρκετά καλή και κατάλληλη για εκδρομές, ακόμα και ψάρια φτηνά και εκλεκτά. […], με τον Πειραιά έχουμε τακτική επικοινωνία και ότι με χρειάζεται δεν έχω παρά να το παραγγέλνω […]». Μάλιστα είχε καταλήξει στον καθορισμό του καθημερινού του προγράμματος και διέθετε δύο απογεύματα τη βδομάδα για την προσωπική του αλληλογραφία. Ακόμη είχε πάρει μαζί του ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία, που θα του χρησίμευε στη συγγραφή μίας νέας μελέτης. Από τα ίδια τα κείμενα του Ευριπίδη Μπακιρτζή γίνεται καταληπτό πως και οι συνθήκες κράτησης των κρατουμένων στον Άγιο Κήρυκο ήταν καλές υπέρ το δέον και στο ίδιο μέρος θα παρέμενε για τους επόμενους τρείς μήνες, ως την 13η Ιανουαρίου, οπόταν και θα μεταφερόταν στους Φούρνους της Ικαρίας.

Από την παραμονή του όμως εκεί ήταν λιγότερο ικανοποιημένος, τόσο εξαιτίας του κακού καιρού, όσο και εξαιτίας του ιδίου του τοπίου που τον περιέβαλε. Οι Φούρνοι ήταν ένα μικρό και απομονωμένο νησί του Αιγαίου πελάγους, όπου η κρατική μέριμνα εκείνη την εποχή απουσίαζε. Σύμφωνα με τις ίδιες τις περιγραφές του Σερραίου στρατιωτικού, επρόκειτο περί ενός ξερότοπου, χωρίς ιδιαίτερη βλάστηση, ιδανικού ως τόπου περιορισμού πολιτικών κρατουμένων. Παρόλα αυτά όμως τα γραφόμενα των επιστολών του απέπνεαν εν τέλει μία αισιοδοξία και ο ίδιος δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να ενδιατρίβει σε στρατιωτικά και πολιτικά ζητήματα. Αλληλογραφούσε με φίλους του στην Αθήνα ζητώντας τους να του αποστείλουν βιβλία που τους είχε παραγγείλει. Επιπλέον, το ενδιαφέρον του για τα πολιτικά συμβάντα της εποχής παρέμενε αμείωτο. Μάλιστα μετά από εισήγηση του Αλκιβιάδη Λούλη κατέθεσε και την άποψή του στην βρετανική αποστολή που διερευνούσε τις συνθήκες κράτησης των πολιτικών εξορίστων. Η κατάθεση διέρρευσε στον τύπο της εποχής και σε γενικές γραμμές ο Μακεδόνας στρατιωτικός κατήγγειλε την πολιτική της τότε κυβέρνησης καθώς και τις συνθήκες κράτησης των κρατουμένων. Όλα λοιπόν κυλούσαν ομαλά ως την ώρα όμως που ένα γεγονός θα τάραζε τα λιμνάζοντα ύδατα…

ΣΤ) Το τέλος

Την 9η Μαΐου του 1947 ο Ευριπίδης Μπακιρτζής σηκώθηκε νωρίς και άρχισε να ετοιμάζεται για τον καθημερινό του περίπατο. Πρόσεχε ανέκαθεν τη φυσική του κατάσταση και γυμναζόταν σχεδόν καθημερινά. Κατά τις 9:00 ήρθε ένας συνεξόριστός του ονόματι Τάκης Μυτιληνιός να τον ενημερώσει για τα τρέχοντα πολιτικά δρώμενα που αφορούσαν το ενδεχόμενο της αμνηστίας, κτλ. Λίγο αργότερα και συγκεκριμένα στις 10:00 η ώρα ακριβώς είχαν περάσει οι φίλοι του να τον πάρουν για τον καθημερινό τους περίπατο. Ο ίδιος όμως είχε κοπεί στο ξύρισμα και τους έκανε νεύμα να προχωρήσουν, λέγοντας τους ότι θα τους προλάβαινε καθ’ οδόν. Περίπου όμως πέντε λεπτά μετά ακούστηκε πυροβολισμός από το σπίτι που διέμενε. Αστραπηδόν έτρεξαν προς τα ‘κει…Ο Μακεδόνας στρατιωτικός βρισκόταν νεκρός στο κρεβάτι του με μία σφαίρα στο λευκό του πουκάμισο. Ο «κόκκινος συνταγματάρχης», ο Στρατηγός του Ε.Λ.Α.Σ. Ευριπίδης Μπακιρτζής εκείτο νεκρός τρυπημένος με μία σφαίρα στην καρδία. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το γεγονός έγινε προϊόν εκμετάλλευσης από πολλούς. Τα οξυμένα πάθη της εποχής, η ήττα της αριστεράς στο δεύτερο αντάρτικο και η συνακόλουθη διάχυση αντικομμουνιστικής νοοτροπίας στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την παραγωγή υπερπληθώρας αντιβρετανικών και αντιαμερικανικών λιβέλλων από την πλευρά της Αριστεράς. Από την άλλη ο φιλελεύθερος αστικός κόσμος υστέρησε σαφώς στον τομέα της προπαγάνδας, στον οποίο η Αριστερά επιδιδόταν ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα ένα προς ένα, αφήνοντας τους αυτόπτες μάρτυρες να μιλήσουν.

Αμέσως μετά το άκουσμα του πυροβολισμού οι συνεξόριστοι του Μακεδόνα στρατιωτικού έτρεξαν στο σπίτι του για να διαπιστώσουν τι συνέβη. Τον βρήκαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Ανακοίνωσαν το γεγονός στις αρμόδιες αρχές χωροφυλακής που βρίσκονταν στο νησί και επιφορτίστηκαν με τη φύλαξη του πτώματος. Το μεσημέρι το γεγονός μαθεύτηκε στον Άγιο Κήρυκο και ο ανθυπομοίραρχος Σερμόπουλος, που ως ο διευθυντής της υποδιοίκησης Χωροφυλακής της Ικαρίας ήταν ο καθ’ ύλην αρμόδιος για τη διαλεύκανση της υπόθεσης, μετέβη με το ίδιο καΐκι στους Φούρνους μαζί με τους Αναστάσιο Λάμπρου, Κ. Παπαδογιάννη και Κ. Μουστεράκη, όλοι τους στρατιωτικοί και παλιοί φίλοι του Μπακιρτζή. Το νέο όμως διαδόθηκε αστραπιαία και σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μετά την αναχώρηση των αστυνομικών αρχών ο Παντελής Δαμακός, παλιός κομμουνιστής και μέλος της ΟΣΠΕ αποφάσισε και εκείνος να μεταβεί στον τόπο του εγκλήματος για να διαπιστώσει ο ίδιος τι είχε γίνει. Μαζί του πήγε και ο τ. Ειρηνοδίκης Χρήστος Θάνος.

Οι Δαμακός και Θάνος έφθασαν στον τόπο του εγκλήματος λίγο αργότερα από το επίσημο απόσπασμα της χωροφυλακής και εισήλθαν στο δωμάτιο του Μπακιρτζή. Ο διευθυντής της χωροφυλακής είχε σχεδόν καταλήξει πως επρόκειτο για αυτοκτονία, αλλά ο Χρήστος Θάνος, αν και δεν είχε καμία εξουσιοδότηση να εκφέρει άποψη περί του πρακτέου, συγκρούστηκε με τον ανθυπομοίραρχο Σερμόπουλο έχοντας σχηματίσει την άποψη πως ο ξαφνικός θάνατος ήταν προϊόν δολοφονικής ενέργειας. Η αντιπροσωπεία των συγκρατουμένων, όπως τεκμηριώνεται από επιστολή του Αντισυνταγματάρχη Λάμπρου προς την οικογένεια του θανόντος, όμως συμμερίστηκε την άποψη των επισήμων αρχών της Χωροφυλακής. Η διαφοροποίηση ωστόσο των δύο ανδρών είχε πάρει διαστάσεις και στον τύπο με αποτέλεσμα ο κόσμος της Αριστεράς πιστέψει πως ο Μακεδόνας στρατιωτικός έπεσε θύμα των εχθρών της Αριστεράς. Επιπλέον, οι ιθύνοντες του Κ.Κ.Ε. άφησαν να διαδοθεί η άποψη στις τάξεις των κομμουνιστών πως ο Μπακιρτζής ήταν ένα ακόμη θύμα της Intelligence Service. Η άποψη αυτή υποστηρίχθηκε τρόπον τινά από τον φύλα προσκείμενο πνευματικό κόσμο της Αριστεράς. Φερ’ ειπείν ο Ιστορικός Φοίβος Γρηγοριάδης -ήταν  ο Λοχαγός του Ε.Λ.Α.Σ. Φώτης Βερμαίος- στην αφήγηση του δέχεται μεν το γεγονός ως πράξη αυτοχειρίας, αλλά υποστηρίζει παράλληλα πως η βρετανική επιτροπή που διερευνούσε τις συνθήκες κράτησης των πολιτικών εξορίστων ζήτησε απ’ ευθείας από τον Ευριπίδη Μπακιρτζή να καταθέσει όταν μετέβη στους Φούρνους στις αρχές Μαρτίου και πως μετά την αιχμηρή του κατάθεση απομονώθηκε στους Φούρνους, χωρίς να δίνει περαιτέρω εξηγήσεις. Έτσι ο αναγνώστης παραμένει με την άποψη πως ο βρετανικός παράγοντας συνέβαλε στην εξόντωση του. Η τοποθέτηση αυτή αναπαράχθηκε από πολλούς γιατί το όνομα του Γρηγοριάδη έφερε για διάφορους λόγους κάποιο κύρος.

Ωστόσο όμως μπορούν να σημειωθούν κάποιες ενστάσεις. Πρώτον, ο Σερραίος στρατιωτικός δεν μεταφέρθηκε από τον Άγιο Κήρυκο μετά την κατάθεση του στην επιτροπή, αλλά βρισκόταν ήδη τρείς μήνες στους Φούρνους όταν κατέθεσε, όπως ο ίδιος σημειώνει στην επιστολή του προς τη Ντόρα Νικοτσάρα. Επιπλέον, η επιτροπή δεν ζήτησε ευθύς εξ’ αρχής να πάρει συνέντευξη από τον Ευριπίδη Μπακιρτζή, αλλά από τον Αλκιβιάδη Λούλη της Ο.Σ.Π.Ε, ο οποίος αρνήθηκε να καταθέσει προτείνοντας στη θέση του τον βιογραφούμενο, ο οποίος εν τέλει δέχθηκε. Συνεπώς ο συλλογισμός πάσχει διότι στηρίζεται εξ’ αρχής σε λανθασμένη γεγονοτολογική σειρά.

Πρέπει επίσης να εξεταστεί αν όντως το γεγονός ήταν πράξη αυτοχειρίας ή δολοφονίας και αν ισχύει το δεύτερο τότε ποιος πραγματικά εξυπηρετήθηκε από το συμβάν. Σε πρώτη φάση θα πρέπει να δεχθούμε πως, εξαιτίας της διχογνωμίας σχετικά με την ύπαρξη μπαρούτης στο λευκό του πουκάμισο, δεν μπορεί να προκύψει ασφαλές συμπέρασμα. Ασφαλέστερα συμπεράσματα όμως μπορούν να μας παράσχουν οι μαρτυρίες των κατοίκων των Φούρνων που ζούσαν καθημερινά τον βιογραφούμενο και οι οποίες συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως η συμπεριφορά του Μακεδόνα στρατιωτικού δεν προσιδίαζε καθόλου με συμπεριφορά ανθρώπου που σκεφτόταν το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας. Ο τσαγγάρης Στέλιος Κόνδυλας εκμυστηρεύτηκε στον Νίκο Μάργαρη πως μία ημέρα πριν από τον θάνατό του ο Στρατηγός πήγε στο πανηγύρι της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη μαζί με τους ντόπιους και πως είχε προγραμματίσει να ξαναπάει μαζί του δύο μέρες μετά στις «στάνες» για να φάει μυζήθρα με μέλι. Επιπλέον, την ίδια μέρα του ζήτησε να του φτιάξει ένα ζευγάρι πέδιλα, λόγω της ζέστης. Ακόμη, συνέχιζε κανονικά τη συγγραφή της μελέτης του, με την έκδοση της οποίας σκόπευε να βελτιώσει τα οικονομικά του. Επιπροσθέτως, παρακολουθούσε ανελλιπώς τα πολιτικά δρώμενα εντός και εκτός Ελλάδος με αμείωτο ενδιαφέρον. Τέλος, λίγο πριν το άδοξο τέλος του ο Ευριπίδης Μπακιρτζής τεκμηριώνεται πως χαριεντιζόταν με τον γεωπόνο που ασχολούνταν με τον κήπο της σπιτονοικοκυράς του. Επιπλέον, διέμενε μόνος του σε ανώγειο που δεν επικοινωνούσε με εσωτερική σκάλα με το σπίτι του ισογείου και του οποίου η πόρτα βρισκόταν βόρεια, απ’ όπου κάποιος θα μπορούσε να διαφύγει. Επομένως όλα αυτά δείχνουν έναν άνθρωπο γεμάτο ενέργεια που κάθε άλλο παρά είχε παραιτηθεί από τα συμβάντα της ζωής και ήθελε μέσω της αυτοκτονίας του να βρεί κάποια διέξοδο. Τώρα όμως πρέπει να διερευνηθεί το ποιος επιδίωξε αυτό το θάνατό.

Όταν η εξέταση των ιδίων των γεγονότων οδηγεί σε αδιέξοδο, τότε ο μόνος τρόπος διαλεύκανσης τέτοιου είδους ζητημάτων είναι η εύρεση τυχόν ωφελημένου. Ήδη από τις αρχές του 1947 οι Βρετανοί είχαν δηλώσει αδυναμία διατήρησης της Ελλάδας στην ευρύτερη ζώνη επιρροής τους. Έτσι τη συγκράτηση της χώρας στο στρατόπεδο των δυτικών δυνάμεων είχε αναλάβει ο αμερικανικός παράγοντας. Ακόμη ο Μακεδόνας στρατιωτικός όντας στην εξορία δεν διέθετε τυπικά καμία εξουσία και δη στους κόλπους του Κ.Κ.Ε., του οποίου αναμφισβήτητος κύριος ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης. Με άλλα λόγια δεν υφίστατο κανένας λόγος βιολογικής του εξόντωσης από βρετανικής πλευράς, αλλά ούτε και από αμερικανικής. Επιπροσθέτως ο Ευριπίδης Μπακιρτζής είχε διαφωνήσει με το δεύτερο αντάρτικο εκφράζοντας τις ενστάσεις του για την πορεία του επικείμενου εγχειρήματος, το οποίο θεωρούσε πως θα ακύρωνε τον ανταρτικό απελευθερωτικό αγώνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής . Επομένως εν όψει της επικείμενης αμνηστίας, οι αντίθετες απόψεις του Σερραίου στρατιωτικού ως προς την πολιτική του Κ.Κ.Ε., σε συνδυασμό με το κύρος που απολάμβανε στις τάξεις των απλών οπαδών της Αριστεράς, θα δυσχέραιναν την εφαρμογή του σχεδίου. Ο ίδιος ενδεχομένως να επιδίωκε εκ νέου ανάμιξη στα εσωτερικά του κόμματος, όπως είχε προσπαθήσει μετά τη Βάρκιζα σε συνεννόηση με τον Συνταγματάρχη Γιάννη Πετσόπουλο. Όλα αυτά βέβαια μπορούν να χαρακτηριστούν εικασίες. Το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας ωστόσο φαίνεται πως θα επιβεβαιωθεί μέσα από την ελεύθερη έρευνα στα αρχεία του Κ.Κ.Ε., τα οποία ως σήμερα παραμένουν ερμητικά κλειστά…

Ο Μακεδόνας στρατιωτικός έμελλε να κηδευτεί χωρίς την παρουσία των δικών του ανθρώπων την επομένη του θανάτου του. Στην κηδεία του παρευρέθηκαν όλοι οι γηγενείς και οι εξόριστοι. Τον επικήδειό του εκφώνησε ο δάσκαλος Κατσάνος από την Ήπειρο. Το γεγονός του θανάτου του ήταν απώλεια όχι μόνο για το συγγενικό του περιβάλλον, αλλά και για την παράταξη της Αριστεράς συλλήβδην, για τους απλούς οπαδούς της οποίας ο Ευριπίδης Μπακιρτζής αποτέλεσε οπωσδήποτε μία θρυλική μορφή…

Αναδημοσίευση από την μεταπτυχιακή εργασία του Αριστοτέλη Σπυριδόπουλου με τίτλο Ευριπίδης Μπακιρτζής: Η Προσωπικότητα και η Δράση του σελ. 72-95.

1 σχόλιο:

  1. Συνάντηση του βρετανίζοντος Μπακιρτζή με τον Πέτρο Ρούσσο του ΚΚΕ άνοιξη 1941 για δημιουργία αντιστασιακών ομάδων; Πολύ ενδιαφέρουσα η πληροφορία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή