Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Το «ζήτημα των παιδιών» στον Εμφύλιο

Το «παιδομάζωμα» από το ΚΚΕ και το «παιδοφύλαγμα» της Φρειδερίκης
Του Λουκιανου Χασιωτη*

Ο ρόλος των παιδιών στον ελληνικό Εμφύλιο δεν αποτελεί άγνωστο θέμα για όσους έζησαν ή μελέτησαν τα γεγονότα της εποχής, μολονότι απασχόλησε συστηματικά την ιστοριογραφία μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου είχε αποτελέσει αντικείμενο της εκατέρωθεν προπαγανδιστικής εκστρατείας. Το «ζήτημα των παιδιών» αναδείχθηκε σε συστατικό στοιχείο της εθνικοφροσύνης, της οποίας η ορολογία στην περίπτωση αυτή τελικά επικράτησε: η επιχείρηση του ΚΚΕ για τη μετακίνηση Ελληνόπουλων στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης έμεινε γνωστή ως «παιδομάζωμα», ενώ η αντίστοιχη εκστρατεία του κυβερνητικού στρατοπέδου για τη συγκέντρωση παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές στις «παιδοπόλεις» της βασίλισσας Φρειδερίκης ως «παιδοφύλαγμα». Το ζήτημα διεθνοποιήθηκε και απασχόλησε διεθνή φόρα και τον ΟΗΕ, αλλά πρωτίστως αξιοποιήθηκε για προπαγανδιστικούς λόγους στο εσωτερικό, όπου και εξακολούθησε να απασχολεί άλλοτε σποραδικά κι άλλοτε συχνότερα τη δημόσια συζήτηση μέχρι τις μέρες μας.

Εκστρατείες σωτηρίας αλλά και προπαγάνδας

Η ανάμειξη των παιδιών στην πολιτική και στρατιωτική σύγκρουση του Εμφυλίου δεν αποτελεί βέβαια ελληνική ιδιαιτερότητα. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα τα παιδιά σε ολόκληρο τον κόσμο συμμετείχαν άμεσα ή έμμεσα, ακούσια αλλά και εκούσια σε ολοκληρωτικούς πολέμους, επαναστάσεις και εμφύλιες συγκρούσεις. Τα γεγονότα αυτά εξέθεσαν τα παιδιά σε θανάσιμους κινδύνους: την πείνα και τις επιδημίες, τις εχθροπραξίες και τους βομβαρδισμούς, τα αντίποινα, τους εκτοπισμούς αλλά και τη γενοκτονία. Τα κράτη (αλλά και άλλοι πολιτικοί και κοινωνικοί φορείς, όπως κόμματα, αντιστασιακές οργανώσεις, η Εκκλησία) αναγκάστηκαν να εφαρμόσουν ευρύτερα προγράμματα παιδικής πρόνοιας, που περιλάμβαναν και την έννοια της πνευματικής, ηθικής και ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης των ανηλίκων: τα παιδιά ως «μέλλον του έθνους» ή του «λαού» έπρεπε να μεγαλώσουν με βάση τις αρχές και τις αξίες του φορέα που τα «προστάτευε» και να τις διαδώσουν στη συνέχεια στην υπόλοιπη κοινωνία. Αυτό ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, ειδικά για εκείνα που υπήρξαν θύματα του πολέμου, είχαν μείνει ορφανά, άστεγα ή είχαν εκτοπιστεί από τον τόπο τους και αντιμετωπίζονταν ως δυνάμει κίνδυνος για την κοινωνική σταθερότητα και την ασφάλεια των καθεστώτων.

Παράλληλα, η ανάληψη της ανατροφής των παιδιών από το κράτος εξυπηρετούσε την απρόσκοπτη στράτευση της γυναίκας για τις πολεμικές ανάγκες, στο μέτωπο ή στα μετόπισθεν. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι βρετανικές αρχές μετακίνησαν περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο παιδιά από τις πόλεις, προκειμένου να τα γλιτώσουν από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς αλλά και για να απασχοληθούν οι μητέρες τους στην πολεμική βιομηχανία. Νωρίτερα, για τους ίδιους λόγους, οι Ισπανοί Δημοκρατικοί είχαν μετακινήσει στο εξωτερικό πάνω από 35.000 παιδιά από τις πόλεις που ήλεγχαν, ιδιαίτερα μετά τον διαβόητο βομβαρδισμό της βασκικής πόλης Γκερνίκα (1937). Στο εσωτερικό της Ισπανίας, οι Εθνικιστές συγκρότησαν ειδικά κέντρα για την παιδική προστασία, τις «εστίες» της Κοινωνικής Πρόνοιας (Auxilio Social), αντίστοιχα από πολλές απόψεις με τις μεταγενέστερες «παιδοπόλεις» της Φρειδερίκης.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της UNESCO, στην Ελλάδα την εποχή του Εμφυλίου ζούσαν περίπου 380.000 ορφανά παιδιά από τον έναν ή και τους δύο γονείς. Ο υποσιτισμός και οι επιδημίες, η εγκατάλειψη και η ορφάνια, η εμπλοκή στις συνεχιζόμενες εχθροπραξίες και στη διαδεδομένη βία απειλούσαν τον ανήλικο πληθυσμό της υπαίθρου με πραγματική ανθρωπιστική καταστροφή. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές ανέπτυξαν τις δικές τους ιδιαίτερες εκστρατείες για τα «παιδιά-θύματα του πολέμου». Οι εκστρατείες αυτές ανταποκρίνονταν σε πραγματικές ανθρωπιστικές ανάγκες των ανηλίκων της χώρας και σε πολλές περιπτώσεις αποδείχθηκαν σωτήριες για όσα συμμετείχαν σε αυτές. Ταυτόχρονα, αμφότερες αποτέλεσαν μέρος της στρατηγικής και της προπαγάνδας των δύο πλευρών.

Αγώνας δρόμου ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές

Η πρωτοβουλία για την περίθαλψη των παιδιών-θυμάτων του πολέμου ανήκει στη βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία τον Ιούλιο του 1947 ίδρυσε τον Ερανο «Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος», περισσότερο γνωστό ως «Ερανο της Βασίλισσας». Σκοπός του Εράνου ήταν η περίθαλψη των ορφανών και άπορων παιδιών της υπαίθρου, κυρίως των «ανταρτόπληκτων» οικογενειών. Μέχρι το τέλος του έτους είχαν ιδρυθεί πέντε ειδικά κέντρα, οι «παιδοπόλεις», με σκοπό την περίθαλψη, σίτιση, στέγαση και εκπαίδευση ανηλίκων. Ωστόσο η εκστρατεία του Εράνου απέκτησε νέο ρόλο στις αρχές του 1948, μετά την εξαγγελία από την προσωρινή κυβέρνηση του βουνού τής μετακίνησης παιδιών από τις εμπόλεμες περιοχές στις Λαϊκές Δημοκρατίες, με βασικό επιχείρημα τη σωτηρία τους από την πείνα και τους βομβαρδισμούς των κυβερνητικών δυνάμεων. Σε αυτό το σημείο ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου ανάμεσα στις δύο πλευρές, για το ποια θα προλάβει να συγκεντρώσει πρώτη τα περισσότερα παιδιά, με τη μία να κατηγορεί την άλλη για απαγωγή, εγκλεισμό, ακόμα και εθνοκτονία της ελληνικής νεολαίας. Η υπόθεση παραμένει αμφιλεγόμενη, αλλά οι μέχρι τώρα μελέτες και η διασταύρωση γραπτών και προφορικών πηγών μάς βοηθούν να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα:

α) Μολονότι υπήρξαν πράγματι περιπτώσεις αναγκαστικών μετακινήσεων ανηλίκων της υπαίθρου είτε προς το εξωτερικό είτε προς το εσωτερικό από τους αντάρτες και από τον κυβερνητικό στρατό, αυτές αποτελούσαν μάλλον εξαιρέσεις παρά τον κανόνα. Τα περισσότερα από τα παιδιά του «παιδομαζώματος» είχαν γονείς αντάρτες ή ήδη εξόριστους στα γειτονικά βαλκανικά κράτη. Αλλά και στις παιδοπόλεις, η είσοδος ήταν τις περισσότερες φορές εθελοντική.

β) Κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν είχε τη δυνατότητα για μαζική μετακίνηση ανηλίκων. Αντίθετα, σύμφωνα με τις περισσότερες εκτιμήσεις, ο συνολικός αριθμός παιδιών που μετακινήθηκαν στο εξωτερικό ή στα ιδρύματα του Εράνου κατά την περίοδο του Εμφυλίου είναι μικρότερος των 50.000 (συμπεριλαμβανομένων και όσων κατέφυγαν την ίδια εποχή ή νωρίτερα με τις οικογένειές τους στις γειτονικές χώρες). Η συμβολική τους σημασία όμως είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από τον πραγματικό τους αριθμό. Η περίθαλψη των παιδιών που αποτελούσαν το «μέλλον του έθνους» αποσκοπούσε στο να καταδείξει ποιος ήταν πραγματικά ο κατάλληλος για να αναλάβει τον ρόλο του «προστάτη» της νεολαίας. Αντίστροφα, η δαιμονοποίηση του αντιπάλου μέσω της προπαγάνδας για τη «σωτηρία του παιδιού» στόχευε στην απαξίωσή του, ως εχθρού της νέας γενιάς και, τελικά, ως υπονομευτή του μέλλοντος της ίδιας της πατρίδας.

γ) Για πολλά παιδιά η μετακίνηση μακριά από τον τόπο τους και ο χωρισμός με τους οικείους τους και κυρίως τη μητέρα τους υπήρξε ένα δραματικό γεγονός που άφησε ανεξίτηλα τραύματα στις ψυχές τους. Οι περιπέτειες και τα δεινά για τους ανηλίκους που βρέθηκαν εκτός επικράτειας συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια ακόμα, μέχρι να εγκατασταθούν τελικά μόνιμα, συνήθως σε κάποια ανατολικοευρωπαϊκή χώρα. Πολλοί τρόφιμοι των παιδοπόλεων αναγκάστηκαν να αλλάξουν αρκετές φορές ιδρύματα μέχρι να ενηλικιωθούν και αρκετοί δυσκολεύτηκαν να επανενταχθούν στη μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία, αναζητώντας ενίοτε διέξοδο στη μετανάστευση. Ταυτόχρονα όμως η μετακίνηση όλων αυτών από την ελληνική ύπαιθρο σήμαινε πολύ συχνά σωτηρία, ευκαιρία για μόρφωση και για μια καλύτερη ζωή.

δ) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τόσο στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης όσο και στα παιδικά κέντρα της Ανατολικής Ευρώπης καταβλήθηκε προσπάθεια διαπαιδαγώγησης των παιδιών με βάση τις αξίες των «προστατών» τους. Ενίοτε η διαπαιδαγώγηση αυτή ισοδυναμούσε με άμεση ιδεολογική κατήχηση. Ωστόσο η πραγματικότητα φαίνεται να διαφέρει αρκετά από τις εκατέρωθεν καταγγελίες: ούτε το ΚΚΕ επιδίωκε να αφελληνίσει και να κάνει «γενίτσαρους» τους ανήλικους που μετακίνησε ούτε οι παιδοπόλεις αποτελούσαν τα «χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης της Φρίκης» (δηλ. της Φρειδερίκης), σύμφωνα με την κομμουνιστική προπαγάνδα. Επιπλέον, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η ιδεολογική διαπαιδαγώγηση στα κέντρα αυτά δεν διέφερε πολύ από εκείνη που δέχονταν οι υπόλοιποι μαθητές στα ελληνικά ή ανατολικοευρωπαϊκά, αντίστοιχα, σχολεία της εποχής. Ισως αυτό που περισσότερο αξίζει να εξετάσουμε, ειδικά στη λειτουργία των παιδοπόλεων, είναι ο ημιστρατιωτικός και φρονηματικός τους χαρακτήρας, με στόχο τον σωματικό και πνευματικό έλεγχο των τροφίμων, μέσω της αυστηρής τήρησης της ιεραρχίας, της πειθαρχίας και της κανονικοποίησης της καθημερινότητάς τους, με ό,τι δηλαδή περιγράφει ο Φουκό ως κατασκευή «πειθήνιων σωμάτων», αναφερόμενος στη λειτουργία και τον ρόλο των κλειστών ιδρυμάτων της νεότερης εποχής.

Μεικτή ευλογία

Το αυξανόμενο πολιτικό ενδιαφέρον για την παιδική μέριμνα στον 20ό αιώνα υπήρξε τελικά μεικτή ευλογία. Από τη μία πλευρά, αναβάθμισε αναμφίβολα την περίθαλψη των ανηλίκων. Από την άλλη, έκανε τα παιδιά-θύματα του πολέμου εύκολους στόχους παρεμβάσεων πολιτικών και επιστημόνων, για ιδεολογικούς στην πραγματικότητα λόγους. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έγιναν βέβαια ούτε με δική τους επιλογή ούτε και των γονέων τους, αλλά από κυβερνητικές, κομματικές ή εκκλησιαστικές αρχές που έδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον συμβολικό ρόλο των παιδιών με αναφορά στο μέλλον, παρά στις τρέχουσες ανάγκες τους για τροφή, φροντίδα και αγάπη.

* Ο κ. Λουκιανός Χασιώτης είναι επίκουρος καθηγητής Νεότερης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

Περιγραφή σε τρεις χρονικές διαστάσεις


Του Σταθη Ν. Καλυβα*

Μια αποτίμηση του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στη σημερινή ιδιότυπη συγκυρία απαιτεί την περιγραφή της λειτουργίας του σε τρεις χρονικές διαστάσεις: παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Ο ελληνικός εμφύλιος του 1946-1949 ήταν μια πολεμική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολιτικά στρατόπεδα: από τη μια, η «αστική» ή «εθνικόφρων» παράταξη που ξεκινούσε από τα δεξιά των βασιλοφρόνων και κατέληγε στα αριστερά των βενιζελικών, και από την άλλη το ΚΚΕ (και μόνο αυτό). Οι πρώτοι επεδίωκαν τη συνέχιση της σύνδεσης της Ελλάδας με τη Δύση, ενώ το δεύτερο την εγκατάσταση ενός κομμουνιστικού καθεστώτος και την προσκόλλησή της στο σοβιετικό άρμα. Η έκβαση του πολέμου οδήγησε στην παραμονή της Ελλάδας στη Δύση και γλίτωσε τη χώρα από μια μοιραία περιπέτεια, για την οποία η Ιστορία απεφάνθη τελεσίδικα.
Πυροβολικό του Εθνικού Στρατού

Τα αίτια του πολέμου αυτού μπορούν να αναζητηθούν στην Κατοχή, όταν το ΚΚΕ επεδίωξε μέσω του ΕΑΜ την κατάκτηση της εξουσίας, αποτυγχάνοντας εξαιτίας της βρετανικής επέμβασης στην Αθήνα, τον Δεκέμβριο του 1944. Η αποτυχία του ΚΚΕ, που βρέθηκε κυριολεκτικά μιαν ανάσα από την εξουσία, υπήρξε ο κυριότερος ίσως λόγος που οδήγησε την ηγεσία του ΚΚΕ και ιδιαίτερα τον Νίκο Ζαχαριάδη στο να επιδιώξει μια ρεβάνς, βασιζόμενος στη διάθεση του Στάλιν να παίξει με την Ελλάδα δίχως να εκτεθεί ανοιχτά. Η επιλογή αυτή υπήρξε πράξη απίστευτου τυχοδιωκτισμού, που προκάλεσε τεράστιο κόστος στη χώρα και λίγο έλειψε να οδηγήσει στον διαμελισμό της.

Παρά το γεγονός πως το υλικό και ανθρώπινο κόστος του Εμφυλίου υπήρξε τεράστιο, η χώρα κατάφερε να ορθοποδήσει και να αναπτυχθεί. Η πολιτική κυριαρχία των νικητών συνοδεύτηκε από διώξεις εναντίον των ηττημένων, που σταδιακά περιορίστηκαν. Ομως, το καθεστώς της χώρας παρέμεινε κοινοβουλευτικό, ενώ η Αριστερά μπόρεσε να συμμετάσχει σ' αυτό, ενίοτε με καθοριστικό ρόλο. Την εξέλιξη αυτή ανέτρεψε η χούντα. Η κατάρρευσή της όμως το 1974 οδήγησε στην ανάδειξη ενός δημοκρατικού καθεστώτος με νομιμοποιημένο το ΚΚΕ, τερματίζοντας έτσι συμβολικά τον Εμφύλιο.

Η έρευνα για τη δεκαετία του '40 εμπλουτίστηκε πρόσφατα με νέες προσεγγίσεις και ερμηνείες. Η ανανέωση αυτή υπήρξε επιτυχημένη αν κρίνει κανείς από την εκδοτική επιτυχία που συνάντησε η δημοσίευση των ερευνών αυτών και από τη διεθνή τους αναγνώριση. Η ερευνητική αυτή προσπάθεια αναπτύχθηκε σε τρεις κυρίως κατευθύνσεις.

Η πρώτη αφορά τη μελέτη της Κατοχής και επεσήμανε σημαντικές διαστάσεις και πτυχές της. Η έμφαση σε λεπτομερείς τοπικές μελέτες ανέδειξε την πολυμορφία, ρευστότητα και συχνά συγκυριακή διάσταση που διέκριναν τα στρατόπεδα τόσο της αντίστασης όσο και της συνεργασίας. Αναδείχθηκε επίσης ο κομβικός ρόλος της βίας και του εξαναγκασμού, κάτι που είχε τονιστεί για την πλευρά των νικητών, αλλά είχε αγνοηθεί ή ελαχιστοποιηθεί σε σχέση με τις πρακτικές της Αριστεράς. Ταυτόχρονα, η συστηματική μελέτη της βίας έριξε φως πάνω σ' ένα σκληρό εμφύλιο, τόσο μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων όσο και ανάμεσα σ' αυτές και τους συνεργάτες. Με κριτήριο το ποσοστό των αμάχων επί του συνόλου των θυμάτων, ο πόλεμος του 1943-44 υπήρξε χειρότερος εμφύλιος απ' αυτόν του 1946-49. Η δεύτερη κατεύθυνση επικεντρώνει στην ενδιάμεση περίοδο 1945-46, αναδεικνύοντας ανάμεσα στα άλλα και τη σχετικά άγνωστη «εαμοκρατία», τους θεσμούς δηλαδή που εγκαθίδρυσε το ΚΚΕ στις περιοχές που έλεγχε ιδίως μετά την απελευθέρωση και ώς την άνοιξη του 1945, τεκμηριώνοντας την ομοιότητά τους με τους θεσμούς που στήθηκαν την ίδια εποχή στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης, την ανασυγκρότηση του κράτους, των κομμάτων και του πολιτικού ανταγωνισμού, τις διώξεις όσων χαρακτηρίστηκαν αριστεροί αλλά και τη διαπλοκή εθνοτικών και πολιτικών ανταγωνισμών, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα. Τέλος, η τρίτη κατεύθυνση έδωσε έμφαση στη μελέτη της περιόδου 1946-1949 με βάση νέα αρχειακά τεκμήρια, κυρίως από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, αποδεικνύοντας την έκταση της υλικής στήριξης του Δημοκρατικού Στρατού από τις Λαϊκές Δημοκρατίες, και επομένως τον ρόλο του παράγοντα αυτού στην έκρηξη του Εμφυλίου.

Συνολικά οι πρόσφατες αυτές έρευνες συνέβαλαν στο ξεπέρασμα των ασπρόμαυρων προσεγγίσεων της δεκαετίας του '40, αντικαθιστώντας το απλουστευτικό δίδυμο «πατριώτες και προδότες» με μια πιο σύνθετη αντίληψη του παρελθόντος.

Σύγχρονοι παράδοξοι «πόλεμοι της μνήμης»

Το νέο ερευνητικό ρεύμα για τον Εμφύλιο μπορεί να σημάδεψε την ιστορική μελέτη της δεκαετίας του '40 μετά το 2000, αλλά στηρίχθηκε πάνω σε προηγούμενες ερευνητικές προσπάθειες όπως τη διπλωματική ιστορία της δεκαετίας του '80 και της «ιστορίας από τα κάτω» του Mark Mazower. Σήμερα οι μελετητές του Εμφυλίου προέρχονται τόσο από τον χώρο της Ιστορίας όσο και από αυτόν της πολιτικής επιστήμης και άλλων πεδίων των κοινωνικών επιστημών. Χρησιμοποιούν πλειάδα αρχειακών πηγών από το εξωτερικό αλλά και την Ελλάδα, όπως και εργαλεία σαν τη στατιστική ανάλυση. Η ποιότητα και η γονιμότητα του έργου που έχει παραχθεί είναι πλέον απολύτως συγκρίσιμη με χώρες που έχουν αντίστοιχες ιστορικές εμπειρίες και μεγαλύτερη επιστημονική παράδοση.

Αν κάτι ίσως ξεχωρίζει στην ελληνική περίπτωση, αυτό είναι αναμφισβήτητα η υποδοχή που επεφύλαξε στις έρευνες αυτές μερίδα του εγχώριου πανεπιστημιακού και δημοσιογραφικού κατεστημένου. Αναμφίβολα, οι διαμάχες γύρω από τη μελέτη ενός δύσκολου παρελθόντος, οι λεγόμενοι «πόλεμοι της μνήμης», είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Παραμένει γεγονός πάντως, πως ο χαρακτήρας, η ένταση και η διάρκεια των αντιδράσεων υπήρξαν ακραίες και σύντομα έχασαν τον επιστημονικοφανή μανδύα τους, περνώντας στον χώρο των συνειδητών διαστρεβλώσεων και των χυδαίων προσωπικών επιθέσεων. Παρατηρήθηκαν έτσι ορισμένα παράδοξα φαινόμενα: πανεπιστημιακοί που είτε είχαν διδάξει σε δευτεροκλασάτα αγγλικά ιδρύματα πριν επιστρέψουν στη θαλπωρή του ελληνικού πανεπιστημίου, είτε δεν την εγκατέλειψαν ποτέ, διατύπωναν κατηγορίες περί επιστημονικής ανεπαρκείας· άνθρωποι με σαφή και προσδιορισμένο κομματικό προσανατολισμό, όπως ο πανεπιστημιακός και νυν βουλευτής του ΚΚΕ Γιώργος Μαργαρίτης, ή αρθρογράφοι κομματικών εντύπων, όπως η «Αυγή», καταλόγιζαν κομματικές εξαρτήσεις και πολιτικές στοχεύσεις. Συχνά, οι επιθέσεις αυτές εκδηλώνονταν από τις σελίδες του «αστικού» Τύπου, τις οθόνες των «καθεστωτικών» ΜΜΕ και τις αίθουσες του δημοσίου πανεπιστημίου. Ως πρόσφατα, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τις αντιδράσεις αυτές ως γραφικές ενδοπανεπιστημιακές έριδες. Η σημερινή συγκυρία όμως προσφέρει τη δυνατότητα μιας διαφορετικής ανάγνωσης.

Εργαλείο υποκατάστασης παρόντος και μέλλοντος

Αν εξετάσει κανείς τον πολιτικό λόγο που κυριαρχεί στη χώρα από το καλοκαίρι του 2011 και δώθε, θα διαπιστώσει πως προέρχεται απευθείας από το ρητορικό οπλοστάσιο του ΕΑΜ: προδότες, γερμανοτσολιάδες, κουίσλιγκ, κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, κυβέρνηση δωσίλογων κ.λπ. Σε ένα δεύτερο, ίσως λιγότερο άναρθρο αλλά εξίσου ιστορικά αναλφάβητο επίπεδο, διακρίνει κανείς, ήδη από τα επεισόδια του Δεκεμβρίου 2008, συνθηματολογικές αναφορές αριστερίστικων και αναρχικών γκρουπούσκουλων στην ίδια περίοδο με κεντρικό θέμα το «Βάρκιζα τέλος». Τέλος, σε ένα τρίτο πιο εκλεπτυσμένο επίπεδο, οι διανοούμενοι της Αριστεράς, που κατασκεύασαν και διέδωσαν το πολιτικό αυτό ιδίωμα, παρουσιάζουν την εκλογική επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Μαΐου με αντίστοιχους όρους: ως τη γαργαλιστική προοπτική μιας φαντασιακής επιστροφής στο ΕΑΜ, δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχία της κομμουνιστικής Αριστεράς. Ενδεικτικά, ο συγγραφέας Νίκος Κουνενής κάνει λόγο για «συνθήκες ανοιχτού -πλέον- κοινωνικοπολιτικού πολέμου» και παραλληλίζει τις σημερινές εξελίξεις με την «εποποιία της αντίστασης», καταλήγοντας πως αν θα επαναληφθεί η Βάρκιζα «εξαρτάται από μας και μόνο, όχι απ' αυτούς». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο καθηγητής Αντώνης Λιάκος εύχεται το τέλος των «μετανοημένων αριστερών» που «ολοφύρονται για τις αμαρτίες τους προσκυνώντας όσα απέρριπταν» και διακηρύσσει πως έφθασε η ώρα η ιστορία της Αριστεράς να μετασχηματισθεί από μοιρολόι για ήττες σε ευκαιρία να χτυπηθεί ο «πάγος της ευρωπαϊκής συντηρητικής παλινόρθωσης». «Ενέχει κινδύνους αλλά είναι συναρπαστικό αυτό που ζούμε», καταλήγει με εφηβικό ενθουσιασμό.

Στη φαντασία των ανθρώπων αυτών, η Ελλάδα της κρίσης δεν αποτελεί παρά τον τερματισμό ενός εφιάλτη που ξεκίνησε με τη συνθήκη της Βάρκιζας τον Φεβρουάριο του 1945 και την αφετηρία μιας ανέλπιστης όσο και μεγαλειώδους ρεβάνς πάνω στην Ιστορία, αφού (εντελώς ναρκισσιστικά) αφορά το «παρόν και το μέλλον όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης» και γιατί όχι του κόσμου ολόκληρου.

Με τον παράξενο αυτό τρόπο, ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος συνεχίζει την ιστορική του τροχιά, δείχνοντάς μας πως οι άνθρωποι που δήθεν τον μελέτησαν για να κατανοήσουν το παρελθόν, στην πραγματικότητα επεδίωκαν να υποκαταστήσουν το παρόν και το μέλλον. Και πως οι κατ' εξοχήν προνομιούχοι της μεταπολίτευσης, που απόλαυσαν μιαν άνετη ζωή στην αγκαλιά του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου και διαμόρφωσαν την ιστορική και πολιτική συνείδηση του ελληνικού λάου, απαρνούνται το ίδιο το σύστημα που τους ανέδειξε, ξεχνώντας πως δίχως αυτό χάνουν τον λόγο που υπάρχουν.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Yale.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100004_17/06/2012_485832

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Η σοβιετική πρόταση για τον Εμφύλιο

Η Μόσχα επιχείρησε να εμπλακεί στα ελληνικά πράγματα με συνδρομή της στη λήξη των μαχών και τη διεξαγωγή εκλογών 63 χρόνια πριν

Του Θαναση Δ. Σφηκα*

Διεργασίες στον ΟΗΕ για το «ελληνικό ζήτημα» της περιόδου του Εμφυλίου Πολέμου καταγράφονται από τις αρχές του 1946 με διαφορετικούς υποκινητές. Η Μόσχα, ειδικά, κυρίως από το 1948 επιθυμούσε να διατηρήσει τις προσβάσεις της στην Ελλάδα μέσω μιας διπλωματικής διευθέτησης. Οι σοβιετικές προσπάθειες έλαβαν τη μορφή ανεπίσημων βολιδοσκοπήσεων προς τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς· αυτοί όμως δεν έδωσαν συνέχεια, ενώ από τις αρχές του 1949 η ραγδαία αποδυνάμωση του ΔΣΕ ενίσχυσε την αδιαλλαξία των κυβερνήσεων της Αθήνας, του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον.

Στις 20 Απριλίου 1949 το ΚΚΕ απηύθυνε έκκληση στον ΟΗΕ για τον τερματισμό του Εμφυλίου, διαβεβαιώνοντας ότι ήταν έτοιμο για «τις πιο μεγάλες υποχωρήσεις». Η ελληνική κυβέρνηση αδιαφόρησε, δηλώνοντας ότι οι αντάρτες του ΔΣΕ έπρεπε πρώτα να καταθέσουν τα όπλα, ενώ το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επισήμανε ότι αυτή ήταν η εικοστή πρώτη ειρηνευτική πρόταση του ΚΚΕ από το 1946.

Η έκκληση είχε ίχνη απόγνωσης, για την οποία υπήρχαν βάσιμοι λόγοι. Ο Στάλιν ανησυχούσε ότι η επ' άπειρον παράταση της σύγκρουσης στην Ελλάδα και η δυνατότητα του ΔΣΕ να διασχίζει την ελληνοαλβανική μεθόριο ίσως προκαλούσαν εισβολή των δυτικών δυνάμεων στην Αλβανία, η οποία, μετά την αποβολή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ τον Ιούνιο του 1948, αποτελούσε τη μοναδική πρόσβαση των Σοβιετικών στη Μεσόγειο. Στις αρχές Απριλίου 1949, λίγες ημέρες αφότου η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τους Δυτικούς στρατιωτική επέμβαση κατά της Αλβανίας, η Μόσχα πληροφόρησε τον Ζαχαριάδη ότι όλες οι επιχειρήσεις του ΔΣΕ έπρεπε να τερματιστούν ώς τις αρχές Μαΐου. Ο ΔΣΕ άρχισε τις προετοιμασίες για αποχώρηση, αλλά τότε ακριβώς (αρχές Μαΐου) ο Ζαχαριάδης ενημέρωσε το επιτελείο του ότι η κατάσταση είχε μεταβληθεί προσωρινά και ότι ο ΔΣΕ θα συνέχιζε τις επιχειρήσεις. Η μεταστροφή επήλθε επειδή ξαφνικά διαφάνηκε το ενδεχόμενο νέων διεθνών επαφών, και όσο αυτές θα διαρκούσαν, έπρεπε να αποτραπεί η εντύπωση ότι ο ΔΣΕ, ανεπανόρθωτα εξαντλημένος, εκλιπαρούσε για ειρήνη.

Συνεχείς ελιγμοί ΗΠΑ, Βρετανίας και ΕΣΣΔ

 Αντρέι Γκρομύκο, επικεφαλής της
σοβιετικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ
Στις 26 Απριλίου 1949, ενώ ο ΔΣΕ ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την Ελλάδα, ο Αντρέι Γκρομύκο, επικεφαλής της σοβιετικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, δείπνησε στη Νέα Υόρκη με τον Βρετανό ομόλογό του Εκτωρ Μακνήλ και τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Ντην Ρασκ. Ο Αμερικανός ρώτησε τον Γκρομύκο κατά πόσον οι τρεις δυνάμεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για «να ομαλοποιήσουν» την κατάσταση στην Ελλάδα. Ο Γκρομύκο διαβίβασε το ερώτημα στη Μόσχα και στις 4 Μαΐου ενημέρωσε τους Ρασκ και Μακνήλ ότι η κυβέρνησή του ήταν πρόθυμη για περαιτέρω συζητήσεις. Η πρόταση που μετέφερε ο Σοβιετικός αντιπρόσωπος προέβλεπε την παύση των εχθροπραξιών και τη διεξαγωγή εκλογών με τη συμμετοχή των «βόρειων δυνάμεων» (ΔΣΕ), αλλά και νύξη για σοβιετική συνδρομή στην εφαρμογή της.

Η αρχική αντίδραση των Αμερικανών και των Βρετανών ήταν επιφυλακτική. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν έδειξε «μεγάλο ενδιαφέρον» και ζήτησε «να μην κλείσουν την πόρτα» σε περαιτέρω διευκρινίσεις του Γκρομύκο, υπό τον όρο ότι τυχόν συνομιλίες δεν θα ξεκινούσαν χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Για τους Βρετανούς, από την άλλη πλευρά, η σοβιετική πρωτοβουλία συνέπεσε με νέο κύμα εσωτερικών πιέσεων για διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος: τον Μάιο του 1949 εβδομήντα βουλευτές του Εργατικού Κόμματος απηύθυναν έκκληση στην κυβέρνησή τους να υποστηρίξει τις προτάσεις για ειρήνευση και διενέργεια εκλογών στην Ελλάδα υπό την εποπτεία του ΟΗΕ.

Στις 14 Μαΐου ο Ρασκ και ο Μακνήλ ενημέρωσαν τον Γκρομύκο για την ανάγκη συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης στις διαβουλεύσεις και επέμειναν στην πάγια θέση τους ότι το πραγματικό αίτιο της κρίσης στην Ελλάδα ήταν η έξωθεν βοήθεια στον ΔΣΕ. Ο Γκρομύκο εξήγησε ότι η Μόσχα ήταν πρόθυμη να συμμετάσχει στην εποπτεία εκλογών και να συνδράμει την ελληνική κυβέρνηση στον έλεγχο των βορείων συνόρων, αλλά πρόσθεσε ότι έπρεπε να διακοπεί κάθε είδους υλική και έμψυχη βοήθεια προς την Ελλάδα. Ο Βρετανός και ο Αμερικανός απέφυγαν να τοποθετηθούν, λέγοντας ότι οι συζητήσεις προς το παρόν ήταν «ανεπίσημες και σε προσωπική βάση» και επαναλαμβάνοντας την ανάγκη συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης στις διαβουλεύσεις.

Στις 16 Μαΐου ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ερνεστ Μπέβιν ενημέρωσε το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο ότι οι σοβιετικές προτάσεις τοποθετούσαν σε «ισότιμη» βάση τις δύο πλευρές του Εμφυλίου και ενίσχυαν τη θέση του ΚΚΕ στο εσωτερικό· ωστόσο δεν εισηγήθηκε να απορριφθούν άμεσα αλλά να διερευνηθεί εάν το σοβιετικό άνοιγμα απέρρεε από ειλικρινή διάθεση να διευθετηθούν οι διαφορές της Δύσης με τη Μόσχα στην Ελλάδα. Αυτό που τον ανησυχούσε ιδιαιτέρως ήταν η σοβιετική πρόθεση συμμετοχής στην επιτήρηση μιας εκεχειρίας μεταξύ των αντιμαχομένων, η οποία θα παρείχε στη Μόσχα «άπειρες ευκαιρίες να καταστήσει αδύνατη μια πραγματική και ευνοϊκή διευθέτηση». Η Βρετανία δεν αναζητούσε συμφωνία μεταξύ των εμπολέμων στην Ελλάδα αλλά τον τερματισμό της εξωτερικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ, και προς αυτή την κατεύθυνση όφειλαν να συνδράμουν οι Σοβιετικοί.

Αρνητικές εξαρχής οι διαθέσεις της Αθήνας

Η επιμονή των Βρετανών και των Αμερικανών να εμπλέξουν στις συνομιλίες την ελληνική κυβέρνηση σήμαινε ότι η τύχη της σοβιετικής πρωτοβουλίας θα κρινόταν και από τις διαθέσεις της Αθήνας. Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λαϊκών - Φιλελευθέρων, υπουργός Εξωτερικών και ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, δήλωσε ότι η Ελλάδα «δεν πρέπει να στερηθεί δολίως τους καρπούς των νικών του στρατού και δεν πρέπει να υπάρξει νέα Βάρκιζα. Δεν θα επιτρέψουμε την είσοδο Δούρειων Ιππων στα τείχη της χώρας μας». Ο υπουργός Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Ρέντης, από το Κόμμα Φιλελευθέρων, έβλεπε μακρύτερα: «Το ΚΚΕ είχε συνταχθεί ανοικτά με τους εχθρούς της χώρας και επομένως δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην Ελλάδα μετά την καταστολή της εξέγερσης».

Οι ελληνικές θέσεις συνέπεσαν με τις αμερικανικές και βρετανικές επιδιώξεις. Για τις δύο δυτικές δυνάμεις, από τα τέλη του 1946 η κύρια αιτία της ελληνικής κρίσης ήταν η έξωθεν βοήθεια προς τον ΔΣΕ, και το κατάλληλο βήμα για τη συζήτηση αυτού του προβλήματος ήταν ο ΟΗΕ. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί θα άκουγαν τις σοβιετικές απόψεις, αλλά δεν θα ξεκινούσαν συνομιλίες χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Οσο για τον ΔΣΕ, εφόσον βάσει του διεθνούς δικαίου στερείτο νομικής υπόστασης, τυχόν διαπραγματεύσεις με αυτόν απόκειντο αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της ελληνικής κυβέρνησης. Κοινή εκτίμηση της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και της Αθήνας ήταν ότι οι σοβιετικές προτάσεις εκκινούσαν από θέση αδυναμίας τόσο της σοβιετικής διπλωματίας διεθνώς (στις 4 Μαΐου 1949 η Μόσχα ανακοίνωσε την άρση του αποκλεισμού του Βερολίνου) όσο και του ΚΚΕ στο εσωτερικό της Ελλάδας. Η απόρριψή τους παρουσιάστηκε ως επιμονή για επίλυση μέσω του ΟΗΕ, όπου δεν μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης η σύγκρουση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του ΔΣΕ.

Στις 20 Μαΐου 1949, η σύμπλευση επισημοποιήθηκε όταν ο Ρασκ καθησύχασε τον Ελληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε την εσωτερική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά την έξωθεν βοήθεια στους αντάρτες. Ο πρέσβης δήλωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση προτιμούσε να μην υπάρξουν συνομιλίες με τους Σοβιετικούς: Οι αντάρτες έπρεπε να καταθέσουν πρώτα τα όπλα τους· «η αμνηστία και τα συναφή θα έλθουν αργότερα». Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε συνομιλίες που θα υπονόμευαν το ηθικό του στρατού και θα επέτρεπαν τη σοβιετική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Η τελική απόφαση για στρατιωτική λύση και συντριβή του ΔΣΕ

Στις 27 Μαΐου 1949, Αμερικανοί και Βρετανοί συμφώνησαν να κοινοποιήσουν προφορικά τις θέσεις τους στους Σοβιετικούς. Οι σοβιετικές προτάσεις απορρίφθηκαν και άρχισε να γράφεται ο στρατιωτικός επίλογος της ελληνικής κρίσης. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή ακριβώς που είχαν δώσει εντολή στον Ζαχαριάδη για παύση των εχθροπραξιών και αποχώρηση του ΔΣΕ, διερεύνησαν τις αγγλοαμερικανικές προθέσεις για τη δυνατότητα συνεννόησης των «τριών μεγάλων». Η Μόσχα θεώρησε ότι η βολιδοσκόπηση του Ρασκ στα τέλη Απριλίου παρείχε μια τελευταία ευκαιρία, πριν από την αποχώρηση ή τη συντριβή του ΔΣΕ, για τη διατήρηση κάποιας επιρροής στην Ελλάδα. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί αναζητούσαν την εξάλειψη της έξωθεν στρατιωτικής βοήθειας στον ΔΣΕ ως προϋπόθεση για τη στρατιωτική λύση του ελληνικού ζητήματος. Σε αυτήν τη διαφορά επιδιώξεων οφείλονται η βολιδοσκόπηση του Ρασκ στον Γκρομύκο, η εκδήλωση της σοβιετικής πρωτοβουλίας και η απόρριψή της από τους Δυτικούς.

* Ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.