Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Εξόριστοι στα χρόνια του Eμφυλίου

Tου ΠOΛYMEPH BOΓΛH

Iστορικού - Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ΜETΑ THN ΑΠEΛEYΘEPΩΣH της χώρας η ποινή της «διοικητικής εκτόπισης», όπως επίσημα ονομαζόταν η εξορία, αρχίζει να εφαρμόζεται ξανά ήδη από το καλοκαίρι του 1945. Στις αρχές του 1946 οι εκτοπίσεις πληθαίνουν και από τον Ιούνιο του 1946 γενικεύονται και γίνονται πλέον με συστηματικό τρόπο. Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις επαναφέροντας το μέτρο της διοικητικής εκτόπισης στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στη σχετική νομοθεσία του Μεσοπολέμου. Τον Ιούλιο του 1945 τίθεται ξανά σε ισχύ ο νόμος του 1871 «περί καταδιώξεως της ληστείας» και τον Μάιο του 1946, λίγο μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη επανενεργοποίησε τον νόμο του 1926 που προέβλεπε τη διοικητική εκτόπιση ατόμων που θεωρούνταν ύποπτα για πράξεις ή που προετοιμάζονταν να διαπράξουν αδικήματα που έθεταν σε κίνδυνο «την Δημοσίαν τάξιν, ησυχίαν και ασφάλειαν της Χώρας». Αρμόδια όργανα για την επιβολή της ποινής, όπως και στον Μεσοπόλεμο, ήταν οι τριμελείς Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας, στις οποίες μετείχαν εκπρόσωποι των τοπικών αρχών, της χωροφυλακής (ή αστυνομίας) και της δικαιοσύνης. Η διάρκεια της ποινής εκτόπισης που μπορούσαν να επιβάλουν διαρκώς αυξανόταν με αλλεπάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις: από ένα χρόνο αυξήθηκε σε δύο, για να καταλήξει να γίνει αορίστου χρόνου μέσα από τη δυνατότητα που δόθηκε στις Επιτροπές Δημοσίας Ασφαλείας να παρατείνουν την εκτόπιση εάν έκριναν ότι οι εκτοπισμένοι συνέχιζαν να είναι «επικίνδυνοι». Και πράγματι, εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες έμειναν στην εξορία για πέντε, δέκα ή και περισσότερα χρόνια.

1 Iουνίου 1949, Παναθηναϊκό Στάδιο. Ανανήψαντες σκαπανείς των
Tαγμάτων Mακρονήσου παρελαύνουν μετά την επίσημη τελετή παραλαβής
όπλων και της πολεμικής σημαίας. Oι πολεμικές συγκρούσεις στον βορρά
ακόμη μαίνονται. Mάχιμοι πλέον θα φύγουν χωρίς καθυστέρηση στην εμπόλεμη
ζώνη.  Σε κάθε αποστολή ανανηψάντων στο μέτωπο, μεσολαβούσε στην aθήνα
ανάλογη τελετή. Oι «αναμορφωμένοι» σκαπανείς, παρελαύνοντας υπό τις ιαχές και
 τα χειροκροτήματα του πλήθους, πρόσφεραν δημόσιο θέαμα. H πρώτη
αποστολή, 1.000 άντρες, αναχωρεί για το μέτωπο διαμέσου της Αθήνας και σχετικής
 τελετής στις στήλες, όχι τυχαία, του Oλυμπίου Διός, το τελευταίο δεκαήμερο
 Iουνίου 1948. Eστάλησαν συνολικά στις επιχειρήσεις πάνω από 16.000.
H σημασία της αποστολής Mακρονησιωτών στο μέτωπο δεν ήταν μόνο στρατιωτική,
αλλά και συμβολική (φωτ: Hνωμένοι Φωτορεπόρτερ, συλλογή N. E. Tόλη).
Στην πράξη, μέχρι και τη δεκαετία του 1950, το τεκμήριο της «επικινδυνότητας» ή μη στα μάτια των αρχών ήταν η ετοιμότητα των πολιτικών εξορίστων να αποκηρύξουν τις πολιτικές τους ιδέες, να υπογράψουν, δηλαδή, «δηλώσεις μετανοίας». «Ο διωγμός μας», έγραφαν οι πολιτικοί εξόριστοι σε ένα υπόμνημά τους το 1950, «οφείλεται σε καθαρά πολιτικά ελατήρια. Στο πρόσωπό μας, η κυβέρνηση τιμωρεί όχι τους παραβάτες κανενός ιδιαίτερου νόμου, αλλά τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο λόγος που μας έστειλαν εξορία για τρία περίπου χρόνια, και μερικούς μάλιστα για τέσσερα, είναι γιατί αρνηθήκαμε να υπογράψουμε τις λεγόμενες «δηλώσεις μετανοίας», αρνηθήκαμε, δηλαδή, να υπογράψουμε γραφτές δηλώσεις με τις οποίες να απαρνιόμαστε ορισμένες απόψεις και πεποιθήσεις».

Πάλι στους ίδιους τόπους

Πολλά νησιά, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά ως τόποι εξορίας, δέχθηκαν και πάλι μεγάλους αριθμούς πολιτικών εξορίστων, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν στρατόπεδα εξορίστων και σε άλλα νησιά. Μεταξύ άλλων, η Ικαρία, ο Αγιος Ευστράτιος, η Φολέγανδρος, η Ανάφη, η Σίκινος, η Λέρος, η Κίμωλος, τα Κύθηρα, η Σαμοθράκη, η Θάσος, η Λήμνος, η Αλόννησος, χρησιμοποιήθηκαν ως τόποι εξορίας στα χρόνια του Εμφυλίου, ενώ η Γυάρος λειτουργεί το ίδιο διάστημα ως στρατόπεδο εγκλεισμού πολιτικών κρατουμένων. Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, ο αριθμός των πολιτικών εξορίστων θα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο. Από περίπου 3.800 στα τέλη του 1946, κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1947 θα φτάσουν ίσως και τις 20.000 (ως αποτέλεσμα του κύματος μαζικών συλλήψεων στα αστικά κέντρα τον Ιούλιο του 1947), το 1948 θα είναι περίπου 13.000 και με τη λήξη του Εμφυλίου, τον Σεπτέμβριο του 1949, υπολογίζονταν σε 15.000 άνδρες και γυναίκες. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, πάρα πολλοί εξόριστοι θα απολυθούν, αλλά, παρ' όλ' αυτά, το 1951 βρίσκονταν στην εξορία περίπου 3.400 άτομα. Οι εξόριστοι που ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα νησιά, σταδιακά από το 1947 και μετά θα συγκεντρωθούν κυρίως στον Aγιο Ευστράτιο και την Ικαρία, ενώ οι γυναίκες, που μέχρι τότε ήταν εκτοπισμένες στα ίδια νησιά με τους άνδρες, θα μεταφερθούν τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο και από εκεί, ένα χρόνο αργότερα, στο Τρίκερι.

Η ζωή στην εξορία

Οι πολιτικοί εξόριστοι βρίσκονταν σε αρκετά καλύτερη μοίρα από τους πολιτικούς κρατούμενους στις φυλακές ή τους έγκλειστους στρατιώτες στα στρατόπεδα της Μακρονήσου. Ο λόγος ήταν ότι είχαν μεγαλύτερη ελευθερία να οργανώσουν συλλογικά τη ζωή τους. Αξιοποιώντας την «πείρα» τους από τα χρόνια του Μεσοπολέμου και ιδιαίτερα της μεταξικής δικτατορίας, δημιούργησαν τις Ομάδες Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για τη λειτουργία των στρατοπέδων των πολιτικών εξορίστων. Η Ομάδα Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων της Ικαρίας, για παράδειγμα, μοίραζε τους εξόριστους στα χωριά και τα στρατόπεδα του νησιού, φρόντιζε να υπάρχουν γιατροί, φάρμακα, κουβέρτες, τρόφιμα για τις ανάγκες των εξορίστων. Σε κάθε στρατόπεδο λειτουργούσαν συνεργεία εξορίστων τα οποία είχαν ως αποστολή να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της ομάδας. Οι πολιτικοί εξόριστοι με βάση τις επαγγελματικές τους γνώσεις, αλλά και ένα εκ περιτροπής σύστημα, εργάζονταν στα μαγειρεία, τα ραφτάδικα, τους φούρνους, τα πλυντήρια κ.ο.κ.

Τα προβλήματα που είχαν να αντιμετωπίσουν στην εξορία δεν ήταν λίγα. Το κυριότερο ήταν η έλλειψη τακτικής συγκοινωνίας στα νησιά, η οποία μπορούσε να επιδεινωθεί αν ο καιρός ήταν κακός. Τα καΐκια μετέφεραν στα νησιά την αλληλογραφία και τα δέματα από συγγενείς, αλλά και τρόφιμα, φάρμακα, είδη ένδυσης και υπόδησης που έστελνε η κυβέρνηση, ο Ερυθρός Σταυρός και άλλοι οργανισμοί ή οργανώσεις αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς εξόριστους. Επιπλέον, η ζωή σε αυτά τα μικρά και συνήθως άγονα νησιά δεν ήταν καθόλου εύκολη, ούτε καν για τους ντόπιους εκείνα τα χρόνια. Η καλλιεργήσιμη γη ήταν λίγη, η λειψυδρία συχνό πρόβλημα και οι δυνατότητες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από ανύπαρκτες έως υποτυπώδεις. Συνήθως τα σπίτια δεν επαρκούσαν για να στεγάσουν τους εξόριστους, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να μένουν σε σκηνές χειμώνα-καλοκαίρι, έπρεπε να διανύσουν χιλιόμετρα για να μεταφέρουν νερό ή για να συγκεντρώσουν καύσιμη ύλη για το μαγείρεμα του φαγητού, να κατασκευάσουν στέρνες και να νοικιάσουν χωράφια από τους ντόπιους για να τα καλλιεργήσουν για τις ανάγκες της ομάδας

Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν πολλοί εξόριστοι. Οι άποροι δικαιούνταν ενός επιδόματος, το οποίο υποτίθεται θα τους επέτρεπε να αγοράσουν τα αναγκαία για να επιβιώσουν, όμως το επίδομα ήταν πενιχρό (300 δραχμές το 1946) και λίγοι έπαιρναν πιστοποιητικό απορίας από τις αρχές του τόπου καταγωγής τους, για ευνόητους λόγους. Τα οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζονταν συλλογικά, οι εξόριστοι παρέδιδαν τα μισά από τις επιταγές και τα τρόφιμα που τους έστελναν οι συγγενείς τους στο «ταμείο» της ομάδας, ούτως ώστε να καλυφθούν οι ανάγκες και να αμβλυνθούν οι διαφορές μεταξύ των εξορίστων.

Ένα σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων των πολιτικών εξορίστων αφορούσε τη μόρφωση και την ψυχαγωγία. Η ομάδα λειτουργούσε «σχολεία» για τους αναλφάβητους εξόριστους, είχε χορωδία, ανέβαζε θεατρικές παραστάσεις, οργάνωνε χορούς και γιορτές, στα οποία πολλές φορές συμμετείχαν και οι ντόπιοι. Έτσι, το Πάσχα του 1947 στην Ικαρία, οι χορωδίες των πολιτικών κρατουμένων έψαλαν στην ακολουθία του Επιταφίου, στόλισαν τις λέσχες τους στα χωριά, οργάνωσαν γιορτινά τραπέζια στα οποία συνέβαλαν οι ντόπιοι με αυγά, κουλούρια και κρασί και έγιναν θεατρικές παραστάσεις με απαγγελίες, σκετς και τραγούδια. Οι σχέσεις με τους ντόπιους, γενικά, ήταν αρκετά καλές. Οι ντόπιοι γνώριζαν ότι οι εκτοπισμένοι δεν ήταν κακοποιοί, συνεργάζονταν με τους εξόριστους για να αντιμετωπίσουν τα κοινά προβλήματα που προέκυπταν στη ζωή του νησιού, ενώ η ηγεσία της ομάδας έλεγχε στενά τις επαφές των εξορίστων με τους ντόπιους για την αποφυγή προβλημάτων που θα μπορούσαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους.

Nόμος και τάξη

Το κλίμα σχετικής ελευθερίας που απολάμβαναν οι εκτοπισμένοι άρχισε να αλλάζει, καθώς ο Εμφύλιος Πόλεμος έμπαινε στην πιο σκληρή φάση του. Λίγες μέρες μετά την ανακήρυξη της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας τα Χριστούγεννα του 1947, η κυβέρνηση αποφάσισε να αποκαταστήσει «τον νόμο και την τάξη» στους τόπους εξορίας. Ο αναγκαστικός νόμος 511 της 31ης Δεκεμβρίου 1947 προέβλεπε τη μετατροπή των στρατοπέδων των εξορίστων σε στρατόπεδα «πειθαρχημένης διαβίωσης» και έθεσε μία σειρά περιορισμών στη ζωή και τις δραστηριότητες των εξορίστων. Μέχρι τότε ο ρόλος της χωροφυλακής, η οποία ήταν αρμόδια για την επιτήρηση των εκτοπισμένων, ουσιαστικά περιοριζόταν στο να λογοκρίνει τις επιστολές, να ελέγχει τα δέματα που έφταναν και να καταμετρά τους εκτοπισμένους. Με τον νέο νόμο η χωροφυλακή είχε δικαίωμα, μεταξύ άλλων, να επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας στους εκτοπισμένους, να κλείσει λέσχες και συλλόγους, να απαγορεύσει την κυκλοφορία εντύπων, να διενεργεί κατ' οίκον έρευνες οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα και «να καθορίζη το ανώτατον όριον του χρηματικού ποσού όπερ έκαστος των εις εκτόπισιν διατελούντων δικαιούται να κατέχη». Σχολεία και λέσχες έκλεισαν, οι γυναίκες μεταφέρθηκαν σε διαφορετικά νησιά, οι απειλές και τα κρούσματα αυθαιρεσίας από την πλευρά της χωροφυλακής αυξήθηκαν. Όλα έμοιαζαν να προετοιμάζουν τους εξόριστους για το χειρότερο...

Στη Μακρόνησο

Σταδιακά και επιλεκτικά στην αρχή, οι εκτοπισμένοι μεταφέρονταν στα στρατόπεδα της Μακρονήσου, όπου επικρατούσαν τελείως διαφορετικές συνθήκες. Οι πρώτοι που είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο ήταν εκτοπισμένοι αξιωματικοί του στρατού που στη διάρκεια της κατοχής είχαν ενταχθεί στις τάξεις του ΕΛΑΣ. Αυτοί μεταφέρονται από τη Σαντορίνη στη Μακρόνησο τον Σεπτέμβριο του 1947 και αποτελούν το Γ΄ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών. Τον Νοέμβριο του 1948, δημιουργείται το «Δ΄ Τάγμα», στο βόρειο άκρο του νησιού, όπου αρχίζουν να συγκεντρώνονται πολιτικοί εξόριστοι. Στα τέλη Φεβρουαρίου 1949 οι εξόριστοι που βρίσκονται στη Μακρόνησο είναι περίπου 4.000 - ενώ παράλληλα σε αυτούς είχαν προστεθεί και οι παραπάνω από δύο χιλιάδες «προληπτικώς συλληφθέντες» από τις επιχειρήσεις του στρατού στην Πελοπόννησο. Η μεταφορά των εξορίστων από τους διάφορους τόπους εξορίας στη Μακρόνησο θα συνεχιστεί καθ' όλη τη διάρκεια του 1949 με αποτέλεσμα το «Δ΄ Τάγμα» το καλοκαίρι του 1949 να φθάσει να αριθμεί 10.000 εξορίστους.

Το στρατόπεδο της Μακρονήσου το 1949
Η τομή στην ζωή των εξορίστων στη Μακρόνησο θα έλθει τον Νοέμβριο του 1949, όταν θα αποφασιστεί η ένταξή τους στο Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών-Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Ιδιωτών. Η απόφαση αυτή συνδέεται με την ίδρυση του Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου τον Οκτώβριο του 1949, που ερχόταν να νομιμοποιήσει ετεροχρονισμένα στρατόπεδα που λειτουργούσαν ήδη από το 1947 και να επιτρέψει την «αναμόρφωση» πολιτών από τον στρατό. Όσον αφορά την ίδια την «αναμόρφωση», οι μέθοδοι δεν διέφεραν κατά πολύ από αυτές που είχαν εφαρμοστεί στους «ύποπτους» στρατιώτες που είχαν συγκεντρωθεί στη Μακρόνησο στην πρώτη φάση λειτουργίας των στρατοπέδων. Οι αποστολές εξορίστων στο Β΄ Τάγμα θα γίνουν μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 1949 σε ένα κλίμα απίστευτης βίας, ξυλοδαρμών, απειλών και εξευτελισμών. Τεκμήριο της διάθεσης των εξορίστων να «αναμορφωθούν» ήταν η πρόθεσή τους να υπογράψουν «δηλώσεις μετανοίας» και κάτω από συνθήκες φυσικής ή και ψυχολογικής βίας, οι περισσότεροι εξόριστοι υπέγραψαν. Οι λίγες εκατοντάδες που αρνήθηκαν να υπογράψουν, απομακρύνθηκαν από τους «ανανήψαντες» και μεταφέρθηκαν σε «σύρματα» (καταυλισμοί περιφραγμένοι με συρματόπλεγμα), όπου υποβλήθηκαν συστηματικά σε βασανιστήρια και εξοντωτικές αγγαρείες. Τον Ιανουάριο του 1950 μεταφέρθηκαν και οι γυναίκες εξόριστες από το Τρίκερι στη Μακρόνησο και εγκαταστάθηκαν στο Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών που ανήκε στη δικαιοδοσία του Α΄ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. Κάτω από παρόμοιες συνθήκες βίας (ιδιαίτερα ψυχολογικής), οι γυναίκες θα χωριστούν σε «ανανήψασες» και αμετανόητες.

Kατάργηση

Παρά την αίγλη που η κυβέρνηση προσπαθούσε να δώσει στη Μακρόνησο όσον αφορά την επιτυχία στην «αναμόρφωση» των πολιτικών αντιπάλων, το εγχείρημα αποδείχθηκε ότι δεν είχε πολύ μέλλον. Το πλήθος των καταγγελιών στον Tύπο για τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μακρόνησο έφερναν την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Η ίδια η επιτυχία της «αναμόρφωσης» διαψευδόταν μερικές φορές από τα γεγονότα, όπως στις εκλογές του 1950 όπου η πλειονότητα των πολιτικών εξορίστων ψήφισε υπέρ της Δημοκρατικής Παράταξης που υποστηριζόταν από την Αριστερά. Η νέα, μετριοπαθής κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα, αντιπροσωπεύοντας τις δυνάμεις που ήθελαν μία σταδιακή επιστροφή σε κάποιου τύπου πολιτική ομαλότητα μετά την οριστική ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, τον Μάιο του 1950 αποφάσισε την κατάργηση των στρατοπέδων για πολίτες στη Μακρόνησο. Η Μακρόνησος κηλίδωνε την εικόνα μίας χώρας η οποία ήθελε να ανήκει στο στρατόπεδο του «Ελεύθερου Κόσμου». Το καλοκαίρι του 1950 2.815 άνδρες εξόριστοι μεταφέρθηκαν στον Άγιο Ευστράτιο και 532 γυναίκες στο Τρίκερι. Πολλοί θα παραμείνουν στην εξορία για αρκετά χρόνια, ενώ άλλοι θα εκτοπιστούν τα επόμενα χρόνια (1.772 πολίτες θα εκτοπιστούν μεταξύ 1952 και 1967), αλλά η περίοδος των μαζικών εκτοπίσεων και της βαρβαρότητας της Μακρονήσου είχε παρέλθει.

Αναδημοσίευση από http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_16/11/2003_1281063

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου