Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 1940 Από το λόγο του κατοχικού κράτους στη μετανεωτερική ιστοριογραφία


Σελίδες: 440 (Επ.) ΔΑΛΚΑΒΟΥΚΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ,
ΠΑΣΧΑΛΟΥΔΗ ΕΛΕΝΗ, ΣΚΟΥΛΙΔΑΣ ΗΛΙΑΣ, ΤΣΕΚΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Την προβληματική σχετικά με τη λειτουργία του «λόγου» σε όλα τα επίπεδα της ιστοριογραφικής αφήγησης επιχειρούν να εξειδικεύσουν και να επεξεργαστούν τα δοκίμια αυτού του τόμου, με αφορμή τους «λόγους» που διατυπώθηκαν  -και εξακολουθούν  να διατυπώνονται- για την κομβικής σημασίας δεκαετία του 1940.

Ερευνάται ο ιστορικός ρόλος της αφήγησης στα γεγονότα του ελληνικού εμφυλίου, τόσο στη βάση της φυσικής διαδοχής των γεγονότων, όσο και της χρονικής περιόδου όπου εντάσσεται η αφήγηση αυτή.

Το κομβικό σημείο για την κατανόηση της αφήγησης ως διαδικασίας είναι η αποκρυπτογράφηση της έννοιας του «λόγου». Ως «λόγος» δε νοείται απλώς η διατύπωση της ομιλίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα «σώμα γνώσεων» και επιπλέον ένα «σύστημα στρατηγικών επικοινωνίας», με τις οποίες οι φορείς αυτής της ομιλίας ασκούν εξουσία. Στη βάση αυτή, όμως, ο «λόγος» χάνει την «αντικειμενικότητά» του, χάνει δηλαδή τη δυνατότητα να περιγράψει την πραγματικότητα αδιαμεσολάβητη, καθώς διατυπώνεται «υποκειμενικά».

Η ιστοριογραφία ως επιστημονική δραστηριότητα δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία της αφήγησης. Είτε πρόκειται για έντυπο αρχειακό υλικό διπλωματικών ή άλλων κρατικών υπηρεσιών, είτε για υλικό που προέρχεται από άλλους επίσημους κοινωνικούς φορείς, είτε ακόμη για υλικό προφορικό, αυτό συγκροτείται ως αφήγηση μέσω των «λόγων» που διατυπώνουν τα κοινωνικά υποκείμενα. Η ιστοριογραφική αφήγηση, επομένως, είναι δέσμια μιας σειράς διαμεσολαβήσεων που προέρχονται αφενός από το ίδιο το «εμπειρικό της υλικό», αφετέρου από την οπτική γωνία θέασης του ιστορικού.

Υπό αυτό το πρίσμα η παρούσα μελέτη εμπλουτίζει τη συζήτηση για ένα θέμα που, 70 χρόνια μετά, εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις όσον αφορά τα γεγονότα της χρονικής αυτής περιόδου,  προσφέροντας στο αναγνωστικό κοινό μια πλούσια πηγή αναζήτησης και προβληματισμού.

.............................................................................................................................................................

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος 11

Εισαγωγή 23
Ενότητα 1
Το διακύβευµα της Κατοχής: «λόγοι» και αντίλογοι µιας ρευστής εξουσίας 43
Αργύρης Μαµαρέλης
Ερευνώντας έναν εχθρό που δεν υπήρξε. Η στάση της µουσουλµανικής µειονότητας της Θράκης κατά τη βουλγαρική κατοχή 1941-1944 45
Βασίλης Ριτζαλέος
Η εβραϊκή κοινότητα Καβάλας στον έλεγχο των Βουλγαρικών Αρχών Κατοχής: οργάνωση, εκµετάλλευση, διάλυση (1942-1944)  69
Αντώνης Κλάψης
Η βρετανική πολιτική και το ελληνικό αντιστασιακό κίνηµα: η αποστολή της SOE στην Ελλάδα (1943-1944) 91
Μενέλαος Χαραλαµπίδης
Πτυχές της εµφύλιας σύγκρουσης στην κατοχική Αθήνα  109

Ενότητα 2 
∆ιερευνώντας τους «λόγους» του εµφυλιακού κράτους 133
Ιωάννης Κ. Φίλανδρος 
Κοινοβουλευτικός λόγος στην «ξεχασµένη Βουλή» και Εµφύλιος (1946-1949). Ο Π. Κανελλόπουλος και το Εθνικό Ενωτικό Κόµµα  135
Γεώργιος Νιάρχος 
Πολιτικές προσέγγισης της ελληνικής πολιτείας απέναντι στη µουσουλµανική µειονότητα της Θράκης κατά τον Εµφύλιο πόλεµο 1946-49 159
Βασιλική Λάζου 
Oι δηµόσιες τελετές και η πολιτική τους σηµασία στην πόλη της Λαµίας κατά τη διάρκεια του Εµφυλίου πολέµου: το παράδειγµα της διαπόµπευσης αιχµαλώτων 179
Πέτρος Παπαπολυβίου 
Αρχειακά κατάλοιπα του «Εθνικού Αγροτικού Κόµµατος Χιτών» Νοµού Θεσσαλονίκης (1948-1954). Μια πρώτη παρουσίαση 193

Ενότητα 3 
Αφηγήσεις από τη σκοπιά του µετεµφυλιακού κράτους  211
Peter Siani-Davies & Στέφανοs Κατσίκας 
Ο Καπνικός Νόµος του 1953: πολιτικό µέτρο αποµάκρυνσης της κοµµουνιστικής απειλής από ένα εργατικό δυναµικό µε έντονη συνδικαλιστική δράση; 213
Χρύσα Γιαννοπούλου & Θοδωρής Κούρος 
Τοπία άµυνας απέναντι σε ένα «διπλό εχθρό». Μνηµεία του στρατού για τη δεκαετία του 1940 στην περιοχή της Κόνιτσας 229
Γιώργος Ανδρίτσος 
Η Κατοχή και η Αντίσταση στις ελληνικές ταινίες µυθοπλασίας µεγάλου µήκους από το 1967 µέχρι το 1974 243
Βασίλης ∆αλκαβούκης & Αριάδνη Αντωνιάδου
Ανάµεσα σε δύο πολέµους. Επίσηµη και ανεπίσηµη µνήµη της δεκαετίας του 1940 σε µια ορεινή κοινότητα της Βόρειας Πίνδου 265

Ενότητα 4 
Όψεις από τις αφηγήσεις των ηττηµένων του Εµφυλίου 283
Κώστας Τσίβος 
Από το ΝΟΦ στην Ήλιντεν και µετά στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο. Η περίπτωση των Σλαβοµακεδόνων προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας 285
Κατερίνα Τσέκου 
Επιλεκτικές µνήµες – επιλεκτικές αφηγήσεις: η διαγενεακή µνήµη για τις βουλγαρικές κατοχές στους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στη «Λαϊκή ∆ηµοκρατία της Βουλγαρίας»  297
Παναγιώτης Π. Σπυρόπουλος 
Ο θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου: τόποι και τρόποι µιας κινηµατογραφικής µαρτυρίας  321

Ενότητα 5 
Αποδοµώντας τις αφηγήσεις για τη δεκαετία του 1940: η µετανεωτερική ιστοριογραφία και τα όριά της 335
Ελένη Πασχαλούδη  
Ο εµφύλιος πόλεµος στις εθνικές αφηγήσεις: Η ενσωµάτωση των εµφυλίων στον επετειακό χάρτη των ΗΠΑ, της Ισπανίας και της Ελλάδας 337
Λουκιανός Χασιώτης
H πολιτική για τα παιδιά στον ισπανικό και τον ελληνικό εµφύλιο πόλεµο: ένας ιστορικός παραλληλισµός  363
Ηλίας Γ. Σκουλίδας
«Η δύσκολη γειτονία;»: Ελλάδα και Αλβανία στη δεκαετία του 1940. Μία ιστοριογραφική προσέγγιση 379
Βαγγέλης Τζούκας 
«Ο Εµφύλιος µέσα τους». Σύγχρονες ερµηνείες για τη δεκαετία 1940-1950 και πολιτικές διαµάχες στην ελληνική µετανεωτερικότητα 399

Eυρετήριο ονοµάτων 417

Eυρετήριο όρων 427

Eυρετήριο τοπωνυµίων 431

.............................................................................................................................................................

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Πέρασαν κιόλας δώδεκα χρόνια! Ήταν το 1999, πενήντα χρόνια από το τέλος του  εµφυλίου πολέµου, όταν µια µικρή «παρέα» µελετητών της δεκαετίας του ΄40 αποφασίσαµε να ιδρύσουµε αυτό που στη συνέχεια ονοµάστηκε ∆ίκτυο για τη Μελέτη των Εµφυλίων Πολέµων και, είτε µας αρέσει να το λέµε είτε όχι, προκάλεσε µε την ερευνητική ατζέντα, τα συνέδρια και τη γενικότερη παρουσία του µια αναστάτωση στα µέχρι τότε µάλλον ήρεµα νερά της κοινότητας των ιστορικών που ειδικεύονταν στην περίοδο.

Για την ιστορία, η αρχική αυτή παρέα ήταν ο πολιτικός επιστήµονας Στάθης  Καλύβας, τότε επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήµιο της Νέας Υόρκης (NYU),  ο ιστορικός Γιώργος Αντωνίου, τότε υποψήφιος διδάκτορας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστηµιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας (ΕUI) και εγώ, που µόλις µερικούς µήνες νωρίτερα είχα εκλεγεί λέκτορας πολιτικής επιστήµης στο Πανεπιστήµιο Μακεδονίας. Τον Στάθη τον γνώρισα το 1997. Μας είχε φέρει σε επαφή ο Ηλίας Νικολακόπουλος, ο οποίος γνώριζε τους ερευνητικούς προσανατολισµούς µας εκείνη την περίοδο. Παρά τις µετέπειτα διαφορετικές οπτικές και δηµόσιες αντιπαραθέσεις µας (µε τον Η. Νικολακόπουλο εννοώ) κάτι µου λέει µέσα µου πως δεν το έχει µετανιώσει. Η επαφή µας εξελίχθηκε ταχύτατα σε φιλία και στενή συνεργασία. Από τον Στάθη γνώρισα τον Γιώργο Αντωνίου. ∆εν θυµάµαι πια ακριβώς πότε και πού. Θυµάµαι καλά, όµως, πως για να οργανώσουµε την πρώτη συνάντηση του ∆ικτύου στη Θεσσαλονίκη ψάχναµε µε τον Γιώργο τις ταχυδροµικές διευθύνσεις ανθρώπων που µελετούσαν την περίοδο και στη συνέχεια τους ταχυδροµούσαµε µια προσωπική πρόσκληση. Μας είχε πάρει µέρες εκείνη η δουλειά, γιατί δεν ήταν διόλου εύκολο να βρεις όλο εκείνο τον κόσµο. Όλο αυτό µοιάζει µε προϊστορία της επιστήµης σήµερα, αλλά έτσι έγινε τότε. Στη συνέχεια προστέθηκε η Έφη Βουτυρά κοινωνική ανθρωπολόγος αναπληρώτρια καθηγήτρια στο ίδιο πανεπιστήµιο µε µένα. Το κέντρο των πρώτων συζητήσεων µας υπήρξε η Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη, εξάλλου, παρέµεινε για το ∆ίκτυο κάτι σαν την άτυπη του έδρα, έστω και αν λίγα συνέδρια και επίσηµες συναντήσεις του πραγµατοποιήθηκαν στην πόλη.

Ο νονός της συλλογικής αυτής προσπάθειας είµαι εγώ. Έδωσα το όνοµα βιαστικά ένα πρωινό του 2000, όταν µου το ζήτησαν από το ΕΛΙΑ, προκειµένου να  χρηµατοδοτήσουν το δεύτερο συνέδριο µας στο Τσοτύλι. Αυτή η πρώτη χρηµατοδότηση υπήρξε, εκτός από ζωογόνος, και η πρώτη επίσηµη αναγνώριση του νέου επιστηµονικού φορέα. Κρίνοντας από το γεγονός πως η φήµη του ∆ικτύου, όπως συνοπτικά το αποκαλούµε, διαδόθηκε µε µεγάλη ταχύτητα και κατάφερε να σηµατοδοτήσει µια ολόκληρη επιστηµονική προσπάθεια, ένα ρεύµα κατά µερικούς άλλους, πρέπει να παραδεχτώ χωρίς κανένα ίχνος µετριοφροσύνης πως τελικά δεν ήταν και τόσο κακή η ιδέα µου.

Μια σειρά από διαπιστώσεις και ανάγκες µας ώθησαν στη δηµιουργία του  ∆ικτύου. Καταρχήν, ο εµφύλιος σταδιακά καταλάµβανε µεγαλύτερο χώρο στα ενδιαφέροντα των ερευνητών. Στο «επετειακό» 1999 τρία συνέδρια, το πρώτο στο Λονδίνο, το δεύτερο στο Καρπενήσι και τέλος το τρίτο, και µάλλον σηµαντικότερο, στην Αθήνα, αφιέρωσαν τις εργασίες τους στον εµφύλιο πόλεµο 1. Αρκετές από τις εργασίες προχωρούσαν αρκετά πέρα από τα συνηθισµένα. Η Αντίσταση  ξαναπλεκόταν µε τον Εµφύλιο, το έθνος µε τις µειονότητες, το τοπικό µε το εθνικό και το διεθνές, ο δοσιλογισµός µε την εσωτερική πολιτική και τις εµφύλιες συγκρούσεις. Η έρευνα για την περίοδο της δεκαετίας του ΄40 υποσχόταν πολλά.

Επιπλέον,  ήταν  εµφανής,  τουλάχιστον  σε  εµάς  τους  νεότερους,  η  «δηµογραφική» έκρηξη που είχε προκληθεί. Εντυπωσιακός αριθµός νέων ιστορικών, µεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων ως επί το πλείστον, «συνωστίζονταν» στους πρόσφατα ανοιγµένους φακέλους των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ), των δικαστηρίων, του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών και άλλων οργανωµένων αρχείων αναζητώντας νέα στοιχεία για τα υπό µελέτη γεγονότα.

Η κατάσταση αυτή, αν και ελπιδοφόρα, παρουσίαζε µια σειρά από προβλήµατα. Οι «παλιοί» καθηγητές βρίσκονταν κοντύτερα στο πρότυπο του µοναχικού ερευνητή. Εργάζονταν πάνω σε ένα ερευνητικό πλάνο διαµορφωµένο αποκλειστικά από αυτούς, µε πολύ µικρή συµβολή της υπόλοιπης κοινότητας. Η αξία του έργου ήταν αποκλειστικά συνδεδεµένη µε την προσωπική αξία, την υποδοµή, το µεράκι, το πείσµα, τη φαντασία και τις όποιες προσωπικές οικονοµικές δυνατότητες του ίδιου του ιστορικού. Έτσι γινόταν για πολλές δεκαετίες στην επιστηµονική ιστορική κοινότητα, έτσι µάθαιναν και οι νεότερες γενιές πως θα έπρεπε να γίνεται. Θυµάµαι,
πριν από χρόνια, µια υποψήφια διδάκτορα να µου εξοµολογείται πως είδε στο όνειρο της πως ανακάλυψε ένα µπαούλο µε ένα άγνωστο ως τότε αρχείο. ∆εν ήταν τυχαίο. Ο ιστορικός στη συνείδηση πολλών φαίνεται πως ήταν κοντύτερα στην εικόνα ενός Ιντιάνα Τζόουνς παρά σε µια συλλογική προσπάθεια ανάλογη µε αυτή που βλέπουµε στους  συναδέλφους µας από τις θετικές επιστήµες.

Η παράδοση αυτή δηµιουργούσε την εξής συνθήκη: κάθε καθηγητής είχε έναν αριθµό υποψήφιων διδακτόρων που επέβλεπε, αλλά αυτοί δεν είχαν συνολική εικόνα της γενικότερης έρευνας. Ο καθένας τους γνώριζε µόνο τον καθηγητή του και το πολύ πολύ και έναν δυο ακόµη συναδέλφους-φίλους του. Αγνοούσε τα ευρήµατα και τα πορίσµατα άλλων εν προόδω αδηµοσίευτων εργασιών. Σπανίως, επίσης δηµοσιοποιούσε τα δικά του (σε συνέδρια ή άλλα φόρουµ), άλλοτε από προσωπική αναστολή και έλλειψη ενθάρρυνσης από τον επιβλέποντα, συχνά επίσης από φόβο µήπως του «κλέψουν» οι άλλοι τα πορίσµατα που δεν ήταν τα τελικά και δηµοσίως πιστοποιηµένα, όπως αυτό προέκυπτε από την υποστήριξη της διατριβής! Τότε ανακάλυψα πως οι ιστορικοί µετατρέπονταν µε τα χρόνια άθελα τους σε βαθιά καχύποπτους ανθρώπους. Η επίπτωση στον κόπο και στην ποιότητα των εργασιών ανεκτίµητη. Πόσες φορές κάποιος νέος επιστήµονας αναζητούσε για καιρό ένα έγγραφο αγνοώντας πως ίσως λίγα τετράγωνα παρακάτω είχε ήδη εντοπιστεί από έναν άλλο συνάδελφο του;

Παρά τις κάποιες αξιόλογες προσπάθειες που άρχισαν τότε στη δεκαετία του ΄90 µε στόχο να συνευρεθούν σε σεµινάρια νέοι επιστήµονες ή να οργανωθεί µε περισσότερο συλλογικό τρόπο η έρευνα (έχω για παράδειγµα στο µυαλό µου τη σηµαντική λειτουργία της οµάδας προφορικής ιστορίας που οργάνωσε το ΕΚΚΕ και η οποία έφερε σε επαφή και κοινή δράση αρκετούς νέους επιστήµονες), τα αποτελέσµατα, τουλάχιστον σε ό,τι είχε  να κάνει µε τη µελέτη της Κατοχής και
του Εµφυλίου δεν ήταν σπουδαία.

Όλα αυτά είχαν ένα ακόµη ελάττωµα. Ήταν εντονότατα «εθνοκεντρικά». Η επαφή των εν Ελλάδι διαµενόντων νέων ερευνητών µε αυτούς στο εξωτερικό ήταν ασθενική και ο διάλογος υποτυπώδης. Αυτό είχε την εξής συνέπεια: Να παρουσιάζονται τα γεγονότα και οι καταστάσεις της δεκαετίας του ΄40 εντελώς ξεκοµµένα από ένα ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο και µακριά από κάθε συγκριτική οπτική.

Η «δηµογραφική έκρηξη» στην οποία αναφέρθηκα προηγουµένως είχε ένα ακόµη χαρακτηριστικό που στην αρχή πέρασε απαρατήρητο ή αντιµετωπίστηκε µε επιφυλάξεις από ένα τµήµα της παραδοσιακής ιστορικής κοινότητας. Πολλοί από τους νέους ερευνητές δεν ήταν ιστορικοί. Προέρχονταν από άλλες κοινωνικές επιστήµες: κοινωνιολογία, κοινωνική ανθρωπολογία, κοινωνική ψυχολογία, πολιτική επιστήµη. Αυτή η διεπιστηµονικότητα αναµφίβολα αναζωογόνησε το πεδίο, καθώς εµπλούτισε τη βιβλιογραφία µε έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Παρουσίασε
όµως αρκετά προβλήµατα, ιδιαίτερα στην πρώτη φάση. Λόγω της «αποµόνωσης» αρκετά συχνά δηµιουργήθηκαν µεθοδολογικές και εννοιολογικές παρεξηγήσεις. Εννοιολογικές κατηγορίες χρησιµοποιήθηκαν µε πρόχειρο ή επιπόλαιο τρόπο, ενώ τα εργαλεία της µιας επιστήµης δύσκολα γίνονταν αντιληπτά από µιαν άλλη. Από τις πλέον χαρακτηριστικές παρεξηγήσεις, η αντιπαράθεση ανάµεσα στην «ιστορία των γραπτών πηγών» και την «προφορική ιστορία», αντιπαράθεση που µερικές φορές υπήρξε εντελώς ανούσια ή, καλύτερα, εκφράστηκε µε άγονους όρους. Άλλο δυσεπίλυτο θέµα η σχέση ανάµεσα στις ποσοτικές και στις ποιοτικές µεθόδους και η δυνατότητα συνδυασµού των δύο.

Η ίδρυση, λοιπόν, του ∆ικτύου για τη Μελέτη των Εµφυλίων Πολέµων προέκυψε ως απότοκος αυτών των παρατηρήσεων. Όπως µάλιστα γράφτηκε στην «καταστατική» µας διακήρυξη, στόχος του ∆ικτύου ήταν:

      • Η ενίσχυση του διαλόγου και της συνεργασίας ανάµεσα σε νέους (ιδιαίτερα υποψήφιους διδάκτορες)
         αλλά και σε πιο έµπειρους ερευνητές.
      • Η προώθηση του διαλόγου και της συνεργασίας ανάµεσα σε Έλληνες και αλλοδαπούς                             
        επιστήµονες που εργάζονται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
      • Η ανάπτυξη της διεπιστηµονικής προσέγγιση
      • Η διευκόλυνση του εντοπισµού και της χρήσης πηγών και αρχειακού υλικού µέσω
        αµοιβαίας πληροφόρησης για θέµατα αρχείων καθώς και της δηµιουργίας βάσης δεδοµένων.


Ιδιαίτερης σηµασίας για την επίτευξη του στόχου της επικοινωνίας µεταξύ των ατόµων ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής και επιστηµονικής θέσης, αποδείχτηκε η γνωστή πλέον σε πολλούς «ηλεκτρονική λίστα» (eui-civilwar@list.cineca.it). Η λίστα, που ξεκίνησε µε περίπου 30 µέλη, και βρέθηκε να φιλοξενεί µερικές εκατοντάδες άτοµα, έγινε γνωστή για τις ζωηρές αντιπαραθέσεις που έγιναν µέσα σε αυτή (µερικές φορές τους άγριους και εντελώς άχρηστους καυγάδες), αλλά υπήρξε πολύ περισσότερο χρήσιµη ως χώρος επαφής ανθρώπων µε κοινά ερευνητικά ενδιαφέροντα, ως πεδίο ανταλλαγής προβληµατισµών, πληροφοριών, σκέψεων και σχεδίων. Για τους παραπάνω λόγους, η λίστα, παρά τις δυσλειτουργίες της παραµένει για πολλούς, ιδιαίτερα για τους νεότερους στον χώρο, ένα απαραίτητο µέσο επικοινωνίας, ένα ιδιαίτερα χρήσιµο εργαλείο.

Όλα αυτά τα χρόνια το ∆ίκτυο οργάνωσε περίπου δεκαπέντε συνέδρια και επιστηµονικές συναντήσεις στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Βόλο, Ζαγόρια, Σαµοθράκη, Πρέβεζα, Αίγινα, Καστοριά, Καβάλα, Κοµοτηνή) και στο εξωτερικό (Φλωρεντία, Γέιλ, Πράγα) που επικεντρώθηκαν σε θέµατα εµφυλίων πολέµων. Χαρακτηριστικό αυτών των συνεδρίων, η συνύπαρξη διαφορετικών επιστηµονικών και µεθοδολογικών παραδόσεων καθώς και διαφορετικών γενιών ερευνητών. Το  ∆ίκτυο υπήρξε αναµφίβολα τοµή στα ζητήµατα της µελέτης του εµφυλίου πολέµου, όχι µόνο γιατί µέσω της δυναµικής που ανέπτυξε έφερε σε οριζόντια επαφή και σχέση µεταξύ τους εκατοντάδες επιστήµονες διαφορετικών γενιών, αλλά επιπλέον γιατί η θεµατολογία του έσπασε ταµπού δεκαετιών στην επιστηµονική έρευνα. Αυτό επιτεύχθηκε σε µεγάλο βαθµό λόγω της ηλικιακής φρεσκάδας και της αντιγραφειοκρατικής συλλογικότητας που επικράτησε στο ∆ίκτυο και είχε το χαρακτηριστικό να ενισχύει κάθε ερευνητική πρωτοβουλία απ’ όπου κι αν αυτή προερχόταν.

Το ∆ίκτυο προσπάθησε, και σε µεγάλο βαθµό κατάφερε, να συντονίσει και να αναδείξει τις νέες κατευθύνσεις της έρευνας, τα νέα εργαλεία και τα νέα ερωτήµατα που αναδείχθηκαν µαζί µε µια νεότερη γενιά ερευνητών. Για παράδειγµα, ένα από  τα  βασικά  κενά    πολλών  προηγούµενων προσεγγίσεων υπήρξε η αδυναµία τους να κατανοήσουν πώς οι απλοί άνθρωποι έδρασαν µέσα στη δίνη των γεγονότων. Η αποκλειστική επικέντρωσή τους στη δράση και στον λόγο των πολιτικών ελίτ, παρόλο που υπήρξε ιδιαίτερα χρήσιµη για την κατανόηση κάποιων πτυχών της ιστορικής πραγµατικότητας, συνέβαλε στην παραγωγή µιας ιστορίας των πολιτικών ηγεσιών, υποβαθµίζοντας το πώς οι υπόλοιποι επιβίωσαν µέσα στις συνθήκες της εποχής. Ένα κοινό χαρακτηριστικό, λοιπόν, των νέων ερευνών υπήρξε η στροφή στο µαζικό επίπεδο. Χρησιµοποιώντας διεπιστηµονικά µεθοδολογικά  εργαλεία  οι  νέες  έρευνες    έδωσαν έµφαση είτε στην ανάλυση των πολιτικών και κοινωνικών δυναµικών που διαµορφώνονται στο τοπικό επίπεδο είτε στην εξέταση θεµάτων όπως οι µειονότητες και οι εθνοτικές οµάδες, τα παιδιά, οι γυναίκες, οι πολιτικοί κρατούµενοι κ.ά. Ιδιαίτερη έµφαση δόθηκε επίσης σε φαινόµενα όπως ο λόγος, η µνήµη, η αναπαράσταση των γεγονότων. Σε αντίθεση επίσης µε τις προηγούµενες ερευνητικές γενιές, το υποκείµενο και το υποκειµενικό δεν αφοµοιώθηκε µέσα στο συλλογικό, αλλά το υποκειµενικό εξετάστηκε άλλοτε συµπληρωµατικά και άλλοτε αντιθετικά µε τις συλλογικές ταυτότητες µέσα στις οποίες θεωρούνταν ενταγµένο.

Η στάση της ιστορικής κοινότητας απέναντι στο  ∆ίκτυο υπήρξε αµφίθυµη. Από τη µια, ένα τµήµα των µεγαλύτερων σε ηλικία ιστορικών αντιµετώπισε το ∆ίκτυο µε επιφύλαξη που σε κάποιες περιπτώσεις έφτασε στην ανοιχτή ρήξη και την πολεµική. ∆ιάφοροι παράγοντες επέδρασαν προς αυτή την κατεύθυνση. Θα µπορούσαµε να ταξινοµήσουµε τις κριτικές και τις επιθέσεις σε τρεις κατηγορίες: α) αυτές που µπορούν να ονοµαστούν µεθοδολογικού και επιστηµολογικού χαρακτήρα (π.χ. κριτική στη «µικρο»προσέγγιση και στη διεπιστηµονικότητα ή κριτική στον υποτιθέµενο ή πραγµατικό µεταµοντερνισµό), β) αυτές που µπορούν να χαρακτηριστούν ως «συντεχνιακού» χαρακτήρα (αµφισβήτηση του δικαιώµατος των µη ιστορικών να ασχοληθούν µε την περίοδο), και γ) αυτές που έχουν ιδεολογικό και πολιτικό χαρακτήρα (κατηγορία για αντικοµµουνισµό, για επαναφορά του ψυχρού πολέµου, για αποϊδεολογικοποίηση, για ηθικό σχετικισµό κ.ά.). Στην τελευταία κατηγορία εντάσσεται και η πλειονότητα των κριτικών, δείγµα αφενός του αυξηµένου πολιτικού ενδιαφέροντος για την Ιστορία και αφετέρου της έλλειψης επαρκούς αυτονοµίας της ιστορικής επιστήµης από την πολιτική ζωή στην Ελλάδα. Στην πραγµατικότητα, µάλιστα, αρκετές από τις κριτικές που ανήκουν στις άλλες δύο κατηγορίες εκπορεύονται από ιδεολογικές και πολιτικές αφετηρίες. Είναι προφανές πως αρκετές από τις κριτικές  εκπορεύονται από τη βαθιά ανησυχία, µήπως τα νέα πορίσµατα επιβεβαιώσουν «τον ιδεολογικό αντίπαλο». Το αποτέλεσµα αυτής της ανασφάλειας από την πλευρά µιας συγκεκριµένης ιδεολογικής πτέρυγας ήταν να φαντασιωθούν µια «τζιχάντ», έναν ιερό πόλεµο. Στο µυαλό τους, εφόσον χάθηκε ο εµφύλιος στα όπλα, δεν θα  έπρεπε  µε  κανένα  τρόπο  να  χαθεί και στα γραπτά των ιστορικών και στα αµφιθέατρα των πανεπιστηµίων. Η εντελώς στείρα αυτή λογική οδήγησε στην παραγωγή ενός ατελείωτου καταλόγου λίβελων εναντίον  του «νέου κύµατος», του «∆ικτύου», του «αναθεωρητισµού» κλπ. Ο Στάθης Καλύβας που είναι πολύ περισσότερο συστηµατικός από µένα δηµιούργησε  µε µπόλικη δόση χιούµορ ένα «ευρετήριο» υβριστικών και επικριτικών όρων που χρησιµοποιήθηκαν εναντίον µας. Κάποια µέρα θα τον δηµοσιεύσουµε.

Από την άλλη, όµως, το ∆ίκτυο έγινε δεκτό από τη νεότερη γενιά επιστηµόνων µε µια αναπάντεχη θέρµη. Λυπάµαι που δεν µπορώ να αποτυπώσω µε ακρίβεια και να ταξινοµήσω τις εκατοντάδες των ανακοινώσεων στα συνέδρια του δικτύου. Πρόκειται για µια εργασία που οφείλουµε να κάνουµε όχι µόνο για λόγους «ιστορικούς», αλλά και για κάτι πολύ ουσιαστικότερο: για να κατανοήσουµε τις γενικές τάσεις και εξελίξεις στην έρευνα για τον ελληνικό εµφύλιο πόλεµο, έτσι όπως αυτές διαµορφώθηκαν όλα τα προηγούµενα χρόνια µέσα από την παρουσία νέων κυρίως ερευνητών. Προκειµένου να εξαχθούν κάποια συµπεράσµατα αποφάσισα, τουλάχιστον, να αξιοποιήσω και να ταξινοµήσω τις συλλογικές εκδόσεις που προέκυψαν από τα συνέδρια του ∆ικτύου (στο τέλος του προλόγου υπάρχει ο πλήρης κατάλογος των ονοµάτων και των θεµάτων δηµοσίευσής τους καθώς και ο αριθµός των παρουσιών τους στα βιβλία αυτά) 2.Από τη βασική ταξινόµηση των συγγραφέων προκύπτουν τα εξής:

    1. Ο αριθµός των ερευνητών (107) που δηµοσίευσαν άρθρα βασισµένα σε ανακοινώσεις που έκαναν σε συνέδριο του ∆ικτύου είναι αναµφίβολα εντυπωσιακός.
    
    2. Ο κατάλογος αυτός των 107 επιστηµόνων περιλαµβάνει από διεθνούς κύρους επιστήµονες  καθηγητές σε σηµαντικά πανεπιστήµια του εξωτερικού (Danforth, Καλύβας, Mazower κ.ά.) µέχρι    µεταπτυχιακούς φοιτητές. Η οριζόντια επικοινωνία ανάµεσα στους «ώριµους» και στους νεότερους
επιστήµονες υπήρξε πραγµατικά ένα από τα θετικότερα στοιχεία των συναντήσεων και της επιστηµονικής δράσης του ∆ικτύου.

    3. Οι συγγραφείς καλύπτουν ένα µεγάλο φάσµα επιστηµονικών πεδίων.Υπό αυτή την έννοια, η διεπιστηµονική συνύπαρξη υπήρξε αναµφισβήτητα ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ∆ικτύου. Το ερώτηµα βέβαια παραµένει αν αυτή η διεπιστηµονικότητα µοιάζει περισσότερο µε παράλληλη συνύπαρξη ή συνέβαλε σε ένα  βαθύτερο διάλογο µεταξύ των επιστηµονικών πεδίων. Σε αυτή τη φάση αδυνατώ να δώσω µια ολοκληρωµένη απάντηση.

    4. Ο πλουραλισµός που χαρακτηρίζει την αρθρογραφία δεν είναι µόνο επιστηµονικός. Είναι, για να µην κρυβόµαστε πίσω από το δάκτυλο µας, και «ιδεολογικός». Στο ∆ίκτυο βρήκαν χώρο να αναπτυχθούν διαφορετικές ευαισθησίες, ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικού βαθµού πολιτικά ενδιαφέροντα, ώστε τελικά το συλλογικό αποτέλεσµα να είναι αδύνατον να ταξινοµηθεί στη µια ή στην άλλη πλευρά του πολιτικού άξονα. Υπήρξε και παραµένει ένα υπόδειγµα ανεκτικότητας των διαφορετικών αξιών και µεθοδολογιών. Αυτό προφανώς ενόχλησε βαθιά όσους είχαν στο µυαλό τους πρακτικές ελέγχου της συνείδησης και της ελευθερίας της έρευνας, και γι’ αυτό οι επιχειρήσεις ιδεολογικής πόλωσης µε στόχο την περιχαράκωση εµφανίζονταν και επανεµφανίζονταν διαρκώς.

    5. Ένας σηµαντικός αριθµός συγγραφέων του καταλόγου (το 20% περίπου) είναι επιστήµονες του εξωτερικού. Αυτό εµπλούτισε σε σηµαντικό βαθµό την ελληνική συζήτηση µε τον διεθνή προβληµατισµό, αλλά λειτούργησε και αντίστροφα: η εγχώρια ερευνητική παραγωγή επηρέασε τη διεθνή βιβλιογραφία για τον εµφύλιο.3

Συµπερασµατικά, ο παρών τόµος εκφράζει πραγµατικά µια «στιγµή» του ∆ικτύου για τη Μελέτη των Εµφυλίων Πολέµων, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο συνέδριο της Καβάλας το 2009. Οι περισσότεροι από τους συγγραφείς αυτού του τόµου είναι ερευνητές της νεότερης επιστηµονικής γενιάς. Υποψήφιοι διδάκτορες ή διδάκτορες που υποστήριξαν τις διατριβές τους την τελευταία πενταετία και βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους. Οι εργασίες που παρουσιάζονται εδώ καλύπτουν ένα ευρύ ερευνητικό φάσµα που ξεκινά από τον χώρο της διπλωµατικής ιστορίας και φτάνει µέχρι την κοινωνική ανθρωπολογία, περνώντας από την πολιτική επιστήµη και την κοινωνιολογία. Κάποια από τα άρθρα του τόµου δείχνουν «χωνεµένα» θεµατικά, κάποια άλλα φαίνεται πως βρίσκονται στο στάδιο της πρώιµης επεξεργασίας.

Είναι προφανές πως αρκετά από τα θέµατα που το ∆ίκτυο είχε δηλώσει πως θα έθετε ψηλά στην ερευνητική ατζέντα παραµένουν ανοικτά ή σε µεγάλο βαθµό ανεξερεύνητα. Αυτό σχετίζεται φυσικά µε την ίδια την ερευνητική διαθεσιµότητα και τις τάσεις, για να µην πω «µόδες», της εποχής, από τις οποίες επηρεάζεται αναµφίβολα η επιστηµονική παραγωγή. Στη βάση αυτή, το πού θα κινηθεί η ερευνητική παραγωγή των επόµενων χρόνων παραµένει κάτι σχετικά ανοικτό. Μπορεί να κάνει κανείς υποθέσεις και µε βάση τις εν εξελίξει διδακτορικές διατριβές, όµως ξέρουµε καλά πως αυτά τα θέµατα είναι συχνά ρευστά και επηρεάζονται από τη συγκυρία. Η κρίση του δηµόσιου πανεπιστηµίου, που µεταφράζεται και σε συρρίκνωση των µελλοντικών θέσεων εργασίας, δεν αποκλείεται καθόλου να έχει σοβαρές επιπτώσεις στις ερευνητικές επιλογές των νέων ανθρώπων.

Σήµερα, που τα οικονοµικά προβλήµατα της χώρας έχουν φέρει στο προσκήνιο την Οικονοµία και τις διαµάχες γύρω από αυτήν, η συζήτηση και οι αντιθέσεις για τη δεκαετία του ΄40 µοιάζουν να ανήκουν σε ένα µακρινό παρελθόν. Και όµως, αυτή η διαµάχη για τον εµφύλιο απασχόλησε για χρόνια, εκτός από επιστηµονικές συναντήσεις, τις σελίδες των εφηµερίδων µεγάλης κυκλοφορίας σχεδόν στο σύνολό τους, τα blogs στο ίντερνετ, ντοκυµαντέρ, τον κινηµατογράφο και τη λογοτεχνία. Εκατοντάδες εµπλεκοµένων, όλων των «αποχρώσεων», έδωσαν το παρών σε αυτές τις αντιπαραθέσεις και σε µεγάλο βαθµό συνέβαλαν στην θεαµατική ανάδυση του εµφυλίου πολέµου ως του δηµοφιλέστερου ιστορικού θέµατος της ελληνικής κοινωνίας τη δεκαετία του 2000. Τώρα τα πράγµατα φαίνεται να καταλαγιάζουν σιγά σιγά, και σταδιακά η ένταση της επιστηµονικής παραγωγής για τη δεκαετία του ΄40 δείχνει να µειώνεται. Ευτυχώς! Χρειαζόµαστε σίγουρα κάποιο χρόνο προκειµένου να  «χωνέψουµε» όλη αυτή την ορµητική εµφάνιση νέων ερευνών και επιστηµόνων στο προσκήνιο, να αναστοχαστούµε τα αποτελέσµατα και να κρατήσουµε τις ουσιαστικές συµβολές προκειµένου να προχωρήσουµε παρακάτω.

Όπως και να έχει όµως,  αυτά τα χρόνια θα παραµείνουν στο µυαλό µας από πολλές πλευρές αλησµόνητα.

Ο τόµος αυτός, τέλος, αφιερώνεται στη µνήµη τριών φίλων του ∆ικτύου, του Νίκου Κουλούρη, της Γεωργίας Κρέτση και του Χέρµαν Φρανκ Μάγιερ. Έφυγαν από κοντά µας πολύ νωρίς...

Νίκος Μαραντζίδης
Θεσσαλονίκη Ιούλιος 2011

Σημειώσεις

1 Κλεοµένης Κουτσούκης – Ιωάννης Σακκάς, Πτυχές του εµφυλίου πολέµου 1946-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000. Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος & Γρηγόρης Ψαλλίδας (επιµ.),  Ο εµφύλιος πόλεµος. Από τη Βάρκιζα στο Γράµµο, Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεµέλιο, 2002, Carabott Philip – Thanasis Sfikas (επιµ.), The Greek Civil War. Essays on a Conflict of Exceptionalism and Silences, London, Ashagate, 2003

Εκτός από τον παρόντα τόµο πρόκειται για: Βουτυρά Ευτυχία, Βασίλης ∆αλκαβούκης, Νίκος Μαραντζίδης & Μαρία Μποντίλα (επιµ.),  Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εµφυλίου πολέµου στην Ανατολική Ευρώπη, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Πανεπιστηµίου Μακεδονίας, 2005. Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Ηλίας Νικολακόπουλος & Χάγκεν Φλάισερ, «Εχθρός εντός των Τειχών». Όψεις του ∆ωσιλογισµού στην Ελλάδα της Κατοχής, Αθήνα, Ελληνικά Γράµµατα, 2006. Βόγλης Πολυµέρης, Νίκος Μαραντζίδης & Ελένη Πασχαλούδη (επ.), Στρατός και Αντάρτες στη δεκαετία του ΄40, Κλειώ, τχ. 3, 2006. Βαν Μπούσχοτεν Ρίκη, Τασούλα Βερβενιώτη, Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης ∆αλκαβούκης & Κωνσταντίνα Μπάδα (επιµ.), Μνήµες και λήθη του ελληνικού εµφυλίου πολέµου,  Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2008. Kralova Katarina (ed.),  The Greek Civil War 60 years later, Prague, Studia Territorialia, 2010. Αντωνίου Γιώργος, Στράτος ∆ορδανάς, Νίκος Ζάικος & Νίκος Μαραντζίδης (επ.), Το Ολοκαύτωµα στα Βαλκάνια, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2011. Αντωνίου Γιώργος – Βενετία Αποστολίδου (επ.), Η δεκαετία του ΄40 και η τέχνη, Νέα Εστία, 2011. Με κάποια δόση ειρωνείας, µπορεί κανείς να σχολιάσει πως ανάµεσα στους διάφορους επιµελητές εµφανίζονται και ονόµατα δηµόσιων «κατηγόρων του αναθεωρητισµού» και του ∆ικτύου.

3 Ένα µικρό προσωπικό παράδειγµα: το άρθρο µας µε το Γιώργο Αντωνίου για τη βιβλιογραφία της δεκαετίας του ΄40 χρησιµοποιήθηκε κατά κόρον από τη διεθνή βιβλιογραφία προκειµένου να χρησιµεύσει στην κατανόηση και ερµηνεία των βασικών τάσεων της δηµόσιας ιστορίας για τη δεκαετία του ΄40. Νikos Marantzidis & Giorgos Antoniou, «The Axis Occupation and Civil War: Changing Trends in Greek Historiography: 1941-2002”,  Journal of Peace Research, 2004, 41(2): 223-231.
.............................................................................................................................................................

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η έννοια της αφήγησης
Η διαδικασία της αφήγησης ως πράξης δομείται, όπως έχει δείξει ο Gerard Genette, στη βάση μιας θεμελιακής διάκρισης του χρόνου: από τη μια μεριά υπάρχει ο «χρόνος της ιστορίας», η φυσική δηλαδή διαδοχή των γεγονότων. Από την άλλη μεριά υπάρχει ο «χρόνος της αφήγησης», που γίνεται αντιληπτός ως «η ακολουθία των γλωσσικών σημείων που αναπαριστά τα γεγονότα αυτά».

Η θεμελιακή αυτή διάκριση, όσο κι αν φαίνεται αυτονόητη με την πρώτη ματιά, διαμορφώνει ωστόσο μια σειρά από ερωτήματα – ζητήματα που δεν είναι καθόλου αυτονόητα. Το πρώτο από αυτά σχετίζεται με τη (χρονική) απόσταση των δύο «χρόνων»: ο «χρόνος της αφήγησης» είναι σε κάθε περίπτωση μεταγενέστερος από το «χρόνο της ιστορίας», αφού κάθε αφήγηση έχει από τη φύση της αναληπτικό χαρακτήρα, μεταφέρει δηλαδή στο αφηγηματικό παρόν γεγονότα που ήδη συντελέστηκαν ή -ακόμη κι αν συνεχίζονται- ξεκίνησαν στο παρελθόν. Με την έννοια αυτή, κάθε αφήγηση αναφέρεται στο παρελθόν. Η δομική αυτή σχέση, όμως, ανάμεσα στους δύο «χρόνους» έχει σε δεύτερο επίπεδο μια ακόμη σημαντικότερη συνέπεια: ο «χρόνος της αφήγησης» συνιστά σε κάθε περίπτωση «αναπαράσταση» των γεγονότων του «χρόνου της ιστορίας». Αυτό σημαίνει πως ο αφηγητής δεν είναι σε θέση να μεταφέρει αυτό που συνέβη, παρά διαμεσολαβημένο από τη δική του οπτική γωνία, ανασυγκροτώντας την «ιστορία» μέσω της αφήγησης στο παρόν. Έτσι, «αυτό
που συνέβη» στο παρελθόν συγκροτείται στο επίπεδο του λόγου στο (αφηγηματικό) παρόν.

Οι παρατηρήσεις αυτές, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν τεχνικού ή και ακαδημαϊκού χαρακτήρα, αποκτούν την πλήρη σημασία τους αν επιχειρήσει κανείς να προσδιορίσει με στενότερα κριτήρια την ίδια την έννοια της αφήγησης: αφήγηση μπορεί να συνιστά μια ιδιωτική συζήτηση μεταφοράς συμβάντων μεταξύ φίλων, αφήγηση, ωστόσο, είναι στην πραγματικότητα και μια γραπτή αναφορά ενός αστυνομικού προς τον προϊστάμενό του ή ενός πρέσβη προς την κυβέρνησή του κ.ο.κ. Σε κάθε περίπτωση, προφορική ή γραπτή, επίσημη ή ανεπίσημη, η αφήγηση συγκροτεί κείμενα που αναπαριστούν τα όσα συνέβησαν.


Η έννοια του «κειμένου», από την άλλη μεριά, έχει κι αυτή το δικό της σημασιολογικό φορτίο. Κατά κανόνα δηλώνει το γραπτό κείμενο, ωστόσο ήδη από την εποχή του Saussure η διάκριση ανάμεσα σε «λόγο» (langue) και «ομιλία» (parole) κατέστησε σαφές ότι το αφηγηματικό κείμενο είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κομμάτι χαρτί. Είναι στην πραγματικότητα το «λεχθέν» της ομιλίας, η «εμπρόθετη αυτή εξωτερίκευση, συστατικό στοιχείο του σκοπού του λόγου», όπως θα το προσδιόριζε ο Paul Ricoeur στο ερώτημα «τι παγιώνει η γραφή;». Στη βάση αυτή, η έννοια «κείμενο» επιστρέφει στην αρχική της ετυμολογική σημασία, δηλώνοντας οτιδήποτε «κείται», όχι ασφαλώς τυχαία αλλά ως προϊόν ενός εμπρόθετου «λόγου», ο οποίος και το δημιουργεί.

Από την αφήγηση στους «λόγους»

Το κομβικό, επομένως, σημείο για την κατανόηση της αφήγησης ως διαδικασίας είναι η αποκρυπτογράφηση της έννοιας του «λόγου» (discourse). Για τον Michel Foucault το περιεχόμενο του «λόγου» δεν περιορίζεται στην επικοινωνιακή του διάσταση. Αντίθετα, καθώς ο ίδιος ο λόγος συγκροτεί ένα σώμα γνώσεων για την πραγματικότητα, ταυτόχρονα εγγράφει στη δομή του και τις εξουσιαστικές σχέσεις μέσω των οποίων αυτή η γνώση παράγεται και επιβάλλεται στο πλαίσιο της επικοινωνιακής πράξης. Με άλλα λόγια, ως «λόγος» δε νοείται απλώς η διατύπωση της ομιλίας, αλλά ταυτόχρονα και ένα «σώμα γνώσεων» και επιπλέον ένα «σύστημα στρατηγικών επικοινωνίας», με τις οποίες οι φορείς αυτής της ομιλίας χρησιμοποιούν εμπρόθετα αυτές τις γνώσεις για να ασκήσουν εξουσία. Στη βάση αυτή, όμως, ο «λόγος» χάνει την «αντικειμενικότητά» του, χάνει δηλαδή τη δυνατότητα να περιγράψει την πραγματικότητα αδιαμεσολάβητη, καθώς διατυπώνεται «υποκειμενικά» -όρος που εδώ θα πρέπει να εκληφθεί στην κυριολεξία του- ως ομιλία με άλλα λόγια των κοινωνικών υποκειμένων που τον εκφέρουν.

Ωστόσο, ακόμη και μια προσέγγιση σαν κι αυτή που επιχειρούμε εδώ, δε θα πρέπει να αγνοεί το σύνθετο χαρακτήρα του κοινωνικού σχηματισμού, που προκύπτει από τη συνύπαρξη των κοινωνικών υποκειμένων, άρα και των «λόγων» τους οποίους τα υποκείμενα αυτά διατυπώνουν. Μέσω της προσέγγισης του Mikhail Bakhtine είμαστε σήμερα σε θέση να αντιληφθούμε τα «κείμενα» ως «δια-κείμενα», ως «λόγους» δηλαδή παράλληλους, αντιφατικούς ή και αντιθετικούς, που διατυπώνονται πολυφωνικά στο πλαίσιο του ίδιου «κειμένου», για να μας μεταφέρουν το μέτρο της κοινωνικής δυναμικής, την απήχηση της κοινωνικής εξουσίας, τους αξιακούς κώδικες των κοινωνικών υποκειμένων και, εν τέλει τη συγκρουσιακή διάθεση με την οποία μια κοινωνία διαχειρίζεται τον εαυτό της και τη «γνώση».

Η ιστοριογραφία ως επιστημονική δραστηριότητα δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τη διαδικασία της αφήγησης που περιγράψαμε ως εδώ. Κι αυτό δεν αφορά μόνο την ίδια τη συγγραφή ως αναπαραστατική διαδικασία του παρελθόντος · αφορά πρωτίστως τη συγκρότηση των πηγών της ιστοριογραφικής αναπαράστασης ως «λόγων». Είτε πρόκειται για έντυπο αρχειακό υλικό διπλωματικών ή άλλων κρατικών υπηρεσιών, είτε για υλικό που προέρχεται από άλλους επίσημους
κοινωνικούς φορείς (π.χ. πολιτικά κόμματα, εφημερίδες κ.λπ.), είτε ακόμη για υλικό προφορικό ή, τέλος, για την υλική συγκρότηση του ίδιου του κοινωνικού χώρου (π.χ. τα μνημεία), σε κάθε περίπτωση το υλικό αυτό συγκροτείται ως αφήγηση μέσω των «λόγων» που διατυπώνουν τα κοινωνικά υποκείμενα. Η ιστοριογραφική αφήγηση, επομένως, είναι δέσμια μιας σειράς διαμεσολαβήσεων που προέρχονται αφενός από το ίδιο το «εμπειρικό της υλικό», αφετέρου από την οπτική γωνία θέασης του ίδιου του ιστορικού. Και για το ζήτημα αυτό, βέβαια, έχουν γραφεί πολλά.

Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτό και το ίδιο το ιστοριογραφικό κείμενο δεν μπορεί παρά να συνιστά «λόγο». Ακόμη και στην περίπτωση που επιχειρεί να «εξηγήσει» ή να «ερμηνεύσει», να εντοπίσει δηλαδή και να αποδομήσει τους «λόγους» των πηγών του, το ίδιο δεν παύει να συγκροτείται με όρους «αφήγησης», να αναπαριστά, με άλλα λόγια, την ίδια τη διαδικασία της αποδόμησης των «λόγων» που μας κληροδότησε το παρελθόν, συνιστώντας -ήδη από τη στιγμή που ο ιστορικός θα βάλει την τελευταία τελεία- έναν παρελθοντικό «λόγο» για το παρελθόν. Με άλλα λόγια, ένα είδος «πηγής» για τα κοινωνικά συμφραζόμενα της χρονικής στιγμής κατά την οποία γράφτηκε, πολύτιμο υλικό για μια «ιστορία της ιστοριογραφίας», ένας «λόγος – αντικείμενο», όπως θα τον προσδιόριζε ο Foucault.

Την προβληματική που εκθέσαμε ως εδώ σχετικά με τη λειτουργία του «λόγου» (discourse) σε όλα τα επίπεδα της ιστοριογραφικής αφήγησης επιχειρούν να εξειδικεύσουν και να επεξεργαστούν τα δοκίμια αυτού του τόμου, με αφορμή τους «λόγους» που διατυπώθηκαν -και εξακολουθούν να διατυπώνονται- για την κομβικής σημασίας δεκαετία του 1940. Ωστόσο, πριν περάσουμε σε μια συνοπτική παρουσίαση της καθεμιάς από τις σημαντικές -κατά την άποψή μας- συνεισφορές αυτού του τόμου, θα πρέπει να σκιαγραφήσουμε σύντομα το ιστοριογραφικό προφίλ για τη δεκαετία που μας απασχολεί, να κάνουμε δηλαδή μια συνοπτική «αρχαιολογία της ιστοριογραφίας» για την περίοδο που μας απασχολεί.

Η δεκαετία του 1940 στη σκιά του Εμφυλίου

Η ιστορία, λοιπόν, είναι μια σειρά από λόγους σχετικά με τον κόσμο. Οι λόγοι αυτοί δεν δημιουργούν τον κόσμο, αλλά τον οικειοποιούνται και του δίνουν όλα τα νοήματα που έχει. Το κομματάκι του κόσμου που αποτελεί το αντικείμενο έρευνας της ιστορίας είναι το παρελθόν. Η ιστορία ως λόγος ανήκει, επομένως, σε μια διαφορετική κατηγορία από εκείνη για την οποία μιλά, δηλαδή παρελθόν και ιστορία είναι δύο διαφορετικά πράγματα: δε συνυφαίνονται μεταξύ τους ώστε μόνο μια ιστορική ανάγνωση του παρελθόντος να είναι αναγκαία και αληθινή· το ίδιο αντικείμενο έρευνας μπορεί να «διαβαστεί» διαφορετικά από διαφορετικές επιστημονικές θέσεις ή από διαφορετικές εποχές.

Αν τώρα στην ήδη περίπλοκη διάκριση μεταξύ παρελθόντος και ιστορίας προσθέσουμε τη διάκριση μεταξύ ιστορικής επιστήμης και μνημόνευσης του παρελθόντος τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα ή καλύτερα πιο ρευστά. Η ιστορία είναι επιστήμη και μετατρέπει το παρελθόν σε αντικείμενο έρευνας. Στόχος της είναι να απαντήσει σε ερωτήσεις να ερμηνεύσει και να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε γεγονότα, πράξεις ή παραλείψεις που συνέβησαν στο παρελθόν. Αντίθετα η μνημόνευση ορισμένων στιγμών από το παρελθόν μιας κοινωνίας (ο εορτασμός επετείων, η συγγραφή των σχολικών βιβλίων, η παραγωγή ιστορικών ταινιών, η ανέγερση μνημείων) καθιστά το παρελθόν αντικείμενο εξιδανίκευσης ή και λατρείας μερικές φορές. Ενώ η ιστορία διέπεται συνήθως από τους νόμους της επιστήμης, η τελετουργική μνημόνευση σε μια κοινωνία θυμίζει τους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργούν οι ιδεολογίες: προάγει την ηθική δέσμευση σε σύμβολα και αξίες που είναι σημαντικά για τη συνοχή και της κοινότητας και του έθνους.

Το τέλος ενός εμφυλίου πολέμου θα μπορούσε να είναι μια επέτειος που θα άξιζε έναν μεγαλοπρεπή εορτασμό. Θα μπορούσε να υπενθυμίζει μια ιστορική στιγμή που οι αντίπαλοι εγκατέλειψαν τα όπλα και αποφάσισαν να επιστρέψουν στην ειρηνική ζωή, να συγχωρήσουν τους αντιπάλους και να χτίσουν από την αρχή όσα είχαν γκρεμίσει. Ωστόσο, όπως επισημαίνει και η Paloma Aguilar «ένας
πόλεμος που τελειώνει με την απόλυτη επικράτηση της μιας πλευράς πάνω στην άλλη και συνοδεύεται από μεγάλο αριθμό εξορίστων και φυλακισμένων δεν είναι κάτι που μπορεί να γιορτάζεται».

Στην ελληνική περίπτωση οι «λόγοι» (discourses) για τη δεκαετία του 1940 παρουσιάζονται φιλτραρισμένοι μέσα από αυτή την οπτική: ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για γεγονότα που θα μπορούσαν να συνιστούν αντικείμενα αφήγησης διαφορετικής τάξης («ελληνοϊταλικός πόλεμος», «Κατοχή και Αντίσταση», «δωσιλογισμός», «Εμφύλιος» κ.λπ.), η τραυματική εμπειρία του Εμφυλίου διαμορφώνει ένα διαθλαστικό πρίσμα, ένα πλαίσιο συνολικής ένταξης της περιόδου στη λογική της ένοπλης πολιτικής σύγκρουσης. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, στην Ελλάδα, οι συγκρούσεις της δεκαετίας του 1940 ήταν πολύ δύσκολο να μνημονευθούν.

Αυτό για την Αριστερά είναι εύκολο να γίνει κατανοητό, επειδή ηττήθηκε σε αυτό τον πόλεμο και υπέστη πολλαπλές διαιρέσεις. Δεν είναι όμως, το ίδιο αυτονόητο στην περίπτωση των νικητών, της Δεξιάς και του Κέντρου. Ο Εμφύλιος πόλεμος αν και θεσμοθετήθηκε ως επίσημη εθνική γιορτή ήδη από το 1950, ποτέ ο εορτασμός του δεν έφτασε την επισημότητα των άλλων εθνικών εορτών, της 28ης Οκτωβρίου και της 25ης Μαρτίου. Οι δύο μεγάλοι αντίπαλοι, η Δεξιά και η Αριστερά, σχεδόν ταυτόχρονα εντάσσουν στον πολιτικό τους λόγο τη «λήθη», ως στρατηγική και ως πρόταγμα. Η «λήθη», αν και σημασιοδοτείται με διαφορετικό τρόπο στον λόγο των δύο παρατάξεων, εικονογραφεί την προσπάθεια νικητών και ηττημένων, να αποκαταστήσουν μετά την απόλυτη σύγκρουση την πολιτική ομαλότητα, που ήταν απαραίτητη για τον κοινοβουλευτικό βίο, την ανάπτυξη και την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Η επιστροφή στο διαιρετικό παρελθόν, έστω και σε επίπεδο ρητορικής, εκείνη τη χρονική στιγμή δεν θα προσέφερε καμία απολύτως υπηρεσία ούτε στους μεν ούτε στους δε. Ούτε η Δεξιά ούτε η Αριστερά θέλησαν να συγκροτήσουν τον πολιτικό τους λόγο με άξονα τη διαίρεση της κοινωνίας. Αντίθετα, νικητές και ηττημένοι, αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου αναζήτησαν στο παρελθόν γεγονότα, πρότυπα και σύμβολα, των οποίων η υπενθύμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει στο παρόν ενωτικά και όχι διαιρετικά.

Ωστόσο, επρόκειτο για ένα παρελθόν το οποίο δεν μπορούσε απλώς να αποσιωπηθεί, να αφεθεί στην άκρη, και από την απόλυτη διαίρεση η ελληνική κοινωνία να περάσει κατευθείαν στον εορτασμό της ενότητας. Η διαίρεση του έθνους έπρεπε να ερμηνευθεί, να απομονωθούν οι υπεύθυνοι γι’ αυτήν, οι «εχθροί», και κατόπιν να διαφυλαχθεί και να εξυμνηθεί η ενότητα. Έτσι, νικητές και ηττημένοι στη μετεμφυλιακή Ελλάδα ενέταξαν τον Εμφύλιο πόλεμο στο δημόσιο λόγο τους ως συνέχεια των μεγάλων αγώνων του έθνους για τη διατήρηση της ανεξαρτησίας του και εξαίρεσαν τον αντίπαλο από το εθνικό σύνολο. Για τους νικητές, ο Εμφύλιος πόλεμος υπήρξε αγώνας του έθνους εναντίον ξένων επιδρομέων και, αν και διεξήχθη μεταξύ Ελλήνων, ήταν αποτέλεσμα ξένων δυνάμεων, ενώ «ο αγών κατά του κομμουνισμού διά την Ελλάδα» μετονομάζεται σε αγώνα «φυλετικής και εθνικής υπάρξεως». Ως εκ τούτου, η διαιρετική τομή για την παράταξη των νικητών είναι αυτή της εθνικοφροσύνης, που κυριάρχησε στη δημόσια σφαίρα μέχρι τη Μεταπολίτευση.

Απέναντι σε αυτό το σχήμα οι ηττημένοι, αν και εξοβελισμένοι σε μεγάλο βαθμό από τη δημόσια σφαίρα ως «μη εθνικόφρονες», ανέπτυξαν μια αντίστοιχη ερμηνεία. Απέναντι στη διαίρεση «εθνικόφρονες – μη εθνικόφρονες» , αντέταξαν τη διαίρεση «Αντίσταση – Συνεργασία», αναδεικνύοντας μια αντιφατική εκδοχή του παρελθόντος της εθνικοφροσύνης. Για τους ηττημένους το κλειδί για την ερμηνεία των εμφύλιων συγκρούσεων δε βρισκόταν στην εποχή του γενικευμένου Εμφυλίου πολέμου αλλά στην Κατοχή, όταν ο λαός πολέμησε τους κατακτητές μετατρέποντας ολόκληρη την Ελλάδα «σε κάστρο κι ολοκαύτωμα Ελευθερίας». Ωστόσο, «τα ολοκαυτώματα και οι ελπίδες του λαού» δε βρήκαν δικαίωση, αφού η παραδοσιακή πολιτική ηγεσία που απείχε από τον αντιστασιακό αγώνα επέλεξε να συνεργαστεί με τους «δωσίλογους» και τους «προδότες».

Με βασικό άξονα αναφοράς τον πατριωτισμό του παρελθόντος κατασκευάζεται ένα ιδεολογικό σχήμα στον αντίποδα της εθνικοφροσύνης, με ανάλογα όμως υλικά. Όπως ακριβώς η εθνικοφροσύνη αποκλείει τους μη εθνικόφρονες («κομμουνιστές – προδότες») από το σώμα του έθνους, έτσι, και ο πατριωτισμός της Αριστεράς αποκλείει από τον «Λαό» τους «προδότες». Η πλευρά της Αντίστασης εμπεριέχει το «λαό», δηλαδή όσους στο παρελθόν πολέμησαν για την ανεξαρτησία της χώρας και όσους εμπνέονται στο παρόν από τα ιδανικά αυτού του αγώνα και επιθυμούν να τον συνεχίσουν σε πολιτικό επίπεδο. Η πλευρά της συνεργασίας εμπεριέχει αυτούς που αποκλείονται από το «λαό». Σε αυτή την κατηγορία υπάγονται όσοι στο παρελθόν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και συνέπλευσαν «με την ξενόδουλη πλουτοκρατική ολιγαρχία». Όπως η εθνικοφροσύνη αποκλείει εξ ορισμού τους κομμουνιστές από το σώμα του έθνους, με τον ίδιο τρόπο ο αριστερός πατριωτισμός αποκλείει από το σώμα του «λαού» τους ακραιφνείς εθνικόφρονες, ταυτίζοντας τους με τον «εχθρό», εσωτερικό και εξωτερικό.

Οι αφηγήσεις αυτές συγκροτήθηκαν παράλληλα, εμπλουτίστηκαν κατά καιρούς με αφορμή την πολιτική συγκυρία και απέκτησαν διαφορετικές εκδοχές. Το κοινό τους σημείο είναι ότι μέσα από αυτές τόσο οι νικητές όσο και οι ηττημένοι επιδίωξαν να εξασφαλίσουν μια περίοπτη θέση στην εθνική ιστορία. Ταύτισαν τα όρια της παράταξής τους με τα όρια του έθνους και έθεσαν τους εχθρούς εκτός εθνικής οικογένειας. Έτσι για πάρα πολλά χρόνια ο Εμφύλιος πόλεμος, ρητός ή άρρητος, χρησίμευσε για την παραγωγή ενός λόγου που θα υπηρετούσε την εθνική ενότητα. Νικητές και ηττημένοι τον επικαλούνταν ως πρότυπο, ως παράδειγμα προς αποφυγή ή κάθε φορά που χρειάζονταν ένα εύγλωττο και ισχυρό ιστορικό παράδειγμα που θα μπορούσε αμέσως να αποσαφηνίσει τι είναι καλό και τι κακό για το έθνος και την πατρίδα.

Η ίδια τάση αποτυπώνεται ακόμη και στην μέχρι το 1974 βιβλιογραφία. Προπαγανδιστικά έργα, αναμνήσεις και μαρτυρίες και από τις δύο πλευρές αναπαρήγαν τις ίδιες αφηγήσεις. Όσον αφορά την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940 καθυστέρησαν πάρα πολύ να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των ακαδημαϊκών. Οι πρώτες επιστημονικές μελέτες για τις διαιρέσεις της δεκαετίας του 1940 εμφανίστηκαν στο τέλος της δεκαετίας του 1970 και αρκετό καιρό μετά την πτώση της δικτατορίας.

Oι παραπάνω, ανταγωνιστικές μεταξύ τους αφηγήσεις υπερκεράστηκαν, τουλάχιστον στη δημόσια σφαίρα, όταν η πολιτική συγκυρία της Μεταπολίτευσης επέτρεψε τη συγκρότηση μια νέας αφήγησης, αυτής της εθνικής ενότητας. Μετά τη δικτατορία το ελληνικό πολιτικό σύστημα θεμελιώθηκε σε μια νέα βάση. Ο αντικομμουνισμός έδωσε τη θέση του στον αντιφασισμό, και η εθνικοφροσύνη απέκτησε μόνο αρνητικές συμπαραδηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση ο κύκλος των αντιπαραθέσεων του Εμφυλίου πολέμου έκλεινε και έκλειναν μαζί του και οι παραδοσιακές διαιρέσεις που είχε κληροδοτήσει.

Η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και η απόδοση συντάξεων στους αγωνιστές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ καθιέρωσαν ως επίσημη αφήγηση για τη δεκαετία του 1940 την ιστορία της Αντίστασης, η υπενθύμιση της οποίας είχε θετικές και ενωτικές συμπαραδηλώσεις σε αντίθεση με εκείνη του Εμφυλίου πολέμου. Για τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέλεξε την ημέρα (17 Αυγούστου) που έγινε το μπλόκο της Κοκκινιάς, με στόχο, όπως διαβεβαιώνει ο Α. Παπανδρέου να επιτευχθεί η εθνική ενότητα και η ομοψυχία: «Δεν ήλθαμε εδώ σήμερα για να δικάσουμε, πολύ περισσότερο για να διχάσουμε. Ο κύριος στόχος του νομοσχεδίου είναι η εθνική ενότητα (…). Μπορούμε να ξαναδώσουμε στο λαό μας την εθνική μνήμη και αυτή νομίζω είναι η μεγαλύτερη προσφορά. Αυτήν τη μνήμη που είναι απαραίτητη τόσο για την αυτογνωσία του λαού μας όσο και για την ενότητα του έθνους μας».

Ακολούθως, από τις διαιρέσεις του παρελθόντος αναδεικνύεται μόνο αυτή της συνεργασίας με τους κατακτητές. Όλοι οι υπόλοιποι, όσοι δεν συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, μπορούν να βρουν τη θέση τους στο ενωτικό αφήγημα της Αντίστασης, να την επικαλεστούν ή να την διεκδικήσουν ως αξιοποιήσιμο παρελθόν.

Στη νέα αφήγηση ο Εμφύλιος πόλεμος αποπολιτικοποιείται. Δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, καλοί και κακοί, γιατί «σε έναν εμφύλιο πόλεμο ολόκληρος ο λαός είναι ο ηττημένος». Ως εκ τούτου, οι αιτίες για τη διολίσθηση στη σύγκρουση αναζητούνται είτε έξω από το σώμα του έθνους, είτε σε παράλογες αποφάσεις της πολιτικής ηγεσίας. Στην πρώτη περίπτωση, η εμφύλια σύγκρουση αντιμετωπίζεται «ως προϊόν ξενικής επέμβασης και προσπάθειας προς διατήρηση του καθεστώτος της εξάρτησης». Στη δεύτερη, θεωρείται ως αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών των παρατάξεων που πρωτοστάτησαν στον Εμφύλιο πόλεμο είτε εξαιτίας κακών εκτιμήσεων, είτε εξαιτίας της προσήλωσής τους σε συμφέροντα που δεν είχαν σχέση με τον ελληνικό λαό. Πάντως ο ελληνικός λαός (νικητές και ηττημένοι, αριστεροί και δεξιοί) σε καμία περίπτωση δεν συναίνεσε στον εμφύλιο σπαραγμό. Αντίθετα, «είχε ενταχθεί στην Εθνική Αντίσταση, γιατί πίστευε, ότι η μετακατοχική περίοδος θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες διαφορετικές από εκείνες που επικρατούσαν πριν το 1940». Η εξέλιξη, όμως, των γεγονότων οδήγησε στη σύγκρουση την οποία η πλειονότητα του λαού καταδίκαζε.

Η νέα αφήγηση για τη δεκαετία άνοιγε, ως εκ τούτου, τα όρια του έθνους στο οποίο χωρούσαν όλοι εκτός από τους λίγους συνεργάτες των κατακτητών και άρα με έναν τρόπο εξοβέλιζε εντελώς την εμφύλια διαμάχη από την ιστορία του ελληνικού έθνους, αφήνοντας χώρο μόνο για την ιστορία του αντιστασιακού κινήματος 1941-1944. Η εκδοτική έκρηξη αμέσως μετά την αναγνώριση της Εθνικής
Αντίστασης υπήρξε ανάλογα μεγάλη, ενώ το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον ήταν ακόμη μειωμένο. Η ακαδημαϊκή κοινότητα στράφηκε στις εμφύλιες συγκρούσεις αμέσως με τη συμπλήρωση των 40 χρόνων από τη λήξη των ένοπλων συγκρούσεων, όταν ψηφίστηκε στην Ελλάδα ο νόμος για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου πολέμου, και στην Ευρώπη κατέρρευσε ο κομμουνισμός. Τότε, η ακαδημαϊκή κοινότητα στράφηκε στη συστηματική μελέτη της δεκαετίας του 1940 σε μια προσπάθεια να ανασυνθέσει και να ερμηνεύσει πολλές από τις εκδοχές της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου πολέμου. Μαζί με αυτά άνοιξαν μια σειρά από ζητήματα που σχετίζονται με τις εμφύλιες συγκρούσεις και για πολλά χρόνια είτε προκαλούσαν αμηχανία στην ερευνητική κοινότητα είτε απλώς αγνοούνταν συστηματικά: η ιστορία των πολιτικών προσφύγων, οι συνθήκες ζωής των πολιτικών κρατουμένων, η δομή, η συγκρότηση και η ιστορία του ΔΣΕ, η συγκρότηση της ατομικής και της συλλογικής μνήμης των γεγονότων της δεκαετίας του 1940.

Από την παραδοσιακή ιστοριογραφία στη διεπιστημονικότητα 
                                                                                             
Ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό που κομίζουν αυτές οι σχετικά καινούργιες επιστημονικές μελέτες είναι η διεπιστημονικότητα. Ένα πεδίο μελέτης που σε προηγούμενες δεκαετίες θα ήταν προνομιακό πεδίο ενασχόλησης για τους ιστορικούς άνοιξε και σε άλλες επιστήμες. Ανθρωπολογία, πολιτική επιστήμη και κοινωνιολογία επιστρατευτήκαν για τη μελέτη των γεγονότων της δεκαετίας του 1940 και των συνεπειών τους στη μεταπολεμική κοινωνία, σε συλλογικό και μεταπολεμικό επίπεδο. Εδώ ενδεικτικά μόνο θα αναφερθούν η μελέτη της Anna Collard και της Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν για τη μελέτη της συλλογικής και της κοινωνικής μνήμης, του Νίκου Μαραντζίδη για την επίδραση των εμφύλιων συγκρούσεων στην πολιτική συμπεριφορά των τουρκόφωνων της Δυτικής Μακεδονίας και του Στάθη Καλύβα για την αριστερή βία. Η εμφάνιση νέων επιστημών για τη μελέτη ενός αντικειμένου το οποίο οι ιστορικοί θεωρούσαν δικό τους χώρο αλλά και η εμφάνιση νέων ερευνητικών εργαλείων, όπως η προφορική ιστορία, ήταν αρκετά να ταράξουν τα νερά της παραδοσιακής ιστορικής έρευνας στην Ελλάδα και να προκαλέσουν έντονες συζητήσεις.

Οι παραδοσιακοί ιστορικοί στάθηκαν με μεγάλη επιφύλαξη απέναντι στην εισβολή νέων επιστημόνων και νέων ερευνητικών μεθόδων στην παραδοσιακή ιστορία. Κυρίως όμως στάθηκαν επικριτικά απέναντι στην «ευκολία» με την οποία νέοι ερευνητές άγγιζαν θέματα τα οποία για τους παλαιότερους θεωρούνταν θέματα δύσκολα, ιερά, ή επικίνδυνα. Όλα αυτά που είχαν αφεθεί στο περιθώριο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας έρχονταν, τώρα, σχεδόν καταιγιστικά να διεκδικήσουν τη θέση που τόσα χρόνια είχαν στερηθεί στα επιστημονικά συνέδρια, στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα και στην ακαδημαϊκή συζήτηση εν γένει. Έτσι, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και μετά ολοένα και περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές και υποψήφιοι διδάκτορες ασχολήθηκαν με θέματα σχετικά με τη δεκαετία του 1940, οργανώθηκαν ομάδες μελέτης, εκδηλώσεις και εκδόθηκαν
αρκετά επιστημονικά πονήματα.

Μετά από σχεδόν μια εικοσαετία συστηματικής έρευνας, εκδόσεων, συνεδρίων και επιστημονικών (και όχι μόνο) αντιπαραθέσεων, η επιστημονική κοινότητα κέρδισε πολύ σε γνώσεις και οι επιστημονικές συζητήσεις έγιναν αντίστοιχα γονιμότερες και πλουσιότερες. Ωστόσο, υπάρχουν δύο σημεία στα οποία η έρευνα για τη δεκαετία του 1940 υστέρησε και δυστυχώς υστερεί ακόμη, συστηματικά. Το πρώτο είναι η έλλειψη συγκριτικών μελετών. Η μελέτη των εμφύλιων συγκρούσεων χαρακτηρίζεται από έναν επίμονο ελληνοκεντρισμό. Ενώ οι ερευνητές της τελευταίας γενιάς υπήρξαν αρκετά καινοτόμοι στη μέθοδο με την οποία προσέγγισαν το αντικείμενο της έρευνας τους και στα θέματα με τα οποία επέλεξαν να ασχοληθούν, υπήρξαν ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στη συγκριτική μελέτη των γεγονότων της δεκαετίας του 1940 με αντίστοιχα γεγονότα σε άλλες χώρες. Η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν φαινόμενα μοναδικά στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1940. Αντίθετα, σφράγισαν την ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου. Η ελληνική ερευνητική κοινότητα, ωστόσο, αν και θα μπορούσε να μελετά συγκριτικά την ελληνική εμπειρία, στέκεται απέναντι σε αυτή την προοπτική με περίσκεψη και αμηχανία.

Οι αιτίες θα μπορούσαν να είναι πολλές, τεχνικές, συμπτωματικές, ή ζητήματα νοοτροπίας των Ελλήνων ακαδημαϊκών. Ωστόσο, θα πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία γι’ αυτό τον ελληνοκεντρισμό και στο γεγονός ότι τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940 χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον πολιτικά, πολύ πριν ερευνηθούν ακαδημαϊκά. Έγιναν μέσο για την νομιμοποίηση νικητών και ηττημένων της εμφύλιας σύγκρουσης στο πάνθεον της εθνικής ιστορίας. Επιπλέον, αποτέλεσαν
τον βασικό ιδεολογικό άξονα για την συγκρότηση πολιτικών ταυτοτήτων που επιβίωσαν στο χρόνο συντηρώντας τις εμφυλιοπολεμικές διαιρέσεις. Η συγκριτική τους μελέτη, ως εκ τούτου, θα απειλούσε τη μοναδικότητα, την ηθική και ιστορική τους λάμψη και θα τα υποβίβαζε, ενδεχομένως, σε εμπειρίες λιγότερο συναισθηματικά και ηθικά φορτισμένες.

To δεύτερο σημείο δεν αφορά τόσο την ακαδημαϊκή παραγωγή καθαυτή όσο τις αντιπαραθέσεις που προκύπτουν γύρω από αυτή. Η συζήτηση περί αναθεωρητισμού, την οποία προκάλεσαν αρκετές επιστημονικές μελέτες, είναι αρκετά γνωστή και συνοψίζεται εξαιρετικά από τον Βαγγέλη Τζούκα στον ανά χείρας τόμο, επομένως δεν χρειάζεται να παρουσιαστεί και εδώ. Όμως, τόσο ο τρόπος όσο και το ύφος με τα οποία διεξήχθη και διεξάγεται μέχρι σήμερα μας οδηγούν σε μια βασική διαπίστωση: η συζήτηση για τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940, παρόλο που διεξάγεται από πανεπιστημιακούς και ερευνητές, τις περισσότερες φορές διατηρεί το πολιτικό της υπόβαθρο. Οι πράξεις των ιστορικών υποκειμένων νοηματοδοτούνται, εξιδανικεύονται ή επικρίνονται με βάση το παρόν, ενώ το καθαυτό ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων συνήθως υποτιμάται. Φαίνεται ότι παρόλο που οι αιματηρές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1940 τελείωσαν στρατιωτικά το 1949 και πολιτικά το 1989, δεν έχουν ακόμη τελειώσει για την ακαδημαϊκή κοινότητα. Πολλά θέματα προκαλούν ακόμη αμηχανία, και η πραγμάτευσή τους εκλαμβάνεται ως πράξη υβριστική για το ηρωικό παρελθόν είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς. Έτσι ο Εμφύλιος πόλεμος ξαναζωντανεύει μέσα στις αίθουσες των συνεδρίων και στις στήλες των εφημερίδων.

Αυτή τη φορά, βέβαια, θύμα του είναι μόνο η επιστημονική έρευνα, η οποία δεν μπορεί να αναπτυχθεί υπό το βάρος ενός διαλόγου που είναι ιδεολογικά και πολιτικά φορτισμένος. Σε αυτό το κλίμα πολλοί μελετητές επεδίωξαν με την έρευνά τους, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δικαιώσουν την πολιτική και συναισθηματική τους ταύτιση με τους νικητές ή τους ηττημένους του Εμφυλίου πολέμου. Ωστόσο, προκειμένου να προχωρήσει η έρευνα, γεγονότα και ιστορικά υποκείμενα είναι απαραίτητο να απογυμνωθούν από το πολιτικό βάρος που έχουν στο παρόν και να επανεγγραφούν στο σύγχρονό τους ιστορικό πλαίσιο. Από την άλλη πλευρά, προϋπόθεση για το παραπάνω είναι να ερμηνευθεί γιατί η δεκαετία του 1940 απέκτησε τέτοιο πολιτικό βάρος στην επιστημονική κοινότητα, να αποκωδικοποιηθούν δηλαδή οι χρήσεις του παρελθόντος και οι ταυτότητες που κατασκευάζονται μέσω αυτών.

Τα κείμενα του τόμου

Ο ανά χείρας τόμος περιέχει μια σειρά από κείμενα που διέπονται από τη λογική που καταθέσαμε ως εδώ. Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο Το διακύβευμα της Κατοχής: «λόγοι» και αντίλογοι μιας ρευστής εξουσίας, φιλοξενούνται τέσσερα κείμενα – προσεγγίσεις διαφορετικών «λόγων» που διατυπώθηκαν την περίοδο της Κατοχής. Πρόκειται, επομένως, για την επεξεργασία ενός λόγου σύγχρονου με τα γεγονότα και γι’ αυτό ιδιαίτερα χρήσιμου στην αναπαράσταση της περιόδου.

Στα κείμενα των Αργύρη Μαμαρέλη και Βασίλη Ριτζαλέου ο λόγος που τροφοδοτεί την ιστοριογραφική προσέγγιση προέρχεται κατά βάση από τα βουλγαρικά αρχεία, και αναδεικνύει τις πολιτικές διαχείρισης από τη μεριά των Αρχών Κατοχής στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη δύο ιδιαίτερα ευαίσθητων ομάδων, της Μουσουλμανικής Μειονότητας της Θράκης, στην πρώτη περίπτωση, και των Εβραίων στη δεύτερη.

Η συνεισφορά του Αντώνη Κλάψη, από την άλλη μεριά, μας κάνει κοινωνούς των βαθύτερων σκέψεων που διακατείχαν τους απεσταλμένους των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής. Στο «λόγο» των βρετανικών αναφορών αναδεικνύονται με σαφήνεια οι προθέσεις του βρετανικού παράγοντα για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια της μεταπολεμικής εποχής, αλλά ταυτόχρονα και τα όρια της βρετανικής διπλωματίας μπροστά στο νέο πολιτικό σκηνικό που είχε διαμορφωθεί από την κυριαρχία του ΕΑΜ. Ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, στον αντίποδα, αξιοποιεί τόσο τον επίσημο κρατικό κατοχικό «λόγο» όσο και τον αντίλογό του, την αριστερή άποψη όπως διατυπώνεται προφορικά στο παρόν, για να προσεγγίσει τις εμφύλιες συγκρούσεις του τελευταίου χρόνου της Κατοχής στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας. Σε συνδυασμό με την προσέγγιση του Αντώνη Κλάψη, καθίσταται περισσότερο κατανοητή και η νομοτελειακή -ένοπλη πια- σύγκρουση των αντιθετικών αυτών «λόγων» στα Δεκεμβριανά του 1944.

Στα κείμενα της δεύτερης ενότητας, που φέρει τον τίτλο Διερευνώντας τους «λόγους» του εμφυλιακού κράτους, η προσέγγιση του Ιωάννη Φίλανδρου στον κοινοβουλευτικό λόγο του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στη διάρκεια της θητείας του στην «ξεχασμένη» εμφυλιακή Βουλή, καθιστά φανερή την αδυναμία ενός λόγου μετριοπαθούς να φανεί αποτελεσματικός στην πόλωση της περιόδου του Εμφυλίου. Σε τελική ανάλυση, ο χαρακτηρισμός «ξεχασμένη Βουλή» αναδεικνύει σημειωτικά και το πεδίο της αντιπαράθεσης: η σύγκρουση των «λόγων» δεν ήταν πια φραστική αλλά ένοπλη, και η εμφυλιακή Βουλή ελάχιστα μπορούσε να διατυπώσει αποτελεσματικά έναν εναλλακτικό λόγο, ακόμη και όταν το επεδίωκε, όπως στην περίπτωση του Π. Κανελλόπουλου.

Στη Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης μας μεταφέρει ξανά το κείμενο του Γιώργου Νιάρχου, αλλά αυτή τη φορά για να διερευνηθούν ο «λόγος» του ελληνικού εμφυλιακού κράτους απέναντί της, οι προσπάθειες προσεταιρισμού της από το ΔΣΕ και τελικά η παθητική στάση της ίδιας της Μειονότητας, που θεωρούσε τον Εμφύλιο ως κάτι που δεν την αφορούσε. Το κείμενο φέρει στο φως σημαντικά στοιχεία που θα μπορούσαν μελλοντικά να συνδυαστούν με τη μετεμφυλιακή αντιμετώπιση της Μειονότητας, και ειδικά των Πομάκων, υπό το πρίσμα της διεκδίκησης, σήμερα, μιας διαφορετικής εθνοτικής ταυτότητας από μέρους τους.

Η έννοια του «λόγου» αποκτά μία κάπως διαφορετική διάσταση στη συνεισφορά της Βασιλικής Λάζου. Πρόκειται αφενός για το λόγο των εφημερίδων της Λαμίας απέναντι στη δημόσια διαπόμπευση των αιχμαλώτων μαχητών του ΔΣΕ στην πόλη στη διάρκεια του Εμφυλίου, αφετέρου για την ίδια τη διαδικασία της διαπόμπευσης ως τελετουργικού «λόγου» από τη μεριά των νικητών. Στην πρώτη περίπτωση, στο λόγο δηλαδή των εφημερίδων, μπορεί κανείς να διακρίνει -ανάμεσα στις θριαμβολογίες- την αμηχανία που προκαλούσε η συγκεκριμένη τελετουργία στο κοινό της πόλης, προς το οποίο και απευθυνόταν. Στη δεύτερη περίπτωση, ο στόχος της «εθνικής ενότητας» περνούσε επιπλέον από την αναγκαστική μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού, ώστε να συμμετάσχει στην τελετουργία, στοιχεία που την αναδεικνύουν σε ένα ενδιαφέρον «διακείμενο». Τέλος, το κείμενο του Πέτρου Παπαπολυβίου μας δίνει μια ακόμη πτυχή του κυρίαρχου λόγου της εποχής του Εμφυλίου, ενός λόγου στα όρια του κράτους και του παρακράτους, μέσα από τη δημοσίευση του αρχείου του «Εθνικού Αγροτικού Κόμματος Χιτών» της Θεσσαλονίκης.

Στην τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται Αφηγήσεις από τη σκοπιά του μετεμφυλιακού κράτους, τα κείμενα επεξεργάζονται το «λόγο» των νικητών του Εμφυλίου σε διάφορα επίπεδα. Η συνεισφορά των Peter Siani-Davies και Στέφανου Κατσίκα αναδεικνύει εύγλωττα τη μεταφορά της εμφύλιας διαμάχης του τέλους της δεκαετίας του 1940 στους κοινωνικούς και εργασιακούς χώρους της δεκαετίας του 1950, με αφορμή την εξέταση του «Καπνικού Νόμου» του 1953. Στο κείμενο, πάλι, των Χρύσας Γιαννοπούλου και Θοδωρή Κούρου παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται ο «λόγος» ενός σημαντικού μετεμφυλιακού θεσμού, του στρατού, μέσα από τα μνημεία που ανήγειρε στη μετεμφυλιακή περίοδο αλλά και μέχρι τη δεκαετία του 1990 σε μια συνοριακή περιοχή ιδιαίτερα φορτισμένη από τα γεγονότα της δεκαετίας του 1940, την ελληνοαλβανική μεθόριο.

Η κυριαρχία του «λόγου» των νικητών στη μετεμφυλιακή περίοδο και μέχρι τη Μεταπολίτευση αναδεικνύεται και στην προσέγγιση του Γιώργου Ανδρίτσου, όπου το πεδίο της έκφρασης της κυριαρχίας αυτής είναι ο κινηματογράφος της περιόδου της Δικτατορίας (1967 – 1974). Στο τελευταίο κείμενο της ενότητας, οι Βασίλης Δαλκαβούκης και Αριάδνη Αντωνιάδου επιχειρούν να αναδείξουν τη διακειμενικότητα του χώρου σε μια συνοριακή κοινότητα της ελληνοαλβανικής μεθορίου: η επιλεκτική μνήμη της κοινότητας, σύμφωνη με την επίσημη εθνική εκδοχή, ελπίζει να «ξορκίσει» τη μνήμη του Εμφυλίου κυριαρχώντας στο χώρο. Η τελευταία, ωστόσο, εξακολουθεί να επιβιώνει στις αφηγήσεις των ανθρώπων και να διαμορφώνει πολιτικές στάσεις και στρατηγικές επιβίωσης.

Η τέταρτη ενότητα του τόμου είναι αφιερωμένη στις Όψεις από τις αφηγήσεις των ηττημένων του Εμφυλίου. Ο Κώστας Τσίβος ασχολείται στο κείμενό του με το «λόγο» μιας ειδικής κατηγορίας ηττημένων, της σλαβομακεδονικής κοινότητας των πολιτικών προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας, έτσι όπως αναδεικνύεται τόσο από τα δικά τους κείμενα των δύο πρώτων μετεμφυλιακών δεκαετιών όσο και από τα επίσημα αρχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας. Ο οιονεί «κρατικός λόγος» των Σλαβομακεδόνων της Τσεχοσλοβακίας φαίνεται να δικαιώθηκε στη δεκαετία του 1970, όταν η Γιουγκοσλαβία του Τίτο άνοιξε τα σύνορα για τον «επαναπατρισμό» τους. Πολλοί άλλοι, ωστόσο, προτίμησαν να καταφύγουν στη Δύση, όταν τους επιτράπηκε να βγουν από τη χώρα.

Στο κείμενο της Κατερίνας Τσέκου επιχειρείται η διερεύνηση του «λόγου» των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στη Βουλγαρία, μέσα από την ανάγκη τους να διαχειριστούν την «προσωρινή τους διαμονή» σ’ ένα κράτος – κατακτητή μέχρι και το τέλος της Κατοχής. Η διακριτή τομή για την ταξινόμηση αυτού του λόγου σε «πριν» και «μετά» είναι η αλλαγή του καθεστώτος στη Βουλγαρία και η επαναφορά του κοινοβουλευτισμού: η κυριαρχία του επίσημου κομματικού λόγου «πριν», αντικαθίσταται από ένα λόγο κριτικό «μετά», χωρίς να συνοδεύεται απαραίτητα από την πλήρη ταύτιση ούτε με τη βουλγαρική ούτε με την ελληνική εκδοχή. Παραμένει έτσι ένας λόγος μετέωρος, στα όρια της περιθωριακότητας, ακόμη και για τη δεύτερη ή την τρίτη γενιά.

Την τέταρτη ενότητα κλείνει το κείμενο του Παναγιώτη Σπυρόπουλου. Είναι η σειρά των ηττημένων του Εμφυλίου να αφηγηθούν τη δική τους εκδοχή μέσα από τον κινηματογράφο, και η αφήγηση αυτή μας γίνεται περισσότερο σαφής μέσω της εφαρμογής ενός αναλυτικού εργαλείου το οποίο εισηγήθηκε ο Mikhail Bakhtine, το «χρονότοπο». Έτσι στον κινηματογραφικό «λόγο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου συμπυκνώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο η άποψη της Αριστεράς, ηττημένης μεν αλλά δικαιωμένης, τελικά, στο επίπεδο της αφήγησης.

Η πέμπτη και τελευταία ενότητα αυτού του τόμου έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα. Καθώς φέρει τον τίτλο Αποδομώντας τις αφηγήσεις για τη δεκαετία του 1940: η μετανεωτερική ιστοριογραφία και τα όριά της, συνιστά στην πραγματικότητα ένα «λόγο» περί των «λόγων» για τη δεκαετία του 1940, όπως διατυπώθηκαν στη συγχρονία των γεγονότων και μέχρι σήμερα. Στο κείμενο της Ελένης
Πασχαλούδη παρακολουθούμε τις παράλληλες πορείες σε Η.Π.Α., Ισπανία και Ελλάδα για τη διαχείριση του τραύματος του εμφυλίου της κάθε περίπτωσης. Οι ομοιότητες είναι πολλές, πολλές ωστόσο είναι και οι διαφορές των τριών περιπτώσεων. Αυτό που έχει, πάντως, τη μεγαλύτερη σημασία είναι η αρχή της αποδόμησης της ελληνικής ιστοριογραφικής εσωστρέφειας για τον Εμφύλιο, αφού η συγκριτική διάσταση αποδεσμεύει την προσέγγιση του Εμφυλίου από την πολιτική της αξιοποίηση στο παρόν.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η συνεισφορά του Λουκιανού Χασιώτη. Εδώ το συγκριτικό πλαίσιο είναι ο ελληνικός και ο ισπανικός Εμφύλιος, και το πεδίο οι αντιπαρατιθέμενοι «λόγοι» για τα παιδιά. Η αποδόμηση της ρητορικής των αντίπαλων παρατάξεων και στις δύο περιπτώσεις αναδεικνύει έναν προνομιακό χώρο για την εφαρμογή του ιστορικού αναστοχασμού πάνω στους «λόγους» της εκάστοτε εξουσίας, τόσο των νικητών όσο και των ηττημένων της κάθε περίπτωσης.

Στα Βαλκάνια μας μεταφέρει ξανά η συνεισφορά του Ηλία Σκουλίδα. Μέσα από την εξέταση τόσο της ιστοριογραφικής όσο και της προσωπικής ή και μυθοπλαστικής αφήγησης για τη δεκαετία του 1940 στην Αλβανία και στην Ελλάδα, ο συγγραφέας επισημαίνει τόσο το χαρακτήρα της «κατασκευής» που χαρακτηρίζει τις αφηγήσεις αυτές, καθώς αναπαράγουν κατά κανόνα τα εκατέρωθεν εθνικά στερεότυπα, όσο και τις διαφορετικές επιλογές στην πρόσφατη ιστοριογραφική παραγωγή, αφού η αλβανική εκδοχή επαναδιαπραγματεύεται το εθνικό αφήγημα σ’ ένα πλαίσιο
λίγο – πολύ ενιαίο σε όλη τη μετα-σοσιαλιστική ανατολική Ευρώπη, σε αντίθεση με την ελληνική περίπτωση που εντάσσει όλο και πιο δυναμικά τη μετα-νεωτερική οπτική στον προβληματισμό της.

Η πέμπτη ενότητα κλείνει -καθόλου τυχαία- με το κείμενο του Βαγγέλη Τζούκα. Στο στόχαστρο της αποδόμησης αυτή τη φορά βρίσκεται το σύνολο της ιστοριογραφικής παραγωγής για τη δεκαετία του 1940, ταξινομημένο με βάση τα κυρίαρχα αφηγήματα που διατυπώθηκαν ανά περίοδο.

Είναι προφανές ότι από την απόπειρα του Βαγγέλη Τζούκα δε θα μπορούσε να απουσιάζει ούτε ο ίδιος ο «μετα-νεωτερικός» / αναστοχαστικός / «αναθεωρητικός» ιστοριογραφικός λόγος που αποδομεί τους προηγούμενους. Με την έννοια αυτή, όμως, και ο ανά χείρας τόμος -αναστοχαστικός και ο ίδιος- δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί. Τον παραδίδουμε, λοιπόν, στο αναγνωστικό κοινό, με την προσδοκία ότι θα προκαλέσει ένα νέο κύκλο επιστημολογικής συζήτησης για τη δεκαετία του 1940 και θα δεχτεί την (καλόπιστη) κριτική που του αναλογεί.
                                                               
                                                                           Βασίλης Δαλκαβούκης - Ελένη Πασχαλούδη


Αναδημοσίευση από http://www.epikentro.gr/index.php?isbn=9789604582891
Σημείωση: Από την Εισαγωγή έχουμε αφαιρέσει τις παραπομπές και την βιβλιογραφία τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε στην παραπάνω διεύθυνση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου