Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

Η ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Νίκος Μαραντζίδης

Εισαγωγή

Ο όρος τοπικές μελέτες υποδήλωνε πάντα στην ελληνική επιστημονική παραγωγή κάτι το υποδεέστερο: τοπικού χαρακτήρα έργα δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με το σημαντικό επιστημονικό διακύβευμα που θεωρούνταν πως αποτελούσε η αφήγηση και η ερμηνεία του όλου και του γενικού. Μάλιστα, η τοπική ιστορία ως ειδικό κομμάτι της ιστοριογραφίας γινόταν αντιληπτή ως ένα συμπληρωματικό είδος το οποίο επιτρεπόταν να καλλιεργείται από ερασιτέχνες ιστορικούς (συνήθως δασκάλους ή άλλους εκπαιδευτικούς) και χρησίμευε βασικά στον επαγγελματία ιστορικό ως μια πρόσθετη πηγή. Στα περισσότερα από τα βιβλιογραφικά άρθρα που γράφτηκαν για την περίοδο, το είδος αυτό της ερευνητικής παραγωγής περνάει σχεδόν απαρατήρητο.

Συχνά, επίσης, το τοπικό υποδήλωνε το σπάνιο, την εξαίρεση, αυτό που δεν αφορούσε το γενικό και που άξιζε να παρουσιαστεί ως κάτι το φολκλορικό, το γραφικό ή το τερατώδες.

Η πρώτη φάση της βιβλιογραφικής παραγωγής για την δεκαετία του ’40 -δηλαδή τα χρόνια από το τέλος του εμφυλίου πολέμου μέχρι και τη δεκαετία του ’70-παρουσιάζει πολλά έργα τοπικού ενδιαφέροντος. Τα περισσότερα όμως από αυτά είναι κυρίως γραπτές αναμνήσεις ή έστω αποτελούν ένα συνδυασμό από καταγραφές προσωπικών εμπειριών και ερασιτεχνικής ιστοριογραφίας. Συχνά ο στόχος είναι η δικαίωση της συμμετοχής του γράφοντος στη μία ή στην άλλη παράταξη και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις ή δικαίωση της μνήμης κάποιων αγαπημένων προσώπων. Αυτό δεν σημαίνει πως τα παραπάνω έργα είναι χωρίς σημασία, ούτε πως πρόκειται για αναξιόπιστες πηγές. Κάθε άλλο· καθώς αρκετά από αυτά τα έργα μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για γεγονότα και καταστάσεις.

Όμως θέλω ευθύς εξαρχής να ξεχωρίσω την επιστημονική παραγωγή που συνδέεται με την τοπική διάσταση με αυτά τα απομνημονεύματα ή τα μικτού χαρακτήρα έργα. Με αυτό το άρθρο, επιχειρείται να παρουσιαστεί η κατηγορία ερευνητικής- επιστημονικής παραγωγής για την περίοδο 1940-1950 που χαρακτηρίστηκε ως τοπική ιστορία ή τοπική έρευνα. Εδώ, θα γίνει αναφορά στις βασικές τάσεις και στην εξέλιξη αυτής της κατηγορίας εργασιών μέσα στο χρόνο. Δεν παρουσιάζεται δηλαδή το σύνολο των εργασιών τοπικού χαρακτήρα, αλλά μόνο αυτές οι εργασίες που θεωρήθηκαν πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο επηρέασαν τη φυσιογνωμία της έρευνας για την υπό συζήτηση περίοδο και συνέβαλαν στην περαιτέρω γνώση μας για αυτά τα χρόνια.

Στην πρώτη, λοιπόν, περίοδο αμέσως μετά την κατοχή και τον εμφύλιο, λίγα είναι τα έργα τοπικής διάστασης που δεν έχουν στενό χαρακτήρα απομνημονεύματος και που επιχειρούν με τρόπο «ψυχρό» να περιγράψουν, να αναλύσουν και να εξηγήσουν πτυχές της περιόδου αυτής, χωρίς να εμπλέκονται μέσα στις εντάσεις που σημάδεψαν τα γεγονότα της περιόδου. Εδώ χρειάζεται να γίνει αναφορά στο έργο του Ευάγγελου Κωφού για το Μακεδονικό ζήτημα 1. Πρόκειται βέβαια για εργασία που τοποθετείται στο πεδίο της ιστορίας των διεθνών σχέσεων, όμως η ανάλυση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών στην περιοχή της Μακεδονίας, η παρουσίαση των συγκρούσεων στην περιοχή και, κυρίως, η ανάδειξη του κεντρικού ρόλου της γεωγραφίας για την κατανόηση των εξελίξεων αναμφισβήτητα μετατρέπουν την εργασία αυτή σε προπομπό των μετέπειτα έργων τοπικής διάστασης. Αναμφίβολα η σύνδεση ανάμεσα στο τοπικό το εθνικό και το διεθνές πλαίσιο που κάνει ο Κωφός, έχει ως αποτέλεσμα μια πολύ οξυδερκή ανάλυση του θέματος. Αργότερα, από την οπτική γωνία του ιστορικού, ο Χ. Φλάϊσερ είναι από τους πρώτους που δεν φοβήθηκαν να μπουν στο τοπικό έχοντας ταυτόχρονα στο νου τους το γενικό πλαίσιο 2.

Ι. Η πρώτη ανάπτυξη

Θα χρειαστεί να περιμένουμε να φτάσει η δεκαετία του ’80 και να εισβάλει με ένα πνεύμα ερευνητικού ενθουσιασμού η Κοινωνική Ανθρωπολογία στις μελέτες της δεκαετίας του ’40, για να δούμε την πρώτη πραγματική ανάπτυξη της τοπικής διάστασης σε ότι αφορά τον εμφύλιο πόλεμο 3. Το άρθρο του κοινωνικού ανθρωπολόγου Στάνλεϋ Άσενμπρενερ (Stanley Aschenbrenner) «Ο εμφύλιος από την οπτική ενός μεσσηνιακού χωριού», στο συλλογικό τόμο που επιμελήθηκαν οι L. Baerentzen, J. Iatrides και Ο. Smith 4, θεωρείται από αρκετούς ως η αφετηρία για τη μελέτη της τοπικής διάστασης. Ο Aschenbrenner χρησιμοποιώντας τα μεθοδολογικά εργαλεία της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ανέδειξε μια «από τα κάτω» οπτική του εμφυλίου πολέμου. Με άλλα λόγια, επιχείρησε να δει πως το τοπικό ενσωματώνει τις γενικές αντιθέσεις. Πως οι ομάδες συγγένειας, οι φιλίες και τα τοπικά δίκτυα συμβάλουν στην τοπική αναπαραγωγή των εθνικών διαιρετικών τομών. Εντέλει, εξέτασε πως σε μια κατάσταση όπου επικρατούν συνθήκες ανασφάλειας και φόβου οι άνθρωποι μιας μικρής κοινότητας τα βγάζουν πέρα και προσαρμόζονται. Εξέτασε επίσης, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές που οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι χρησιμοποιούν, όταν η καθημερινότητα ξαναβρίσκει τους ρυθμούς της μετά από τη θύελλα των γεγονότων. Η ίδια μεθοδολογική οπτική χαρακτηρίζει και την εργασία του Χανς Βερμέλεν (Hans Vermeulen) «Το βάρος του παρελθόντος. Η εξουσία των καπετάνιων στο χωριό του Κάιν και του Άβελ» που δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο των Ε. Παπαταξιάρχη και Θ. Παραδέλλη 5. Πρόκειται για μια εργασία στηριγμένη στην επιτόπια έρευνα που είχε ξεκινήσει ο συγγραφέας από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 σε ένα χωριό του νομού Σερρών. Ο Βερμέλεν παρουσιάζει τον χαρακτήρα της διείσδυσης του εμφυλίου πολέμου μέσα στο χωριό, την όσμωση της γενικής σύγκρουσης με τις τοπικές αντιπαλότητες και εντέλει τη μετατροπή της αντίθεσης σε έκφραση μιας διαμάχης μεταξύ δύο ανταγωνιστικών φατριών μέσα στο χωριό. Η διαμάχη αυτή υπερβαίνει κατά πολύ τα χρονικά πλαίσια του εμφυλίου πολέμου, ενώ σύμφωνα με τον συγγραφέα οι φατρίες αυτές δεν εμφάνιζαν ιδεολογικές διαφορές αλλά έχει τα χαρακτηριστικά αυτού που ο Έντουαρντ Μπάφιλντ (E. Banfield) αποκάλεσε «ανήθικο οικογενειασμό» (amoral familism) 6. Και σε αυτήν την εργασία αναδεικνύεται ο αυτόνομος τρόπος που το τοπικό ενσωμάτωσε στις τοπικές και κοινοτικές συγκρούσεις τις γενικές και εθνικές αντιθέσεις. Ειδικότερα, η σχέση αυτή αναδεικνύεται με δραματικό τρόπο στην περίοδο του εμφυλίου όπου οι τοπικοί ανταγωνισμοί μετατρέπονται σε ένοπλες ενδοκοινοτικές συγκρούσεις.

Στον ίδιο αυτό τόμο, το άρθρο της Άννα Κόλλαρντ (Α. Collard) που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1987, με τίτλο «Διερευνώντας την κοινωνική μνήμη στον ελλαδικό χώρο», επιχειρεί να ενσκήψει στην κοινωνική μνήμη του εμφυλίου πολέμου στα χωριά της Ευρυτανίας. Η Collard προσπαθεί να καταλάβει πως βιώθηκε η ιστορία από τους «καθημερινούς ανθρώπους», πως αναπλάθεται και τελικά πως αυτή χρησιμοποιείται στο παρόν. Όπως μάλιστα σημειώνει η συγγραφέας «η κοινωνική μνήμη μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι επηρεάζει, μέσω αυτής της διαδικασίας, την ταυτότητα του χωριού με έναν ιδιαίτερο τρόπο» 7.

Η εξέταση της ατομικής και συλλογικής μνήμης ως ξεχωριστού εργαλείου για την κατανόηση της δεκαετίας του ’40 άνοιξε νέους ερευνητικούς ορίζοντες. Υπήρξε ο δρόμος που μας οδήγησε να αντιληφθούμε τα γεγονότα όχι μόνο από την πλευρά των πρωταγωνιστών αλλά και από την πλευρά των άλλων, των απλών ανθρώπων, των «κομπάρσων» της επίσημης ιστορίας. Μας επέτρεψε επίσης να κατανοήσουμε πως οι άνθρωποι κατασκευάζουν συχνά το (συγκεκριμένο) παρελθόν προκειμένου να δικαιώσουν σημερινές τους στάσεις και συμπεριφορές.

Οι παραπάνω εργασίες εξέτασαν για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο, τον εμφύλιο πόλεμο ως ένα σύνολο βιωμάτων των μη πρωταγωνιστών, ως μέρος της ζωής κάποιων ανθρώπων και όχι ως ένα πολιτικό γεγονός στην διαμόρφωση του οποίου οι απλοί άνθρωποι δεν είχαν καμιά επίδραση στα γεγονότα παρά μόνο στρατεύτηκαν ή αναγκάστηκαν να στρατευτούν με τη μία ή την άλλη πλευρά . Μέσω όμως της μελέτης του βιώματος του εμφυλίου από την πλευρά των απλών ανθρώπων, μαθαίνουμε για την ίδια τη φυσιογνωμία του εμφυλίου, το εύρος του και την απήχησή στην ελληνική κοινωνία σε βάθος χρόνου. Η κατοχή και ο εμφύλιος πόλεμος μετατρέπονται έτσι από πολιτικές πραγματικότητες σε πολιτικοκοινωνικές πραγματικότητες, σε παραγωγούς θεσμών, ατομικών και συλλογικών συμπεριφορών και σχέσεων.

Παρά την καινοτόμο οπτική και μεθοδολογία τους, οι μελέτες αυτές, λίγο επηρέασαν τις βασικές ερευνητικές τάσεις στην δεκαετία του ’80. Καθώς κυριαρχούσε, από τη μια, η προσπάθεια της πλήρους αποδόμησης του μύθου της επίσημης μεταπολεμικής ιστοριογραφίας για τον εμφύλιο πόλεμο, και από την άλλη, αναζητούνταν μια νέα καθολική αφήγηση για τα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου 8, τα ερευνητικά εργαλεία και πορίσματα της κοινωνικής ανθρωπολογίας αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως περιφερειακά (ή και περιθωριακά) στη μελέτη της δεκαετίας του ’40. Βασικό μειονέκτημα αυτών των εργασιών τοπικής διάστασης υπήρξε αναμφισβήτητα η αδυναμία γενίκευσης των συμπερασμάτων τους, πράγμα, πάντως, που οι ίδιοι οι ερευνητές δεν έδειξαν να έχουν ως βασική τους έγνοια.

ΙΙ. Η φάση της ανάπτυξης στη δεκαετία του ’90 και το 2000

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα νερά ταρακουνήθηκαν από την εμφάνιση κάποιων σημαντικών επιστημονικών έργων επικεντρωμένων σε συλλογικά υποκείμενα προσδιορισμένα τοπικά ή κοινωνικά 9. Οι εργασίες αυτές προέρχονταν από δύο διαφορετικά επιστημονικά πεδία την Ιστορία και την Κοινωνική Ανθρωπολογία. Είχαν διαφορετικές μεθοδολογικές αφετηρίες και οπωσδήποτε κατέγραψαν διαφορετικές ατομικές και ερευνητικές ευαισθησίες. Ο Ι. Κολιόπουλος χρησιμοποιώντας τόσο γραπτές όσο και προφορικές πηγές ανέδειξε τις διάφορες πτυχές του μακεδονικού προβλήματος στη δεκαετία του ’40, τόσο από την πλευρά των πολιτικών και στρατιωτικών μηχανισμών όσο και από την οπτική γωνία των πληθυσμών που ζούσαν στην περιοχή της δυτικής Μακεδονίας τα δύσκολα αυτά χρόνια.

Η Τ. Βερβενιώτη «ανακάλυψε» ένα κοινωνικό υποκείμενο, τη γυναίκα, που μέχρι τη δική της δουλειά είχε συστηματικά υποτιμηθεί ο ρόλος του και η συμμετοχή του στα γεγονότα της περιόδου. Η Βερβενιώτη αξιοποίησε ένα μεθοδολογικό εργαλείο που η ιστορική επιστήμη στην Ελλάδα δεν συνήθιζε να χρησιμοποιεί: την προφορική μαρτυρία.

Από την σκοπιά της κοινωνικής ανθρωπολογίας, η Ρίκη Μπουσχότεν αποπειράθηκε να συνδέσει την τοπική ιστορία με τις εξελίξεις σε εθνικό επίπεδο, τα γεγονότα με τη μνήμη των γεγονότων. Με την εργασία της επιχείρησε να πετύχει έναν διπλό στόχο: από τη μια να φέρει στο φως τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην περιοχή της κοινότητας του Ζιάκα Γρεβενών και που οδήγησαν ένα ολόκληρο χωριό να πάρει το δρόμο της εξόδου προς τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, και από την άλλη να κατανοήσει τον ρόλο της πολιτικής συγκυρίας και του παρόντος στην ανάκληση και κατασκευή των αναμνήσεων από τα υποκείμενα. Την ίδια ακριβώς χρονιά, το 1997, μια δική μου εργασία (Οι Μικρές Μόσχες) προσπάθησε χρησιμοποιώντας και αυτή το εργαλείο της προφορικής μαρτυρίας και την επιτόπια έρευνα, να κατανοήσει τα χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής παρουσίας στον ελλαδικό αγροτικό χώρο. Αν και το αντικείμενο της μελέτης είναι διαφορετικό, εκ των πραγμάτων, το βιβλίο αφιερώνει αρκετά σημαντικό τμήμα του στις εμπειρίες της κατοχής και του εμφυλίου και στον τρόπο με τον οποίον αυτές επέδρασαν στην πολιτική και εκλογική παρουσία του ΚΚΕ αλλά και γενικότερα στη συνολική φυσιογνωμία του συγκεκριμένου κόμματος. Ενδιαφέρον, είναι το στοιχείο πως αρκετά από τα πορίσματα που βρίσκουμε στο βιβλίο της Μπουσχότεν, εντοπίζονται και στις Μικρές Μόσχες 10.

ΙΙΙ. Η (επαν)εμφάνιση της πολιτικής επιστήμης στο πεδίο του εμφυλίου

Μέχρι την δεκαετία του 1990, η έρευνα για την κατοχή και τον εμφύλιο υπήρξε κατά βάση προνόμιο των ιστορικών. Η πολιτική επιστήμη και η κοινωνιολογία έκαναν μια πρώτη εμφάνιση στη δεκαετία του ’70. Στο συνέδριο της Modern Greek Studies Association το 1978, μια σειρά από πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι (Αλιβιζάτος, Μαυρογορδάτος, Τσουκαλάς, κ.α.) παρουσίασαν ένα σημαντικό νέο έργο που αναμφίβολα υπήρξε σταθμός για την έρευνα 11. Στη συνέχεια πάντως λίγοι υπήρξαν οι πολιτικοί επιστήμονες που εστίασαν την προσοχή τους στην περίοδο 12. Την δεκαετία του ’80, η είσοδος της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην έρευνα για την κατοχή και τον εμφύλιο συνέβαλε αναμφίβολα στον εμπλουτισμό της γνώσης μας για την περίοδο. Θα χρειαστεί όμως ουσιαστικά να μπει ο 21ος αιώνας για να δούμε την εμφάνιση και άλλων επιστημών που στο πεδίο του εμφυλίου θα μετατοπίσουν την έρευνα στην τοπική διάσταση.

Η δημοσίευση του άρθρου του Στάθη Καλύβα, «Red Terror: Leftist Violence during the Occupation” στο συλλογικό τόμο που επιμελήθηκε ο Μark Mazower 13, ανατάραξε από πολλές απόψεις τα νερά καθώς το άρθρο αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα επιστημονικά άρθρα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Για πρώτη φορά, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας από το πεδίο του εμφυλίου πολέμου, η πολιτική επιστήμη επανεμφανίστηκε με μια εργασία που το κύριο χαρακτηριστικό της υπήρξε η νεωτερική μεθοδολογική οπτική του συγγραφέα και η επικέντρωση του σε ένα ευαίσθητο θέμα για την βιβλιογραφία: τη βία της Αριστεράς την περίοδο της Αντίστασης και κατά την Απελευθέρωση.

Η έρευνα επικεντρώνεται στην περιοχή της Αργολίδας αλλά επιχειρεί να προβεί σε συμπεράσματα που έχουν γενικότερη αξία. Ενώ οι μέχρι εκείνη τη στιγμή εργασίες τοπικής διάστασης που προέρχονταν από το χώρο της ιστορίας και της ανθρωπολογίας περιορίζονταν είτε στο ένα χωριό είτε στην μονογραφική παρουσίαση μιας περιοχής σε μία περίοδο, η εργασία του Καλύβα προσπάθησε να κατανοήσει τη δομή της αριστερής βίας, και κυρίως τη λογική της, ξεπερνώντας δύο αντιτιθέμενους μύθους: α) είτε από τη μια, ότι η βία της αριστεράς ήταν προϊόν κάποιων ανεξέλεγκτων φανατικών ή προβληματικών προσώπων από αυτούς που πάντοτε εμφανίζονται σε ανώμαλες καταστάσεις, β) είτε από την άλλη, ότι τα πάντα εκπορεύονταν από τον κεντρικό μηχανισμό του ΚΚΕ και πως οι χωρικοί ήταν απλώς άβουλα ή αδύναμα να αντιδράσουν εκτελεστικά όργανα μιας ξένης προς την κοινότητα δύναμης.

Ουσιαστικά, μέσω της μελέτης της βίας σε μια ευρύτερη περιοχή ο Καλύβας αποπειράθηκε να κατανοήσει τα πολλά είδη σχέσεων: τη σχέση ανάμεσα στο τοπικό και το γενικό, το ατομικό και το συλλογικό, τα μεμονωμένα υποκείμενα και τους πολιτικούς μηχανισμούς, την ιδεολογία και τον καταναγκασμό. Ο Καλύβας καταλήγει στα συμπεράσματα του πως η βία του εμφυλίου πολέμου δεν ήταν ούτε αποκλειστικά υπόθεση οικογενειακών ή τοπικών ανταγωνισμών ούτε και μόνο πολιτική βία παραγώμενη από την στρατηγική των οργανώσεων. Ήταν και τα δύο. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Στ. Καλύβας παρουσίασε μια συνθετική δουλειά συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης (The Logic of violence in civil war), η οποία επιχειρεί να δώσει ένα θεωρητικό και συγκριτικό πλαίσιο ανάλυσης της λογικής της βίας στους εμφύλιους πολέμους 14.

Πόσο πραγματικά γενικεύσιμα είναι τα συμπεράσματα του Καλύβα από την περιοχή της Αργολίδας; Ο Χάγκεν Φλάισερ, για παράδειγμα, σε μια βιβλιοκριτική που δημοσίευσε στο περιοδικό Επιστήμη και Κοινωνία, γράφει μεταξύ άλλων πως «η σοβαρότερη ίσως επιφύλαξή μου έγκειται στην προσπάθεια γενίκευσης αυτής της – παρά τις επιμέρους ενστάσεις- σημαντικής τοπικής μελέτης» 15. Ο Φλάισερ έχει δίκιο να ρωτά. Τίποτε αρχικά, δεν μας έλεγε πως τα πορίσματα της έρευνας του Καλύβα είναι γενικεύσιμα. Αυτές όμως που είναι γενικεύσιμες είναι οι μεθοδολογικές προϋποθέσεις της επιστημονικής έρευνας για τον εμφύλιο. Για να καταλάβουμε τη βία της δεκαετίας του ’40 και εντέλει για να καταλάβουμε τον ίδιο τον εμφύλιο πόλεμο είμαστε αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουμε από τη μια μεριά νέα θεωρητικά εργαλεία (η ανάδειξη της μελέτης της βίας είναι ένα τέτοιο αλλά όχι το μόνο) και από την άλλη συστηματική και δημιουργική εμπειρική έρευνα, με αντικειμενικώς μετρήσιμα δεδομένα. Ο Καλύβας επισημαίνει την ανάγκη ερευνητικής στροφής στο μαζικό επίπεδο 16.

Όχι τυχαία, λίγο καιρό αργότερα εμφανίστηκε μια δεύτερη δουλειά προερχόμενη από το χώρο της πολιτικής επιστήμης, το Γιασασίν Μιλλέτ 17. Η εργασία αυτή δεν ξεκίνησε έχοντας στο επίκεντρο της τον εμφύλιο πόλεμο ή ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές μέσα στην κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Έχοντας ως στόχο της τη διερεύνηση της πολιτικής και εκλογικής συμπεριφοράς μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ομάδας, των τουρκόφωνων ποντίων, η έρευνα κλήθηκε να
αντιμετωπίσει το ερώτημα μέσω της ανάλυσης του ρόλου του εμφυλίου στη μνήμη αυτής της συλλογικής ομάδας.

Η μελέτη αυτή επιχείρησε να καλύψει ένα πραγματολογικό κενό και να μετατρέψει τις γενικεύσεις σε ελέγξιμες υποθέσεις εργασίας. Αναπτύχθηκαν ερωτήματα και υποθέσεις που σχετίζονται με τα ζητήματα της συμμετοχής: γιατί σε αυτήν την κοινωνική ομάδα παρατηρήθηκε αυξημένος αριθμός μη εαμικών και δωσιλογικών επιλογών και μάλιστα αυτή η αντιεαμική δράση εμφανίστηκε σε δύο
διαφορετικούς τύπους κατοχής τη γερμανική και τη βουλγαρική; Αναπτύχθηκαν επίσης υποθέσεις για τον ρόλο των προηγούμενα διαμορφωμένων πολιτισμικών και πολιτικών ταυτοτήτων στην εξέλιξη της πολιτικής συμπεριφοράς της ομάδας στα χρόνια της Κατοχής. Έτσι για παράδειγμα, εξετάσθηκε για άλλη μια φορά το ερώτημα κατά πόσο η έντονη θρησκευτικότητα των πληθυσμών αυτών επηρέασε την αντικομουνιστική και εθνικιστική τους στάση; Όπως επίσης και αν η προπολεμική βενιζελική τους ταυτότητα μπορούσε να συμβάλει σε μια πιο φιλική αντιμετώπιση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.

Η έρευνα αυτή τοπικής διάστασης επιχείρησε να απαντήσει σε ερωτήματα που σχετίζονται με την διαμόρφωση της πολιτικής συμμετοχής και πολιτικής ταυτότητας μέσα σε συνθήκες ακραίας ανασφάλειας. Φέρνοντας στο προσκήνιο ατομικές και συλλογικές συμπεριφορές απλών ανθρώπων που δεν είχαν ρόλο πρωταγωνιστή στην περίοδο η έρευνα συμβάλει στην κατανόηση της δράσης ανθρώπων που ζουν μέσα στο φόβο.

Όπως και στην περίπτωση του Καλύβα, η έρευνα αυτή δεν είχε σκοπό ν’ αποτελέσει μια τοπική ιστορία περιορισμένης αξίας, μια λεπτομέρεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, που αντί ενδεχομένως να εμπλουτίζει τις γνώσεις μας για την περίοδο 1940-1950, τις κατακερματίζει με στόχο να χαθεί από τα μάτια μας το γενικό πλαίσιο. Αντί για κατακερματισμό, θέλησε να συμβάλει σε μια ανασύνθεση της συνολικής εικόνας, του «γενικού σχήματος» για την περίοδο που συζητάμε, ώστε εκτός των άλλων να μπορούν να κατανοηθούν καλύτερα εξελίξεις μετά τον πόλεμο, εξελίξεις που αποτυπώθηκαν στη συμπεριφορά του ελληνικού πολιτικού συστήματος σε κεντρικό μάλιστα επίπεδο.

Το Γιασασίν Μιλλέτ, επιχείρησε να ξεπεράσει το μεθοδολογικό πρόβλημα που θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το μύθο της διάβασης του Οδυσσέα ανάμεσα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη: άλλοτε δηλαδή να πηγαίνουμε κατευθείαν στη Σκύλλα και να παρατηρούμε τα πράγματα μόνο «από τα πάνω» (κρατική πολιτική, πολιτικές ηγεσίες, λόγος των μηχανισμών) και άλλοτε να πέφτουμε στη Χάρυβδη, δηλαδή στην προσέγγιση μόνο «από τα κάτω» (τοπικές κουλτούρες, περιγραφή της κατάστασης σε ένα μόνο χωριό, άγνοια της συγκριτικής εικόνας). Στην πρώτη περίπτωση εγκλωβιζόμαστε στο πλαίσιο και στον λόγο που κατασκευάζουν, συνήθως εκ των υστέρων, οι πολιτικές ελίτ και εξαιτίας αυτού του περιορισμού χάνουμε από τα μάτια μας τα βιώματα και την αλήθεια των «καθημερινών» ανθρώπων. Στη δεύτερη περίπτωση, μας ξεφεύγει το ευρύτερο πλαίσιο, οι μηχανισμοί που εξαναγκάζουν τους ανθρώπους σε δράση, καθώς και η διαδικασία μέσω της οποίας αυτή η δράση νοηματοδοτείται πολιτικά. Σχηματικά, στην πρώτη περίπτωση υπερπολιτικοποιούμε τα πράγματα και στη δεύτερη τα αποπολιτικοποιούμε.

Οι δύο παραπάνω έρευνες και τα γενικότερα συμπεράσματα που εξήγαγαν, οδήγησαν κάποιους να συνάγουν πως οι δύο παραπάνω ερευνητές επανεισάγουν τη θεωρία των τριών γύρων μέσω της εισαγωγής της ανάλυσης του εμφυλίου στην περίοδο της κατοχής 18. Η ένσταση αυτή όμως δεν έχει βάση. Η θεωρία των τριών γύρων προϋποθέτει την εκτίμηση πως το ΚΚΕ σχεδίαζε κεντρικά ήδη από το 1941-1942 την κατάληψη της εξουσίας μέσω της χρησιμοποίησης του ένοπλου αντιστασιακού κινήματος. Στην πραγματικότητα μέσω των ερευνών των Καλύβα και Μαραντζίδη αναδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο: το γεγονός πως ο εμφύλιος πόλεμος στην περίοδο της κατοχής έχει ως αφετηρία του όχι αποφάσεις των κεντρικών πολιτικών ή στρατιωτικών επιτελείων αλλά τη διάδραση μεταξύ των ένοπλων ομάδων και υποκειμένων στην περιφέρεια, διαδικασίες ενσωμάτωσης αλλά και αντίστασης του τοπικού στις αντιστασιακές οργανώσεις. Το τοπικό παρεμβαίνει έτσι στο κεντρικό επίπεδο επειδή το τελευταίο υποχρεώνεται να πάρει θέση σε αυτό που συμβαίνει στην περιφέρεια. Η πορεία προς τον εμφύλιο πόλεμο έχει ως αφετηρία την περιφέρεια και κινείται όσο περνάει ο καιρός προς το κέντρο. Ο εμφύλιος έφτασε
στην Αθήνα το φθινόπωρο του 1944. Στην ύπαιθρο όμως ήταν πραγματικότητα ένα χρόνο νωρίτερα όπως ξέρουμε εδώ και πολύ καιρό.

Η στροφή στο τοπικό και το μαζικό επίπεδο δεν σημαίνει πως ακυρώνει άλλες προσεγγίσεις (διπλωματική ιστορία και διεθνείς σχέσεις, κεντρική πολιτική ανάλυση, κ.α), όπως έχει παρεξηγηθεί. Ούτε στοχεύει να αποδείξει την κυριαρχία του πάνω στις άλλες οπτικές και μεθόδους. Αντίθετα λειτουργεί με τρόπο θετικό, συμβάλλοντας σε μια νέα και πιο έγκυρη σύνθεση της εικόνας του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

IV. Η έκρηξη του τοπικού στις έρευνες για τον εμφύλιο

Τα τελευταία χρόνια είμαστε μάρτυρες ενός πολλαπλασιασμού έργων για τον εμφύλιο που βασίζονται στην μελέτη του τοπικού 19. Από πολλές απόψεις θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο εντυπωσιακό, και πάντως όχι συνηθισμένο για τα ελληνικά επιστημονικά πράγματα να συγκλίνουν μεθοδολογικά όσο και σε επίπεδο πορισμάτων τόσες εργασίες. Η Μακεδονία αποτελεί τον προνομιακό χώρο της έρευνας ενώ ακολουθούν με διαφορά η Ήπειρος και η Κεντρική Ελλάδα. Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αν αυτό οφείλεται στις ιδιαιτερότητες της περιοχής κατά την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου ή σχετίζεται με την ύπαρξη ενός αριθμού νέων επιστημόνων που έλκουν την καταγωγή τους ή έχουν ως έδρα τους την βόρειο Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ανισομέρεια γεννά την ανάγκη για την επέκταση των εργασιών τοπικής διάστασης στις περιοχές εκείνες για τις οποίες γνωρίζουμε λίγα.

Ξεκινώντας από τον γεωγραφικό χώρο της Αττικής, πέρα από τα Δεκεμβριανά που υπήρξαν ένα από τα σχετικώς αγαπημένα θέματα μελέτης για την περιοχή της Αθήνας 20. Για την περίοδο της κατοχής ιδιαίτερα σημαντική είναι η εργασία του Κ. Σβολόπουλου 21, για την αντιστασιακή οργάνωση Υβόννη και την εκτέλεση των κρατουμένων στο Χαϊδάρι τον Σεπτέμβριο του 1944. Μέσα από το βιβλίο αυτό αποκαλύπτονται εντελώς άγνωστα γεγονότα από την αντιστασιακή δράση στην περιοχή της πρωτεύουσας. Εξίσου σημαντικές είναι δύο εργασίες με αλληλοσυμπληρούμενο χαρακτήρα : ο Κίτσος Μαλτέζος, του Π. Μακρή-Στάϊκου και η ΠΕΑΝ του Ε. Χατζηβασιλείου 22. Αν και με σημαντικές διαφορές στο στυλ –εξάλλου ο συγγραφέας του Κίτσου Μαλτέζου δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός- και οι δύο δουλειές αναδεικνύουν πολύ σημαντικές όψεις της κατοχικής Αθήνας, της αντίστασης και της εμφυλιακής αντιπαράθεσης στα χρόνια μέχρι το 1945, επικεντρώνοντας την ανάλυσή τους στις μη εαμικές οργανώσεις. Δουλεύοντας με αρχειακό υλικό αλλά και προφορικές συνεντεύξεις και οι δύο εργασίες πετυχαίνουν με εξαιρετικό τρόπο να φέρουν στην επιφάνεια τον, παραμελημένο, κόσμο της μη εαμικής Αθήνας και των συγκρούσεων του με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Ενθαρρυντικό επίσης είναι το γεγονός πως εκπονούνται διδακτορικές διατριβές επικεντρωμένες στην περιοχή της Αθήνας 23.

Το 2001 ένας συλλογικός τόμος τον οποίο επιμελήθηκαν οι Β. Γούναρης και Π. Παπαπολυβίου, έθεσε στο επίκεντρο του την Θεσσαλονίκη 24. Πρόκειται για μια σημαντική εργασία που αναδεικνύει διάφορες πτυχές της κατοχικής πραγματικότητας στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη. Ο Στρ. Δορδανάς φωτίζει και αυτή μια άλλη πτυχή της κατοχικής Θεσσαλονίκης: τον δωσιλογισμό. Δουλεύοντας με αρχεία δικαστηρίων ο Δορδανάς χαρτογραφεί τα Τάγματα Ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης 25.

Ο Β. Γούναρης εξέδωσε το 2002 μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εργασία για τον αντικομουνισμό στη Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου 26. Η εστίαση της έρευνας στο χώρο της Μακεδονίας συνδέεται με το γεγονός ότι εδώ «το εθνικό φρόνημα αποτελούσε παραδοσιακά αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης ακόμη καισυναλλαγής» 27. Πρόκειται για μια εναλλακτική προσέγγιση του φαινομένου του αντικομουνισμού καθώς αυτός ο τελευταίος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως κρατική ιδεολογία αλλά ως ένα πολιτικό και κοινωνικό εργαλείο, το οποίο αξιοποιήθηκε μαζικά από το πληθυσμό. Ο αντικομμουνισμός είναι ένα μαζικό πολιτικόκοινωνικό φαινόμενο, μια δημόσια κοινωνική πρακτική συνδεδεμένη με φοβίες, ανασφάλειες ή με προσδοκίες ανέλιξης στην νέα κοινωνική και πολιτική ιεραρχία που οικοδομείται με τον εμφύλιο. Ο Γούναρης, μας ξαναθυμίζει την πρακτική διάσταση της ιδεολογίας και τον τρόπο που αυτή χρησιμοποιείται από τα υποκείμενα. Έτσι η ιδεολογία γίνεται αντιληπτή όχι ως ένα σώμα κανόνων και κειμένων που επιβάλλονται από πάνω αλλά ως κάτι συλλογικό που κατασκευάζεται περισσότερο μέσα από τη δράση παρά εκπορεύεται από πάνω 28. Ο Εμφύλιος Πόλεμος τονίζει με ακόμη πιο δραματικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στις στρατηγικές επιβίωσης και ανέλιξης και την αξία της επίκλησης της ιδεολογίας.

Οι εργασίες του Ι. Μιχαηλίδη, επικεντρώνονται και αυτές στη Μακεδονία και ειδικότερα στους Σλαβομακεδόνες. Ο Μιχαηλίδης, ιστορικός και αυτός, παρατηρεί τόσο το πεδίο των εθνοτικών συγκρούσεων όσο και το πεδίο της πολιτικοποίησης αυτών και της κατασκευής μύθων 29.

Η δουλειά του Τ. Χατζηαναστασίου 30 για την Ανατολική Μακεδονία δίνει το στίγμα της αντιστασιακής δραστηριότητας και των εμφυλίων συγκρούσεων στην περιοχή στα χρόνια μέχρι την απελευθέρωση. Η Ανατολική Μακεδονία υπήρξε μια περιοχή για την οποία πολύ λίγα γνωρίζαμε και για αυτό η σημασία τέτοιων εργασιών έχει ιδιαίτερη αξία. Ο Χατζηαναστασίου , χωρίς να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις, δείχνει με ιδιαίτερη επιμονή στην λεπτομέρεια αυτήν την διαπλοκή ανάμεσα στην αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο στην περιοχή. Σημαντική συμβολή στη γνώση μας για την περίοδο μέσα από το πρίσμα του τοπικού αποτελούν οι πρόσφατες ή υπό εξέλιξη διδακτορικές διατριβές στην περιοχή της Μακεδονίας, του Γ. Αντωνίου 31 για τη συλλογική μνήμη της περιόδου στην περιοχή του Βοϊου, του Θ. Καλλιανιώτη για τις συγκρούσεις ΠΑΟ-ΕΛΑΣ στη Δυτική Μακεδονία, του Β. Καλογριά για τις αντίστοιχες συγκρούσεις στην Κεντρική Μακεδονία 32, του Ρ. Αλβανού 33 για την περιοχή της Καστοριάς και τις συγκρούσεις μεταξύ σλαβόφωνων και προσφύγων στην περίοδο της κατοχής και του Εμφυλίου, της Κ. Τσέκου για τους πολιτικούς πρόσφυγες της Βουλγαρίας 34.

Για την περιοχή της Ηπείρου έχουμε την διατριβή του Β. Τζούκα 35 για τις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ μέχρι το 1944, και τις εργασία της Ε. Μαντά και της Γ. Κρέτση για τους Τσάμηδες[36]. Για την Κεντρική Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα για την Ευρυτανία, υπάρχουν οι εργασίες του Γ. Σακκά και του Κ. Λάζου 37. Η Β. Λάζου επικεντρώνεται σε πτυχές του εμφυλίου στην περιοχή της Λαμίας 38.

Από τον χώρο της κοινωνιολογίας, αξίζει να αναφερθεί η εργασία της Μαρίας Θανοπούλου για την προφορική μνήμη του πολέμου στην περιοχή της Λευκάδας, ιδιαίτερα για την προσοχή που έδωσε στην χρήση των μεθοδολογικών εργαλείων της έρευνας 39.

Εντέλει, με όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό πως η τοπική διάσταση εξελίσσεται σε μια ιδιαίτερα καινοτόμο, γόνιμη και παραγωγική ερευνητική τάση. Βεβαίως, δεν πρέπει να θεωρούμε πως όλες οι εργασίες είναι της ίδιας ποιότητας ούτε καταλήγουν πάντοτε σε συμπεράσματα που συγκλίνουν μεταξύ τους. Σε κάθε όμως περίπτωση αυτή η κατηγορία εργασιών συνέβαλε με καθοριστικό τρόπο στον εμπλουτισμό της γνώσης μας για τη δεκαετία του ’40.

V. Η «ανακάλυψη» της οπτικής των κοινωνικών υποκειμένων

Η αποκεντροθέτηση είχε και ως συνέπεια την ανάδυση μιας νέας οπτικής αυτής των κοινωνικών υποκειμένων. Η Τ. Βερβενιώτη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχε ανοίξει το δρόμο μελετώντας το ρόλο των γυναικών στην Αντίσταση. Την ίδια περίοδο ο Γ. Κουκουλές, αν και με ένα πιο παραδοσιακό ως προς τη μεθοδολογία του και την οπτική του τρόπο, μελετάει το συνδικαλιστικό κίνημα στα χρόνια της απελευθέρωσης και του εμφυλίου. Παραδοσιακό υπό την έννοια ότι ο Κουκουλές επικεντρώνει το ενδιαφέρον του κυρίως στους συνδικαλιστικούς θεσμούς, τις παρατάξεις και τους σημαντικούς συνδικαλιστές και όχι σε αυτά καθεαυτά τα κοινωνικά υποκείμενα: την εργατική τάξη και τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων 40.

Η Δήμητρα Λαμπροπούλου και ο Πολυμέρης Βόγλης επικεντρώνονται στην εμπειρία της φυλακής και της εξορίας και φωτίζουν όψεις της υποκειμενικότητας των πολιτικών κρατουμένων κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου 41. Οι δύο παραπάνω ερευνητές παρουσιάζουν όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν τη ζωή των κρατουμένων και των εξορισμένων. Τις συνθήκες διαβίωσης, την οργάνωση της εσωτερικής ζωής, το σωματικό βίωμα των στερήσεων, τον φόβο, το βίωμα των εκτελέσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο ανάλυσης, η Τ. Βερβενιώτη, με το Διπλό Βιβλίο 42, επιχειρεί κάτι ακόμη. Μέσα από την προσωπική ιστορία και την αφήγηση της από την αντάρτισσα του Δημοκρατικού Στρατού, Σταματία Μπαμπάτση, προσπαθεί να ανασυνθέσει και να περιγράψει τη ζωή των γυναικών πολιτικών κρατουμένων.

Η ανάλυση της οπτικής των κοινωνικών υποκειμένων φαίνεται να βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Πέρα από τις εργασίες που συνδέονται με τις εθνοτικές ομάδες 43, τις γυναίκες και τους πολιτικούς κρατούμενους, υπάρχει πολύς χώρος ανεξερεύνητος.

VI. Οι αντιδράσεις στις έρευνες τοπικής διάστασης

Η ερευνητική αυτή έξαρση είχε ως συνέπεια να αναπτυχθεί ένας έντονος και πλούσιος διάλογος γύρω από τις νέες αυτές τάσεις. Πολλές από τις κριτικές είναι αναμφίβολα γόνιμες και συμβάλουν στην εξέλιξη και τη βελτίωση της έρευνας. Βέβαια αρκετές φορές παρατηρήθηκαν υπερβολικές αντιδράσεις. Κάποιες από αυτές μπορούν να θεωρηθούν προϊόν παρεξηγήσεων και μερικές άλλες προϊόν άγνοιας ή και εκ των προτέρων κακοπιστίας.

Οι ενστάσεις εντοπίζονται στα παρακάτω επίπεδα: α) ως προς τη νομιμοποίηση της χρήσης κάποιων μεθοδολογικών εργαλείων και τεχνικών, β) ως προς την ανάδειξη της σημασίας της τοπικής διάστασης στη γενικότερη έρευνα και τέλος γ) ως προς ορισμένα πορίσματα.

Αρκετές φορές, οι κριτικές εναντίων των εργασιών τοπικής διάστασης, ταυτίζουν συλλήβδην τις τελευταίες με τον «αναθεωρητισμό» (που προφανώς παραπέμπει σ’ αυτούς που αμφισβητούν τα εγκλήματα των Ναζί) και τον «μεταμοντερνισμό». Σε αυτό το επίπεδο αν δεν πρόκειται για ακραία κακοπιστία πρόκειται για βαθιά άγνοια και αδυναμία κατανόησης της συζήτησης 44.

Ο Γ. Μαργαρίτης υπήρξε ένας από αυτούς που εξέφρασαν έναν επιθετικό λόγο απέναντι στις εργασίες τοπικής διάστασης: «Προσανατολίζονται [οι νέοι ιστορικοί] προς το μερικό, το ειδικό, πολλές φορές το επουσιώδες. Συρρικνώνουν την έρευνά τους θεματικά, γεωγραφικά, μεθοδολογικά, θεωρητικά» 45. Στόχος του Μαργαρίτη είναι και το μεθοδολογικό εργαλείο της προφορικής ιστορίας «με βασικό άλλοθι δήθεν μεθοδολογικές ή θεωρητικές κατασκευές –η λεγόμενη ‘προφορική ιστορία’, για παράδειγμα, από πολύτιμο βοηθητικό εργαλείο τείνει να εξελιχθεί σε μάστιγα σε αυτόν τον τομέα- μετατρέπουν, για να δανειστώ την έκφραση, «την ιστορία σε ψίχουλα», ή με άλλα λόγια την ακυρώνουν. Πάνω δε σε αυτά τα ασύνδετα σπαράγματα που απομένουν, μπορεί να κτισθεί και κτίζεται το οτιδήποτε» 46.

Βέβαια, η παραπάνω κριτική πάνω στις εργασίες τοπικής διάστασης δεν είναι τυπική. Είναι μια μάλλον ακραία αντιμετώπιση των καινοτομιών και νέων πορισμάτων που έφεραν οι εργασίες τοπικής διάστασης. Καταγγέλοντας δεξιά και αριστερά, ο Γ. Μαργαρίτης επιχειρεί να εξορκίσει το κακό που έρχεται για την στρατευμένη ιστοριογραφία που υπηρετεί με συνέπεια. Βέβαια, όπως σωστά επισημαίνει ο Αντώνης Λιάκος «οι τελετουργίες του εξορκισμού και του
αποκλεισμού προσφέρουν πάντα μια προσωρινή ανακούφιση και κυρίως παραπέμπουν στις καλένδες την ανάγκη να ντυθεί με λέξεις και φράσεις το άγχος μας και να εκλογικευτούν οι φόβοι μας» 47.

Εντούτοις, πέρα από άγονες πολεμικές αντιπαραθέσεις οφείλουμε να αντιληφθούμε πως οι εργασίες τοπικής διάστασης για την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου, φέρνουν έναν αέρα ανανέωσης. Εξάλλου, πότε άλλοτε παρήχθη τόσο πλούσια και έντονη συζήτηση για την περίοδο; Πότε άλλοτε τόσοι πολλοί νέοι επιστήμονες έκαναν επίκεντρο των ερευνών τους την δεκαετία του ’40;

Βεβαίως, επειδή βρισκόμαστε στην πρώτη φάση μιας ερευνητικής έκρηξης πολλά πράγματα δεν έχουν ωριμάσει ακόμη και η μεθοδολογία μοιάζει ασαφής. Για παράδειγμα, όταν αναφερόμαστε σε τοπική διάσταση πρέπει να εννοούμε εμπειρική έρευνα τοπικά εντοπισμένη. Τοπική διάσταση δεν σημαίνει –όπως λανθασμένα κάποιοι πιστεύουν- μελέτη ενός χωριού, πιθανόν του χωριού τους 48. Ούτε σημαίνει αυτομάτως την ιδιαιτερότητα, το μη-κανονικό, την απόκλιση από τον κανόνα του εθνικού. Σημαίνει περιοχή έρευνας όπου μπορούμε να διακρίνουμε τη συμπεριφορά των ατομικών υποκειμένων, να θέσουμε ερωτήματα γύρω από την ατομική δράση, και να τα ελέγξουμε ποιοτικά και ποσοτικά (θα μπορούσε για παράδειγμα να είναι ένα εργατικό σωματείο, μια γειτονιά, ένα άτυπο δίκτυο ανθρώπων).

Η τοπική διάσταση της έρευνας σηματοδοτεί αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το γενικό πλαίσιο και κυρίως επιτρέπει την αλλαγή της εστίασης από τις ελίτ στις μάζες. Αυτό δεν σημαίνει πως ανακαλύπτουμε ένα νέο επίπεδο πραγματικότητας εντελώς άσχετο με αυτά που συμβαίνουν στο γενικό πλαίσιο. Απλώς υπογραμμίζεται το γεγονός πως η κεντρική πολιτική σκηνή αφήνει περιθώρια αυτονομίας στην περιφέρεια και η πρόσληψη των κεντρικών διακυβευμάτων γίνεται με τρόπο αυτόνομο από την περιφέρεια. Εντέλει, οι εξελίξεις στην περιφέρεια δεν αφήνουν ανεπηρέαστο το κέντρο.

Με τη χρήση αυτής της μεθόδου δεν καταλήγουμε –όπως συχνά λέγεται- σε ένα «μεταμοντέρνο» θρυμμάτισμα της πραγματικότητας. Η κεντρική πολιτική σκηνή αποτελεί σε τελική ανάλυση τον καθοριστικό παράγοντα για την κατανόηση των γεγονότων, το «νήμα» που ενώνει τις ατομικές με τις συλλογικές πραγματικότητες και τους πολιτικούς θεσμούς/ μηχανισμούς. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας οδηγήσει να θεωρούμε λεπτομέρειες αυτά που καταγράφονται πέραν του κεντρικού πυρήνα της εξουσίας και των συγκρούσεων γύρω από αυτήν. Και κυρίως δεν πρέπει να οδηγηθούμε στην παγίδα να υιοθετήσουμε τον υπερπολιτικοποιημένο λόγο των κρατικών και πολιτικών μηχανισμών, τη δική τους νοηματοδότηση των γεγονότων, και να το θεωρήσουμε ως το μόνο νόημα της Ιστορίας.

Εντέλει, μόνο μέσω της τοπικής διάστασης έχουμε δυνατότητα να δούμε στο επίπεδο των απλών ανθρώπων τι ακριβώς έγινε και γιατί έγινε σε έναν εμφύλιο πόλεμο. Πως τα πράγματα διαφοροποιούνται από περιοχή σε περιοχή, και πως η εξέλιξη των γεγονότων των κεντρικών πολιτικών γεγονότων διαμόρφωσε τις ατομικές ή/και συλλογικές επιλογές σε τοπικό επίπεδο. Όπως σημειώνει η Ν. Μπάλτα «το ζήτημα είναι […] να αναζητήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει πριν ιδεολογικοποιηθούν τα πάντα….» 49.

Αν υπάρχει ένα στοιχείο που πρέπει κανείς να τονίσει σε σχέση με την πλειονότητα των εργασιών τοπικής διάστασης για τη δεκαετία του ’40, και ειδικότερα αυτές των νέων ιστορικών, είναι η συστηματική –που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και φοβική- αποφυγή της συγκριτικής μεθόδου 50. Σε αρκετές δηλαδή περιπτώσεις διαπιστώνουμε πως οι ελληνικές έρευνες δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις αντίστοιχες ερευνητικές εμπειρίες και συμπεράσματα από αντίστοιχες σε διεθνές επίπεδο. Αυτός ο «ελληνοκεντρισμός» -που συχνά δεν είναι παρά ένα είδος επαρχιωτισμού- δεν επιτρέπει συχνά να εμβαθύνουμε στα πράγματα και να προχωρήσουμε σε αναγκαίες για την έρευνα γενικεύσεις 51.

Επίλογος

Η σημασία αυτών των εργασιών συνδέεται με αυτό που ο Α. Λιάκος αναφερόμενος στην εξέλιξη της έρευνας για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο περιέγραψε ως αποκεντροθέτηση 52. Πρόκειται, δηλαδή, για τη μετακίνηση του επιστημονικού βλέμματος από την ανάλυση του κεντρικού διακυβεύματος και την περιγραφή της δράσης των πρωταγωνιστών στη μελέτη των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων που δεν θεωρούνται και δεν είναι οι πρωταγωνιστές ή έστω σημαντικοί παίκτες στην σκακιέρα των εξελίξεων. Πρόκειται, επίσης για την μετατόπιση του βλέμματος από την κεντρική πολιτική σκηνή στις περιφερειακές πολιτικές ελίτ και από την πολιτική ιστορία στην κοινωνική ιστορία.

Η αποκεντροθέτηση πέρα από την εξέταση του βιώματος των μη πρωταγωνιστών έχει μια ακόμη μεγαλύτερη συνέπεια: αλλάζει την εικόνα μας για την ίδια την δεκαετία του ’40, για τα γεγονότα τα ίδια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έρευνες τοπικής διάστασης ανέδειξαν τρία νέα βασικά στοιχεία: α) τη σχετική αυτονομία του τοπικού αλλά και των ατομικών και κοινωνικών υποκειμένων από την πολιτική, β) τις διαφορετικές αναγνώσεις του κεντρικού πολιτικού διακυβεύματος από το τοπικό (όταν, για παράδειγμα, οι τουρκόφωνοι πόντιοι άκουγαν τη λέξη πατριωτισμός εννοούσαν αντικομουνισμός και οι Σλαβομακεδόνες με την ίδια λέξη μπορεί να εννοούσαν απόσχιση από το ελληνικό κράτος) γ) την επιρροή του τοπικού στο εθνικό.

Η δεκαετία του 1990 και του 2000 σημαδεύτηκε από μια έξαρση στις έρευνες τοπικής διάστασης για την δεκαετία του ’40. Οι έρευνες αυτές συνέβαλαν αναμφίβολα στον εμπλουτισμό των γνώσεων μας για την περίοδο. Αν μέχρι σήμερα η διεθνής και η εθνική διάσταση της δεκαετίας του ’40 αποτέλεσαν τις κυρίαρχες από θεματικής πλευράς ερευνητικές κατευθύνσεις, η έκρηξη των μελετών τοπικής διάστασης άλλαξε οπωσδήποτε τα πράγματα. Οι μελέτες τοπικής διάστασης, δεν
κατακερματίζουν την έρευνα όπως μερικοί ερευνητές φοβούνται. Αντίθετα συμβάλουν στον εμπλουτισμό της μέσω της εγγραφής της μελέτης του βιώματος των καθημερινών ανθρώπων στο ίδιο το ιστορικό γεγονός. Από τη στιγμή που το ιστορικό γεγονός παύει να θεωρείται πως είναι το αποκλειστικό προνόμιο, ο αποκλειστικός χώρος των ελίτ και μετατρέπεται σε ένα «καθολικό κοινωνικό φαινόμενο» τότε η στροφή στο μαζικό επίπεδο που φέρνουν οι έρευνες τοπικής διάστασης κρίνεται αναγκαία. Αυτό δεν σημαίνει πως τα άλλα δύο επίπεδα της έρευνας το διεθνές και το εθνικό εξοβελίζονται και περιθωριοποιούνται. Κάθε άλλο. Με την ανάπτυξη των ερευνών τοπικής διάστασης, είμαστε σήμερα κοντά περισσότερο από ποτέ άλλοτε, να κατανοήσουμε την υπό εξέταση περίοδο. Τα τρία επίπεδα μπορούν να αλληλοσυμπληρώνουν το ένα το άλλο και να δίνουν με καλύτερο τρόπο την σύνθετη εικόνα της πραγματικότητας και όχι μια απλοποιημένη καρικατούρα της.

Σημειώσεις

1. Εvangelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, ΙΜΧΑ,Thessaloniki, Institut for Balkan Studies, 1964.
2. Χάγκεν Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα. Η Έλλαδα της Κατοχής και της Αντίστασης, τόμ. 1-2, Αθήνα, Παπαζήσης, χ.χ.ρ.
3. Η κοινωνική ανθρωπολογία έκανε την εμφάνισή της στον Ελλάδα στην δεκαετία του ’60, με
ερευνητές προερχόμενους κυρίως από το εξωτερικό και ανέδειξε για πρώτη φορά όψεις της ελληνικής κοινωνίας που ήταν terra incognita για την έρευνα (πχ. εθνοτικές ταυτότητες).
4. L. Baerentzen, J. Iatrides και Ο. Smith, eds, Studies in the History of the Greek Civil War, 1945-1949, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 1987. Στα ελληνικά εκδόθηκε από τις εκδόσεις Ολκός το 1992 (μετάφραση Α. Παρίση).
5. Hans Vermeulen «Το βάρος του παρελθόντος. Η εξουσία των καπετάνιων στο χωριό του Κάιν και του Άβελ», στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδέλλης (επ.), Ανθρωπολογία και παρελθόν, συμβολές στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1993, σελ. 113-133.
6. Edward Banfield, The Moral Basis of a Backward Society, New York, The Free Press, 1954.
7. Anna Collard, «Διερευνώντας την ‘κοινωνική μνήμη’ στον ελλαδικό χώρο», », στο Ε. Παπαταξιάρχης, Θ. Παραδέλλης (επ.), Ανθρωπολογία και παρελθόν, συμβολές στην κοινωνική ιστορία της νεότερης Ελλάδας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1993, σελ. 357-389.
8. Την περίοδο αυτή κυρίαρχα παραμένουν τα ερωτήματα του τύπου ποιος ευθύνεται για την έναρξη του εμφυλίου πολέμου και αν η αριστερά μπορούσε να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο.
9. Αναφέρομαι εδώ στα παρακάτω έργα: Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων Α’. Το
Μακεδονικό ζήτημα στην κατεχόμενη δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη Βάνιας, 1994. Ιωάννης
Κολιόπουλος, Λεηλασία φρονημάτων Β’. Το Μακεδονικό ζήτημα στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου (1945-1949) στη δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1995. Τασούλα Βερβενιώτη, Η γυναίκα της αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Αθήνα, Οδυσσέας. Μπουσχότεν Ρίκη, Ανάποδα χρόνια. Συλλογική μνήμη και ιστορία στο Ζιάκα Γρεβενών, Αθήνα, Πλέθρον, 1997.
10. Πιο αναλυτικά βλ. Νίκος Μαραντζίδης, Οι Μικρές Μόσχες, πολιτική και εκλογική ανάλυση της
παρουσίας του κομμουνισμού στον ελλαδικό αγροτικό χώρο, Αθήνα, Παπαζήσης, 1997.
11. John Iatrides (ed.), Greece in the 1940s. A Nation in Crisis, Hanover and London, University Press of New England, 1981 (ελληνική μετάφραση) Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950, ένα έθνος σε κρίση, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984.
12. Όπως σημειώνει ο Χρ. Λυριντζής «με την εξαίρεση μιας μικρής ομάδας πολιτικών επιστημόνων, η ιστορία και τα σημαντικά θέματα του παρελθόντος παραδόθηκαν αμαχητί στην αποκλειστικότητα των ιστορικών». Χρήστος Λυριντζής, «Η Πολιτική Επιστήμη στην Ελλάδα: μια σταθερή και χωρίς εξάρσεις ανάπτυξη», Σύγχρονα Θέματα, 2002, τχ. 81, σελ. 28. Ο Η. Νικολακόπουλος είναι ένας από τους λίγους πολιτικούς επιστήμονες που η έρευνα τους σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ανάλυση των χαρακτηριστικών της περιόδου. Βλ. Ηλίας Νικολακόπουλος, Κόμματα και βουλευτικές εκλογές 1946-1964, η εκλογική γεωγραφία των πολιτικών δυνάμεων, Αθήνα, ΕΚΚΕ, 1985. Ηλίας Νικολακόπουλος, Η καχεκτική δημοκρατία, κόμματα και εκλογές 1946-1967, Αθήνα, Πατάκης, 2001.
13. Stathis Kalyvas, “Red Terror: Leftist Violence during the Occupation”, στο Μ. Μazower, (επ.), After the War was Over: Reconstructing the family, nation and state in Greece 1943-1960, Princeton University Press, New Jersey, 2000, σελ. 142-183. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Βλέπε επίσης, Στάθης Καλύβας, «Διαστάσεις και πρακτικές της βίας στον εμφύλιο (1943-1949)», στο Η. Νικολακόπουλος, , Α. Ρήγος, Γρ. Ψαλλίδας, (επ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος.Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σελ. 188-207.
14. Stathis Kalyvas, The logic of violence in civil war, Cambridge, Cambridge University Press, 2006.
15. Χάγκεν Φλάισερ, «Μ. Μazower, (επ.), After the War was Over: Reconstructing the family, nation and state in Greece 1943-160, Princeton University Press, New Jersey, 2000», βιβλιοκριτική, Επιστήμη και Κοινωνία, 2003, 11, σελ. 277.
16. Στάθης Καλύβας, «Εμφύλιος πόλεμος (1943-1949): το τέλος των μύθων και η στροφή προς το μαζικό επίπεδο», Επιστήμη και Κοινωνία, 2003,11: 37-70.
17. Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ-Ζήτω το Έθνος. Προσφυγιά κατοχή και εμφύλιος: Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά, στους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους του δυτικού Πόντου., Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001.
18. Βλ. για παράδειγμα, Ηλίας Νικολακόπουλος, «Η ‘κόκκινη βία’ και ο εξαγνισμός των δοσιλόγων», Τα Νέα, 22-23 Μαίου 2004. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Στρατευμένες ιστορίες και ιστοριογραφία: προϋποθέσεις στη συζήτηση για τη δεκαετία του 1940», Η Αυγή της Κυριακής, 9 Μαίου 2004.
19. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως οι τοπικές διαστάσεις του εμφυλίου πολέμου αποτέλεσαν το
αντικείμενο του συνεδρίου που οργάνωσε το Δίκτυο για τη Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων στο Τσοτύλι της Κοζάνης, το 2001. Γενικότερα, το Δίκτυο και η ηλεκτρονική λίστα για τον εμφύλιο συνέβαλαν στη διεύρυνση της θεματικής έρευνας, ιδιαίτερα προς την κατεύθυνση της τοπικής διάστασης.
20. Η έκδοση του βιβλίου που επιμελήθηκε ο Γρ. Φαράκος για τα Δεκεμβριανά, βασισμένο στα
πρακτικά μιας επιστημονικής συνάντησης, αποτέλεσε μια νέα αφετηρία έρευνας για το γεγονός που σημάδεψε την πόλη της Αθήνας. Βλ. Γρηγόρης Φαράκος (επ.), Δεκέμβρης ’44, Νεότερη έρευνας- νέες προσεγγίσεις, Αθήνα, Φιλίστωρ, 1996.
21. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Χαϊδάρι, 8 Σεπτεμβρίου 1944, Η αόρατη στρατιά στο απόσπασμα, Αθήνα, Πατάκης, 2002.
22. Πέτρος Μακρής-Στάϊκος, Κίτσος Μαλτέζος, ο αγαπημένος των θεών, Αθήνα, Ωκεανίδα, 2000. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζόμενων Ελλήνων, Αθήνα, 2004.
23. Το συνέδριο του Δικτύου για την Μελέτη των Εμφυλίων Πολέμων τον Ιούνιο του 2007 που έχει ως θέμα του την Αθήνα και τις μεγάλες πόλεις κατά την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου αναδεικνύει αυτήν την ανάγκη της παραπέρα εμβάθυνσης στα αθηναϊκά θέματα.
24. Βασίλης Γούναρης, Πέτρος Παπαπολυβίου, (επ.), Ο φόρος αίματος στην Κατοχική Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2001.
25. Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων, ο κόσμος των ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2006
26. Βασίλης Γούναρης, Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του
αντικομμουνισμού στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου (1945-1949), Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2002.
27. Οπ.π., σελ. 208.
28. Sheila Fitzpatrick, “Revisionism in Soviet History”, ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο Workshop με θέμα: Revisionism in European Historiographies of the 20th century, Φλωρεντία, European University Institute, 2006.
29. Ιάκωβος Μιχαηλίδης, « ‘Μοναρχοφασίστες’ και Σλαβομακεδόνες αγωνιστές: ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου», στο Η. Νικολακόπουλος, , Α. Ρήγος, Γρ. Ψαλλίδας, (επ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σελ. 222-232. Για το ίδιο θέμα βλ. Βασίλης Γούναρης, « ‘Εαμοβούλγαροι’ και Μακεδονομάχοι: Ιδεολογικές και άλλες βεντέτες στη Μακεδονία του Εμφυλίου Πολέμου», στο Η. Νικολακόπουλος, , Α. Ρήγος, Γρ. Ψαλλίδας, (επ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σελ. 233-245.
30. Τάσος Χατζηαναστασίου, Αντάρτες και Καπετάνιοι. Η Εθνική Αντίσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης 1942-1944, Θεσσαλονίκη, Αφοι Κυριακίδη, 2003.
31. Γιώργος Αντωνίου, «Τοπικές διαστάσεις στην έρευνα της δεκαετίας του 1940. Όψεις του
φαινομένου της μαζικής κινητοποίησης των πληθυσμών στο Βόιο την περίοδο της κατοχής», Επιστήμη Κοινωνία, 2003, τχ. 11, σελ. 111-142.
32. Βάιος Καλογριάς, Αντίσταση και δοσιλογισμός στην Κεντρική Μακεδονία 1941-1944, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης, 2006.
33. Βλ. επίσης, Ραϋμόνδος Αλβανός, «Ο εμφύλιος από την οπτική της Εφημερίδας «Φωνή της
Καστοριάς», στο στο Κλ. Κουτσούκης, Ι. Σακκάς, (επ.) Πτυχές του εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 327-341. Ραϋμόνδος Αλβανός, «Μεσοπολεμικές πολιτικές και εθνοτικές συγκρούσεις: ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στην περιοχή Καστοριάς», Επιστήμη και Κοινωνία, 2003, τχ. 11, σελ. 71-110.
34. Κατερίνα Τσέκου, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στη Βουλγαρία μετά τον Εμφύλιο, διδακτορική διατριβή υπό εξέλιξη, Πανεπιστήμιο Ιονίου.
35. Βαγγέλης Τζούκας, Οι οπλαρχηγοί του ΕΔΕΣ στην Ήπειρο, Τοπικότητα και πολιτική ένταξη,
Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 2003. Δείγμα της δουλειάς του Τζούκα μπορεί να δει κανείς στο Βαγγέλης Τζούκας, «Απαρχές του εμφυλίου στην Ήπειρο: η περίπτωση των Κολιοδημητραίων στη Λάκκα Σουλίου», στο Κλ. Κουτσούκης, Ι. Σακκάς, (επ.) Πτυχές του εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 343-357.
36. Ελευθερία Μαντά, Οι μουσουλμάνοι τσάμηδες της Ηπείρου, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 2004.
37. Γιάννης Σακκάς, «Η Βία της Εξουσίας: Το Κράτος και η Λευκή Τρομοκρατία στην Ευρυτανία, 1946-1949», στο Κλ. Κουτσούκης, Ι. Σακκάς, (επ.) Πτυχές του εμφυλίου Πολέμου 1946-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 287-302. John Sakkas, “The Civil War in Evrytania”, in Mark Mazower (ed.), After the War Was Over: Reconstructing the Family, Nation and State in Greece 1943-1960, Princeton and Oxford, Princeton University Press, 2000, pp. 184-209. Κώστας Λάζος, «Η μάχη, η κατάληψη και η κατοχή του Καρπενησίου από τους αντάρτες», στο Κ. Κουτσούκης, Γ. Σακκάς, (επ.), Πτυχές του εμφυλίου πολέμου 1946-1949, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 359-378.
38. Βλ. για παράδειγμα, Βασιλική Λάζου, «Στον τοίχο της Ξηριώτισσας. Καταδικασμένοι σε θάνατο από το έκτακτο στρατοδικείο Λαμίας, 1946-1950», στο Η. Νικολακόπουλος, , Α. Ρήγος, Γρ. Ψαλλίδας, (επ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σελ 246-263.
39. Μαρία Θανοπούλου, Η προφορική μνήμη του πολέμου. Διερεύνηση της συλλογικής μνήμης του Β’ Παγγκοσμίου Πολέμου στους επιζώντες ενός χωριού της Λευκάδας, Αθήνα, ΕΚΚΕ, 2000.
40. Γιώργος Κουκουλές, Ελληνικό Συνδικαλιστικό Κίνημα 1944-1949, Αθήνα, 1994, Οδυσσέας.
41. Δήμητρα Λαμπροπούλου, Γράφοντας από τη φυλακή. Όψεις της υποκειμενικότητας των πολιτικών κρατουμένων 1947-1960, Αθήνα, Νεφέλη, 1999. Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2004 (μετάφραση από τα αγγλικά πρώτη έκδοση το 2002).
42. Τασούλα Βερβενιώτη, Διπλό Βιβλίο, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2003.
43. Εδώ δεν θα έπρεπε να παραλείψω το όνομα της Τασούλας Καρακασίδου έστω και αν οι εργασίες της δεν επικεντρώνονται στον εμφύλιο πόλεμο. Εντούτοις και στις δικές της μελέτες, η δεκαετία 1940- 1950 αναδεικνύεται ως ένας καθοριστικός παράγοντας στην κατασκευή των υπό έρευνα ταυτοτήτων.
44. Βλ. για παράδειγμα, Βασίλης Κρεμμυδάς, «Ερήμην της Κοινωνίας», Τα Νέα, 4-5-2004.
45. Γιώργος Μαργαρίτης, «Η Δεκαετία του 1940-1950: Μια ιστοριογραφική πρόκληση», Ο Πολίτης, 2002, τχ. 104, σελ. 28.
46. Όπ.π.
47. Αντώνης Λιάκος, «Μεταμοντερνισμός, ιστοριογραφία και αριστερά», Ο Πολίτης, 2003, τχ. 107, σελ.13
48. Εδώ ο Γ. Μαργαρίτης έχει δίκιο να επισημαίνει τον κίνδυνο νέοι ερευνητές να ξεκινούν την ερευνά τους για την περίοδο της κατοχής και του εμφυλίου από το χωριό της καταγωγής τους αγνοώντας όλο τον υπόλοιπο περίγυρο και φυσικά κουβαλώντας ένα σύνολο από προκαταλήψεις και συναισθηματικές δεσμεύσεις κάθε είδους. Βλ. Γ. Μαργαρίτης, (2000), «Ο ελληνικός εμφύλιος και η ιστορία του: το επετειακό 1999», Αρχειοτάξιο, τχ. 2, 137-143. Θα έπρεπε εντούτοις να προσθέσει πως αυτές οι προκαταλήψεις και οι δεσμεύσεις δεν χαρακτηρίζουν μόνο νέους ιστορικούς και όσους ασχολούνται με την τοπική ιστορία. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί το αντίθετο. Εξάλλου, η μεγάλη ιστορική αφήγηση υπήρξε ανέκαθεν το διακύβευμα των πολιτικών ιδεολογιών.
49. Νάση Μπάλτα, «Τότε με τα Χίτικα δεν κόταγες να πεις ούτε τα’ όνομά σου’: Μαρτυρίες για τον εμφύλιο σε ένα χωριό της Πυλίας», στο Η. Νικολακόπουλος, , Α. Ρήγος, Γρ. Ψαλλίδας, (επ.) Ο Εμφύλιος Πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1949, Αθήνα, Θεμέλιο, 2002, σελ.187.
50. Χάρης Μυλωνάς, «Η συγκριτική μελέτη των εμφυλίων πολέμων», Επιστήμη και Κοινωνία, 2003, τχ.11, σελ. 1-35.
51. Nikos Marantzidis, Giorgos Antoniou, “The Axis Occupation and Civil War: Changing Trends in Greek Historiography, 1941-2002”, Journal of Peace Research, 41(2): 223-231.
52. Αντώνης Λιάκος, «Αντάρτες και συμμορίτες στα ακαδημαϊκά αμφιθέατρα», στο Χάγκεν Φλάισερ (επ.), Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο, τομές και συνέχειες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σελ. 34.


Αναδημοσίευση από τον τόμο "Η Εποχή της Σύγχυσης, Η Δεκαετία του ΄40 και η Ιστοριογραφία", (εισαγωγή, επιμέλεια Νίκος Μαραντζίδης,  Γιώργο Αντωνίου), Αθήνα, Εστία, 2008, σελ.173-197.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου