Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Αριστείδης Β. Θεοχάρης: «Το Αρχηγείο Ξηρομέρου – Λευκάδας του ΔΣΕ»


«Το Αρχηγείο Ξηρομέρου – Λευκάδας του ΔΣΕ, γνωστό σαν τμήμα Γιαννούλη, αποτελεί τη λογική κατάληξη των εξελίξεων στη χώρα μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, και προγενέστερων γεγονότων στο χώρο αυτό. Ας ακολουθήσουμε σύντομα, τη σειρά των γεγονότων.

Οι πατροπαράδοτοι δεσμοί που συνδέουν την Ακαρνανία με τη Λευκάδα δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα στα χρόνια της Κατοχής. Κοινή ήταν η Κομματική Οργάνωση του ΚΚΕ (ΚΟΑΛ) και οι αντίστοιχες, στο χώρο, αντιστασιακές οργανώσεις. Μαζί πολέμησαν στον ΕΛΑΣ οι Λευκαδίτες και Ξηρομερίτες αγωνιστές, συγκεντρωμένοι κυρίως στο 3ο Τάγμα του 2/39 Συντάγματος, το οποίο μετέτρεψαν με την παλικαριά τους, την αυτοθυσία, την πειθαρχία και τη γνώση της πολεμικής τέχνης σε υποδειγματική μονάδα.

Κοινή ήταν επίσης η τύχη των αγωνιστών μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας στο Ξηρόμερο και τη Λευκάδα. Το 1946, η Λευκάδα καθοδηγείται κομματικά από την Πρέβεζα.

Ο σ. Σπύρος Ντεμίρης (Νίκος), από τα Ζαγόρια Ηπείρου, όντας γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Λευκάδας, σε συνάντησή του με τους ένοπλους καταδιωκόμενους αγωνιστές Πάνο Γιαννούλη, τ’ αδέλφια Νίκο και Κώστα Γαζή, Σπύρο Θερμό (Τίγρη), Αντώνη Καραμποΐκη, Τάσο Μανωλίτση και Σπύρο Βονιτσάνο, που έγινε στη θέση Γράβαλα ή Κεραμιδάκι της Νικιάνας, τον Απρίλη του 1946, τους ενημερώνει για την ανάγκη συγκρότησης τμήματος του ΔΣΕ και τους ανακοινώνει ότι ο ίδιος, με εντολή του Κόμματος, αναχωρεί για την Ήπειρο. Γραμματέας ανέλαβε ο Λευκαδίτης Στάθης Ζαβιτσάνος (Σταθιός), ο οποίος σαν πολιτικό στέλεχος στηριζόταν στους ένοπλους καταδιωκόμενους. Ο ίδιος είναι συνεχώς μαζί τους. Τον Ιούλη του 1946 γίνεται παράνομη κομματική σύσκεψη στελεχών στο σπίτι του Στάθη Κονδυλάτου (Σβωλή) στη Νικιάνα, που περιφρουρείται από τους ένοπλους καταδιωκόμενους.

Τον Οκτώβρη του 1946, ο Πάνος Γιαννούλης χρησιμοποιεί σαν σύνδεσμο τον Στάθη Βρεττό και επικοινωνεί με τον Γ. Γιαννούλη, ανώτατο στέλεχος του ΔΣΕ, ο οποίος σε γραπτό του σημείωμα προτρέπει τους καταδιωκόμενους αγωνιστές σε δράση και τους ενημερώνει για τη σύνθεση των διοικήσεων και τμημάτων του ΔΣΕ.

Το Δεκέμβρη του 1946, ο αγωνιστής Ζώης Κούρτης (Φασόλιας) σε συνεργασία με τους Πάνο Μεσσήνη και Χαρίλαο Πομώνη, αποφασίζουν να χτυπήσουν ανοιχτά τον Βέρη, μέσα στην πόλη της Λευκάδας. Δυστυχώς, από εμπλοκή του αυτόματου (στεν), ο Βέρης γλύτωσε. Στην πάλη που έγινε σώμα με σώμα, ο Ζώης κατάφερε να τραυματίσει τον Βέρη με στιλέτο και πιστόλι, χωρίς όμως να του προξενήσει θανατηφόρο πλήγμα. Ο ίδιος, χάρη στην ψυχραιμία και την αποφασιστικότητά του, ξέφυγε από του χάρου το στόμα, έφτασε, σώος, στους καταδιωκόμενους συντρόφους του, στο βουνό. Για να εκδικηθούν οι συμμορίτες του Βέρη και οι χωροφύλακες το τόλμημα των αγωνιστών, κατέφθασαν από το Ξηρόμερο στο νησί κι άρχισαν την τρομοκρατία. Κάνουν συλλήψεις, βιάζουν γυναίκες, ξυλοκοπούν αθώους πολίτες, καίνε σπίτια αριστερών, με πρόθεση να λυγίσουν κάθε πνεύμα αντίστασης στα σχέδια της μαύρης αντίδρασης και των πατρώνων της, των Άγγλων ιμπεριαλιστών. Οι ένοπλοι καταδιωκόμενοι αγωνιστές, με δύναμη γύρω στους 40 άντρες και έχοντας την υποστήριξη των μαχητικών ομάδων Εγκλουβής, Βαυκερής και Αλέξανδρου, περνάνε στη δράση. Η πρώτη μάχη δίνεται στη θέση Κούλμος, έξω από τη Λευκάδα, χωρίς απώλειες εκατέρωθεν. Στη συνέχεια δίνεται μάχη στη θέση Μέγα Λόγκο. Το μέρος διευκολύνει τον Γιαννούλη να συμπτυχθεί προς το ποτάμι Ακώνης χωρίς απώλειες. Ο αντίπαλος είχε αρκετούς τραυματίες και 1 νεκρό χωροφύλακα στη θέση Μπόζα. Στις αρχές του 1947 οργανώνεται αποστολή από τους Ζώη Κούρτη (Φασόλια), Πομώνη και Τάσο Μανωλίτση για να βοηθήσουν στον ερχομό του Γιάννη Πολύζου, γραμματέα μέχρι τότε της ΠΕ, από την Πρέβεζα στη Λευκάδα. Στην ΠΕ της Πρέβεζας γραμματέας παρέμεινε ο Αντώνης Κιτσόπουλος, ο οποίος εκτελέστηκε αργότερα στα Γιάννενα. Το Μάρτη του 1947 πέρασαν από το Ξηρόμερο στη Λευκάδα οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές Κατσαρός Λάκης, Καρούσος Τάκης και Κόνιαρης Βασίλης. Στη συνάντησή τους με τον Πολύζο και τον Γιαννούλη συναποφασίζεται η επίσπευση των προετοιμασιών για το πέρασμα αγωνιστών και πολεμοφοδίων στο Ξηρόμερο. Σε πρώτη σειρά φεύγουν για το Ξηρόμερο, εκτός της τριάδας που είχε έρθει από εκεί, και άλλοι 7 άντρες μαζί με τον Πολύζο. Αρχές Μάη 1947 περνάει στο Ξηρόμερο ένα μέρος της ομάδας Γιαννούλη. Στη συνέχεια, επιστρέφει στη Λευκάδα ο Τάσος Μανωλίτσης, έχοντας μαζί του και τον Στάθη Καράμπαλη, με αποστολή να φέρουν τους υπόλοιπους αγωνιστές στο Ξηρόμερο, με τον απαραίτητο οπλισμό και πυρομαχικά. Η αποστολή αυτή εκπληρώθηκε μερικώς, γιατί αρκετοί παράνομοι δε δέχτηκαν να εγκαταλείψουν τη Λευκάδα. Ο Γιαννούλης με τον Κατσαρό και τον Ματζάνα πήγανε στα χωριά Πλαγιά και Στενό όπου στρατολόγησαν τον Γιώργο Τζιάλα και τον Κώστα Δώνα.

Χρειάστηκε μια ακόμη αποστολή στη Λευκάδα μέσω Βαρκού Πογωνιάς, αυτή τη φορά του Κώστα Δώνα με τον Τάσο Μανωλίτση, και τη βοήθεια του Παντελή Ανδριανού. Σκοπός της αποστολής ήταν να συγκεντρωθούν τελικά οι υπόλοιποι παράνομοι και να επιστρέψουν, όλοι μαζί, στην Πούντα Βόνιτσας. Εκεί οριστικοποιήθηκε η συγκρότηση του Αρχηγείου Ξηρομέρου – Λευκάδας του ΔΣΕ με διοίκηση τον Πάνο Γιαννούλη, διοικητή, Λάκη Κατσαρό στρατιωτικό και Κώστα Παπαδόπουλο, πολιτικό.

Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε χτύπημα της Βόνιτσας το οποίο, αν γινότανε, θα είχε αναμφίβολα στρατιωτική και πολιτική σημασία. Η διοίκηση, για δύο ουσιαστικούς λόγους, ματαίωσε την επιχείρηση. Εκτός των υπέρτερων δυνάμεων του εχθρού στην πόλη, υπήρξε και άρνηση αρκετών οργανωμένων να βοηθήσουν το τμήμα. Στις 16 Ιούλη, το τμήμα Γιαννούλη έκανε εμφάνιση στο χωριό Παλιάμπελα. Χωροφυλακή εκεί δεν υπήρχε και οι ντόπιοι Χίτες δεν πρόβαλαν καμιά αντίσταση, απλώς, κατά λάθος, τραυματίστηκε ένας ντόπιος χωρικός.

Οι αντάρτες αφού μίλησαν στο καφενείο του χωριού για την κατάσταση και τον αγώνα του ΔΣΕ, συγκέντρωσαν τρόφιμα για πολύ μεγαλύτερη δύναμη και αποχώρησαν παίρνοντας μαζί τους μερικούς νέους εθελοντές.

Διακρίνεται στο κέντρο, καθιστός, ο θρυλικός
καπετάνιος του ΕΛΑΣ Λευκάδας και Διοικητής του
Αρχηγείου Ξηρομέρου - Λευκάδας του ΔΣΕ, Πάνος
Γιαννούλης
Στη νυχτερινή τους πορεία προς το βουνό Περγαντή μέσω Κροπής δε συνάντησαν καμιά δυσκολία. Ωστόσο, σε λίγες ώρες το τμήμα Γιαννούλη βρέθηκε κυκλωμένο από τη χωροφυλακή και του Χίτες των κοντινών χωριών Μοναστηρακίου και Αϊ-Βασίλη. Στη μάχη που ακολούθησε οι αντάρτες πέρασαν γρήγορα σε αντεπίθεση κατά την οποία ανέτρεψαν και κυνήγησαν τον αντίπαλο. Στο πεδίο την μάχης έμειναν για πάντα οι αγωνιστές Νίκος Τσούτσης, ανθυπολοχαγός από το Μοναστηράκι και ο Κώστας Βανδώρος, από την Εγκλουβή Λευκάδας, που έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι για λευτεριά, δημοκρατία και σοσιαλισμό.

Το κράτος και παρακράτος αναστατώθηκε και χτύπησε αμέσως γενικό συναγερμό. Όλες οι δυνάμεις χωροφυλακής Πρέβεζας, Λευκάδας, Βόνιτσας, Αμφιλοχίας, Άρτας καθώς και οι Χίτες της ευρύτερης περιοχής, συνεπικουρούμενες από την αεροπορία και το πολεμικό ναυτικό, την άλλη κιόλας μέρα, με συνολική δύναμη 1.800 αντρών, άρχισαν τις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στο χώρο, από Λευκάδα, Αμβρακικό, Περγαντί, με επίκεντρο την περιφέρεια της Βόνιτσας. Οι αντάρτες του ΔΣΕ, καταπονημένοι από την προδοσία, τη μάχη, το θάνατο δύο εκλεκτών αγωνιστών και την ανελέητη καταδίωξη, αντιμετωπίζουν μέσα στο κατακαλόκαιρο και τη δίψα που αφυδατώνει τον οργανισμό και παραλύει τη σκέψη. Επί 20 συνεχείς ώρες, οι αγωνιστές δεν έχουν βάλει ούτε γουλιά στο στόμα τους. Το δεύτερο βράδυ βρίσκουν επιτέλους μια αφύλακτη βρύση για να σβήσουν τη δίψα τους και να συνέλθουν. Εκεί, έπειτα από συζήτηση, με αίσθημα ευθύνης αλλά και συναισθηματική φόρτιση, αποφασίζουν να χωριστούν σε δύο ομάδες. Η μία, με τον Κατσαρό και 10 Ξηρομερίτες, μένει στην περιφέρεια της Βόνιτσας. Η άλλη, με τον Γιαννούλη και τους Λευκαδίτες ξεκινάει για τη Λευκάδα. Ας παρακολουθήσουμε την πορεία των δύο αυτών ομάδων οι οποίες, παρά το χωρισμό τους, θα έχουν κοινό τέλος.

Την ομάδα Κατσαρού απαρτίζουν, εκτός του ίδιου, οι αγωνιστές Τάκης Καρούσος, Κόνιαρης, Βασίλης Κυρίκος, Γιάννης Πολύζος, Ανδρέας Ραφτόπουλος, Λαδιάς, Ζέρβας, Γιάννης Ζάρκας (Μπαρμπαγιάννης), Αντώνης Κουμιντανής από το Μερτάρι κ.ά.

Παίρνεται απόφαση, όσοι δεν καταδιώκονταν, να επιστρέψουν στα χωριά τους και να δικαιολογήσουν την απουσία τους λέγοντας πως φοβήθηκαν και κρύφτηκαν. Ο Ανδρέας Ραφτόπουλος έφτασε στο χωριό του, αλλά εκεί συνελήφθη μόλις εμφανίστηκε.

Η υπόλοιπη ομάδα Κατσαρού, μετά από ολονύχτια πορεία, έφτασε κατάκοπη στα βαλτοτόπια της Βόνιτσας με πρόθεση να περάσει εκεί την ημέρα και το βράδυ να ελιχθεί. Στο μέρος αυτό, δυστυχώς, συνέβη το απρόβλεπτο και σ’ ένα βαθμό απίστευτο. Όπως η ομάδα προχωρούσε μέσα στα βούρλα και τα καλάμια για να καλυφτεί καλύτερα, ο Γιάννης Πολύζος ξεκόπηκε, λιποτάχτησε και κατέφυγε στη χωροφυλακή της Βόνιτσας. Πρόδωσε ό,τι ήξερε και δεν ήξερε. Τελικά κατάντησε να βγάζει λόγους κατά του ΔΣΕ και του ΚΚΕ που τον είχε αναδείξει στέλεχός του, γραμματέα Περιφερειακής Επιτροπής. Φυσικά, κάθε κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Ενώ ο Πολύζος έγινε ένας κατάπτυστος λιποτάκτης και προδότης του αγώνα, οι σύντροφοί του αγωνίζονταν ηρωικά κι έπεφταν σαν ήρωες στα πεδία των μαχών, πιστοί στα ιδανικά του αγώνα. Το βράδυ, η ομάδα Κατσαρού, βγαίνοντας από τους βάλτους της λίμνης, έπεσε σε ενέδρα από την οποία βγήκε χωρίς απώλειες. Επί 24 ώρες, χωρίς νερό, καλύπτεται σε ανυποψίαστο μέρος προς τη μεριά του βουνού. Όταν το βράδυ κατεβαίνει προς την πεδιάδα για να βρει νερό και ψωμί, κανένας απ’ τους πληροφοριοδότες δε θέλει να βοηθήσει. Αρνούνται, με πρόσχημα την προδοσία του Πολύζου, κάθε στήριξη και επαφή. Έτσι, η ομάδα βρέθηκε απομονωμένη, χωρίς στηρίγματα και πηγές τροφοδοσίας. Επί εννιά μέρες, οι αντάρτες παρέμειναν νηστικοί. Στις συνθήκες αυτές αποφασίστηκε η αυτοδιάλυση της ομάδας. Ο Λάκης Κατσαρός ανέλαβε να μοιραστεί την τύχη του με τους Τάκη Καρούσο και Βασίλη Κόνιαρη, από το Μονοδένδρι Ιωαννίνων, δεύτερο γραμματέα Περ. Επιτροπής, οι οποίοι δεν είχαν γνωριμίες, αλλά ούτε και το χώρο της Βόνιτσας γνώριζαν. Ο ίδιος πίστευε ότι και οι τρεις τους θα βρουν καταφύγιο στο χωριό του Παλιάμπελα. Εκεί, αργότερα, από προδοσία εντοπίστηκε το κρησφύγετό τους και δολοφονήθηκαν. Κατά πληροφορίες προερχόμενες από τον ταγματάρχη χωροφυλακής Γιαννακόπουλο Σταύρο, από την Κατούνα Ξηρομέρου, που βρισκόταν στην επιχείρηση, η προδοσία έγινε από συγχωριανό κουμπάρο του Λάκη Κατσαρού, ο οποίος εντόπισε την κρυψώνα των ανταρτών την ώρα του κυνηγιού κι έτρεξε αμέσως στη χωροφυλακή και τους κατέδωσε. Οι αντάρτες, κυκλωμένοι από μεγάλη δύναμη χωροφυλακής, στρατού και ΜΑΥδων, δε δέχτηκαν να παραδοθούν και πρόβαλαν αντίσταση. Οι δύο, Καρούσος και Κόνιαρης, σκοτώθηκαν σχετικά νωρίς. Ο Κατσαρός, αν και είχε γίνει κόσκινο από τις σφαίρες, αμυνόταν μέχρι τέλους. Την τελευταία στιγμή, ενώ ξεψυχούσε, βρήκε τη δύναμη να σκοτώσει με το πιστόλι του έναν αστυνομικό. Στη συμπλοκή είχε σκοτωθεί νωρίτερα κι ένας νέος στην ηλικία, που υπηρετούσε στις μονάδες ΜΑΥ, από το χωριό του Κατσαρού, τα Παλιάμπελα. Το 1947, τρία ακόμη αξιόλογα στελέχη του ΚΚΕ επισφράγησαν με το θάνατό τους την απέραντι πίστη τους στον αγώνα του ΔΣΕ και την αφοσίωσή τους στη μεγάλη υπόθεση της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας.

Ο Κώστας Ζακυνθινός του Οδυσσέα
(Ρέντζος) από τους Πηγαδισάνους. Έπεσε
στη μάχη της Πούντας. Το κεφάλι του το
κρέμασαν μαζί με άλλα έξι στο
πεντοφάναρο, στην πλατεία της Λευκάδας.
Από την ομάδα Κατσαρού, ο αγωνιστής Βασίλης Κυρίκος, όπως είχε συμφωνηθεί, μπήκε στη Βόνιτσα όπου, με υπόδειξη συγγενών του, πιάστηκε από τους Χίτες. Βασανίστηκε απάνθρωπα στα διάφορα κρατητήρια, πέρασε στρατοδικείο και καταδικάστηκε σε 13 χρόνια φυλάκιση. Από το ίδιο στρατοδικείο καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκιση ο περιβόητος Πολύζος. Για μια ακόμη φορά επιβεβαιώθηκε το ρητό «την προδοσία πολλοί αγάπησαν, αλλά τον προδότη ουδείς».

Η ομάδα Γιαννούλη, με προορισμό τη Λευκάδα…»

[...] Η ομάδα Γιαννούλη, με προορισμό τη Λευκάδα, πέρασε στο βάλτο της Βουλκαριάς για να καλυφθεί και το βράδυ να συνεχίσει την πορεία της. Στη δημοσιά, κοντά στο βάλτο, περνάνε φάλαγγες αυτοκινήτων με πολυάριθμες δυνάμεις από Ακαρνανία, Λευκάδα, Πρέβεζα. Αποστολή τους είναι ο εγκλωβισμός των ανταρτών και η οριστική τους εξόντωση.

Το βράδυ, οι αντάρτες, μετά από μια φρικιαστική μέρα που έζησαν μέσα στις βδέλλες και τα εκατομμύρια κουνούπια, εγκαταλείπουν το βάλτο και πιάνουν την παραλία της Πούντας, ώστε να ‘χουν απέναντί τους τη Λευκάδα. Υπολόγιζαν να βρεθεί καμιά βάρκα να τους περάσει απέναντι. Το τμήμα καλύφθηκε μέσα σε λαγούμια από φύκια κατά μήκος του βράχου και περίμενε τη νύχτα για ν’ αποφασίσει σχετικά με την κατάστασή του.

Δυστυχώς, ο αντίπαλος το εντόπισε και το αιφνιδίασε. Οι αντάρτες σκόρπισαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτοί που τρέξανε νότια προς το θαλασσινό περασματάκι, το «Πόντε», έπαθαν αμέσως μεγάλη ζημιά. Σκοτώθηκαν πέντε στο «Πόντε» και άλλοι δύο στο οχυρό, οι Μίνος Κώστας και ο δάσκαλος Θερμός.

Ζώης Κούρτης (Φασόλιας) από την πόλη
της Λευκάδας. Ανταρτοεπονίτης στον ΕΛΑΣ
και πολιτικός επίτροπος στο Αρχηγείο
Ξηρομέρου - Λευκάδας του ΔΣΕ
Μια άλλη ομάδα, διασχίζοντας την κόλαση πυρός, χάθηκε απέναντι στο δάσος του Μερταριού. Ο Γιαννούλης μαζί με τους Τάσο Μανωλίτση και το δεκαεξάχρονο Γιώργο Μανωλίτση ακολούθησαν την ακτή. Προφυλαγμένοι από το βράχο, τράβηξαν βόρεια προς το Άκτιο. Επειδή ο μικρός Γιώργος δεν ήξερε κολύμπι, κατασκεύασαν, με ό,τι υπήρχε πρόσφορο, μια σχεδία και ξανοίχτηκαν στη θάλασσα. Ενώ στην αρχή η σχεδία προχωρούσε ελεγχόμενη, από μια στιγμή και μετά τα ρεύματα την έσπρωχναν ορμητικά προς το Ιόνιο. Το ξημέρωμα, η σχεδία παρασυρμένη βρισκόταν ανάμεσα Πρέβεζα, Πάργα, Λευκάδα, σχεδόν μισοδιαλυμένη. Κατά τις 11 το πρωί στις 19 του Ιούνη 1947, μια βενζίνα που περνούσε κοντά δεν έδωσε σημασία στις εκκλήσεις των ανθρώπων της σχεδίας για βοήθεια. Μετά πέρασε δίπλα απ’ τη σχεδία μια πάσαρα με χαλασμένη μηχανή και τους περισυνέλεξε. Δυστυχώς κι εδώ η προδοσία δεν έλειψε, με συνέπεια οι αντάρτες να κυκλωθούν από καταδιωκτικά του πολεμικού ναυτικού, που τους ζητούσαν να παραδοθούν.

Ο Τάσος Μανωλίτσης τραυματίζεται στον καρπό του δεξιού χεριού και στο μηρό του δεξιού ποδιού όπου σφηνώθηκαν δύο δεσμίδες με 38 σφαίρες.

Ο Γιαννούλης βυθίστηκε στο νερό. Δέχτηκε τα συγκεντρωτικά πυρά των ΜΑΥδων, χωροφυλάκων, ναυτικού και χάθηκε, αυτή τη φορά για πάντα. Ο Γιαννούλης άφησε την τελευταία του πνοή μεσοπέλαγα, γυμνός, άοπλος, θαλασσοδαρμένος και προδομένος. Η μεγάλη καρδιά του καπετάνιου του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, του θρύλου Πάνου Γιαννούλη, έπαψε να χτυπάει και ο ίδιος πέρασε στην αθανασία.

Μαζί του πέρασαν στην ιστορία και οι συναγωνιστές του, που τα κεφάλια τους κρεμάστηκαν στους φανοστάτες της Λευκάδας για να τρομοκρατηθεί ο κόσμος. Αυτά ήταν τα κεφάλια του δάσκαλου Θερμού, Παπαδόπουλου Ζώη, του Μίνου Κώστα, Κοντογιώργη Γιάννη, Ζακυνθινού Κώστα, του Μανωλίτση Τάσου του Θωμά, του Παπλαγιάννη Νίκου. Τα στοιχεία που συνθέτουν τη σύντομη ιστορία του Αρχηγείου Ξηρομέρου Λευκάδας είναι διασταυρωμένα από τους δύο επιζήσαντες αγωνιστές Τάσο Μανωλίτση από τη Νικιάνα Λευκάδας και Βασίλη Κυρίκο, από τη Βόνιτσα.

Αναδημοσίευση από http://www.kolivas.de/archives/41282

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου