Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΡΘΕ


Του Γρηγόρη Φαράκου 
πρώην γ.γ. του ΚΚΕ 

Βρετανοί αλεξιπτωτιστές κατά την διάρκεια της
μάχης της Αθήνας 
   Μόλις 52 ήσαν, όλες κι όλες, οι μέρες που γιόρταζε την απευθέρωσή της η Αθήνα. Από τις 3 Δεκεμβρίου, επί 33
 ημέρες η πρωτεύουσα ματώνει στις μάχες που ακολούθησαν. Κάτι λιγότερο από τρεις μήνες κι ήταν αρκετό για ν΄ αναποδογυρίσουν τα πάντα στη μετακατοχική Ελλάδα. Ήρθαν τα πάνω-κάτω κλίμακες αξιών, συσχετισμοί και ισορροπίες δυνάμεων, το μερίδιο ελέγχου τους στην εξουσία. Ανατράπηκε η Αντίσταση κι ο,τι αυτή σηματοδοτούσε για το παρόν και το μέλλον του τόπου. Τίποτα, πια, δεν ήταν και δεν θα ήταν όπως πριν. 
    Αναπάντεχη ήταν η «ανώμαλη προσγείωση» μετά τη Δεκεμβριανή ήττα και τη φυγή, μεσ΄ από χιονισμένους δρόμους και μονοπάτια, προς τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία. Έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να ακολουθήσουν ώρες αυτογνωσίας. Το ένιωθαν, ίσως, μόνο τα μέχρι απόγνωσης εξαντλημένα και αποχωρούντα από Αθήνα-Πειραιά τμήματα του ΕΛΑΣ, καθώς και τα μπουλούκια δεκάδων χιλιάδων αγωνιστών που ακολουθούσαν, εφαρμόζοντας μια ακόμα παράλογη εντολή.

   Υποχώρηση - καταδίωξη - ανακωχή

   Στη διάρκεια των Δεκεμβριανών, η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ είχε την έδρα της στη Χασιά Αττικής. Εκεί, στις 29 Δεκεμβρίου1944 (κατ΄ άλλους, στις 2 Ιανουαρίου1945) συνήλθε, σε διευρυμένη συνεδρίαση του, το Π.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ, για να πάρει σύντομα μέτρα ενίσχυσης των μαχόμενων στην Αθήνα τμημάτων. Τα γεγονότα, ωστόσο, εξελίσσονταν ραγδαία και για την ΕΑΜική ηγεσία, ανεξέλεγκτα. Δεν πρόλαβε σχεδόν να τελειώσει η συνεδρίαση και, αντί για ενίσχυση των μαχών, διατάσσεται υποχώρηση. Η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ καταφεύγει, στις 6 Ιανουαρίου, στη Θήβα.
   Την προηγούμενη μέρα είχαν επίσης σπεύσει εκεί οι Στέφανος Σαράφης, Αρης Βελουχιώτης μαζί με το βασικό επιτελικό του σύμβουλο, Θόδωρο Μακρίδη, «ίνα τους βοηθήσωσι στο μέτρο των δυνάμεών του», ώστε να αποκοπεί η ραγδαία προώθηση του αντιπάλου, να συγκρατηθεί η άτακτη υποχώρηση του ΕΛΑΣ, να γίνει δυνατό ν΄ αναδιαταχθούν οι δυνάμεις του σε κάποια γραμμή άμυνας. Στις συσκέψεις που ακολουθούν, οι τρεις (ακριβέστερα, οι Αρης, Μακρίδης) προσπαθούν να τους πείσουν να αποδεχθούν το προαποφασισμένο (από το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ) σχέδιο για την καλύτερη αντιμετώπιση της κατάστασης. Ανεπιτυχώς, όμως. Γινόταν φανερό ότι «η εξ Ηπείρου πρωτόβουλος μετακίνησης (του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ) και ανεπιθύμητος ήτο και ενοχλητική» (1). 
   Ιδιαίτερα αρνητικές ήσαν οι συνέπειες από τη μη αποδοχή της άποψης για οχύρωση της στενωπού Κάζας (αντί του Μπογιατίου και, γενικότερα, για την αναδιάταξη των δυνάμεων της Ομάδας Μεραρχιών Στερεάς (ΟΜΣ) (2). Ανεξάρτητα, πάντως, από τις διαφορετικές επιτελικές εκτιμήσεις, το γεγονός είναι ότι τα τμήματα του ΕΛΑΣ και οι πολίτες που τα ακολουθούσαν δεν κατάφερναν  να στεριώσουν σε κάποια γραμμή άμυνας. Είχαν προλάβει να την καταλάβουν οι δυνάμεις (κυρίως βρετανικές), που τα καταδίωκαν. Άλλωστε, και η προσωπική εμπειρία από εκείνη τη συγκλονιστική περιπέτεια δεν είναι δυνατό ποτέ να λησμονηθεί.
   Η έρευνα, τώρα, στα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) μιλάει αποκαλυπτικά και παραπάνω από εύλογα για την ανελέητη εκείνη καταδίωξη (3). Έτσι, που σήμερα πια, μόνον ως απείκασμα θα μπορούσε να προκύψει η σκέψη για δημιουργία ενός κάπως σταθερού μετώπου αντίστασης. 
   Το κύριο ζήτημα που απασχολούσε την ηγεσία και τα επιτελεία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν αν θα έπρεπε (εφόσον γινόταν δυνατό) ή όχι να συνεχιστεί η ένοπλη αντιπαράθεση τους προς τις αντίπαλες δυνάμεις και τους Άγγλους. Στις 7 Ιανουαρίου, ο Γ. Σιάντος έδινε τηλεγραφικώς εντολή: «Προετοιμάζομε συγκρότηση ιδικής μας κυβέρνησης. Αγών συνεχισθεί εντατικά... Εντείνατε...οργάνωσιν όλων δυνάμεων και μέσων ανάγκας διεξαγομένου πολέμου» (4). 
   Κάθε άλλο, όμως, παρά, μια τέτοια απόφαση για καθολική πολεμική κινητοποίηση υπήρχε, ή ήταν δυνατό να ληφθεί. Ούτε ο ίδιος ο Σιάντος υποστήριξε, τελικά αυτήν την άποψη. Ήδη, στη συνεδρίαση του Π.Γ. στη Χασιά που ανέφερα, μερικά ηγετικά στελέχη (από τους πρώτος, η Χρύσα Χατζηβασιλείου, μέλος του Π.Γ.) διέβλεπαν διέξοδο, την επιδίωξη συμβιβαστικής πολιτικής λύσης. Την αντίθετη κατεύθυνση, με ή χωρίς επιφυλάξεις, υποστήριζαν άλλοι. Όλοι, πάντως, συμφωνούσαν με την ανάγκη ανακωχής.
   Η σύναψή της καθυστερεί, εξαιτίας της αυταπάτης για οργάνωση κάποιας γραμμής άμυνας στα όρια Αττικής-Βοιωτίας. Όταν αυτό αποδεικνύεται αδύνατο, επιζητείται εσπευσμένα, σε κατάσταση πανικού σχεδόν, η υπογραφή της (11 Ιανουαρίου). Οι στόχοι δεν είναι και πάλι σαφείς: Είναι προσωρινή, για ανασύνταξη δυνάμεων; Αποτελεί διέξοδο, για προετοιμασία πολιτικής λύσης; Η διαφωνία παραμένει. Μόνο στα τέλη Ιανουαρίου (κατ΄ άλλους, αρχές Φεβρουαρίου) η Κ.Ε. του ΚΚΕ αποφασίζει με σημαντική πλειοψηφία την προσφυγή σε πολιτικό συμβιβασμό (συμφωνία της Βάρκιζας).

   Κορύφωση της περιπέτειας των ομήρων

   Η Ιστορία είναι, εκτός των άλλων, και ένας «διάλογος» του παρελθόντος με τις σημερινές μας αντιλήψεις, με το παρόν. Από την άποψη αυτή, αξίζει να σχολιαστεί ευρύτερα ένα «επιμέρους» (αλλά καθόλου ασήμαντο) θέμα, που τις μέρες εκείνες περνάει στη δραματική του κορύφωση: η ομηρία. 
   Η απόφαση για μαζικές προληπτικές συλλήψεις ατόμων στα Δεκεμβριανά αμαύρωσε τον αγώνα και την ηθική διάσταση των μαχητών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Δίκαια στην πρώτη, μετά τα γεγονότα, Ολομέλεια της Κ.Ε. του ΚΚΕ (Απρίλιος 1945) κρίνεται ότι «έστω και ως μέτρο άμυνας κατά του άγριου διωγμού και της ομηρίας από μέρους των Παπανδρέου-Σκόμπι, ήταν σοβαρό πολιτικό λάθος». Η ίδια σκέψη επικρατούσε, απ΄ όσο ξέρω, και τα κατοπινά χρόνια στις επίσημες θέσεις ή σε όσες συζητήσεις γίνονταν εντός των πλαισίων του ΚΚΕ. Παρ΄ όλ΄ αυτά, πολλοί πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου επιχειρούν στα βιβλία τους να δικαιολογήσουν το καθεστώς ομηρίας.
   Δεν υπάρχει, βέβαια, αμφιβολία: Οι βιαιοπραγίες, οι διώξεις των αντιπάλων, οι άμαχοι-θύματα των βρετανικών αεροπορικών βομβαρδισμών και πολυβολισμών είναι πραγματικότητα. Γεγονός είναι, επίσης, ότι οι Βρετανοί ήρξαντο χειρών αδίκων στο θέμα της ομηρίας. Πολλές εκατοντάδες από τους συλληφθέντες ως ομήρους τους έστειλαν και σε στρατόπεδα της Αφρικής. Πώς, ωστόσο, ένα λαϊκό κίνημα μπορεί να αποδεικνύει την υπεροχή του, αν η ηγεσία του χρησιμοποιεί τις ίδιες με τους αντιπάλους τους μεθόδους; 
   Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι σε κάθε πόλεμο, ιδιαίτερα στον εμφύλιο, συμβαίνουν αγριότητες που ξεφεύγουν, συχνά, και από την θέληση και τον έλεγχο εκείνων που διευθύνουν τη σύγκρουση. Η ευθύνη, επομένως, των αντιμαχομένων ηγεσιών είναι μεγαλύτερη, όταν οι ίδιες αποφασίζουν μαζικές συλλήψεις ομήρων. Στην περίπτωση αυτή, η αυτοκριτική ορισμένων ηγετών για «κάποιες υπερβολές» φαντάζει ανειλικρινής. 
   Πολύ χειρότερα, βέβαια, είναι όταν επιχειρείται, ακόμα και εκ των υστέρων, η «θεωρητική» δικαίωση τέτοιων αποφάσεων με αντιλήψεις όπως: Αυτό απαιτούν οι συνθήκες διεξαγωγής επαναστατικού αγώνα. «Θα ήταν έγκλημα ασυγχώρητο" να περιοριστεί ο αγώνας μόνο «σε κατά μέτωπο πάλη». Ο «πραγματικός ουμανισμός» είναι εκείνος που εξοντώνει τον αντίπαλο. Ήταν απλώς, «μέτρο αυτουπεράσπισης του λαού» ή «στοιχειώδους αυτοάμυνας», κ.λπ.
   Παρόμοιες, προφανώς, σκέψεις οδηγούσαν την ηγεσία του ΚΚΕ να συνεχίζει την ίδια τακτική και όταν ήταν, πια, ολοφάνερο ότι αυτή βλάπτει το ΕΑΜικό κίνημα. Στις 3 Ιανουαρίου, ο Σιάντος τηλεγραφεί στις οργανώσεις: «Στρατοδικεία συγκροτούνται ένα κάθε μεγάλην μονάδα... Γέρο»ς (5)Κατά τις συζητήσεις για ανακωχή, η σύναψή της καθυστερεί, γιατί η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ επιμένει στη μη απόδοση των ομήρων. Μόνο μετά τρεις ημέρες το Π.Γ. αναγκάζεται να πάρει πρωτόβουλα μια τέτοια απόφαση. Και στις 16 Ιανουαρίου, η Κ.Ε. του ΕΛΑΣ διατάσσει το «Αρχηγείον Εθνικής Πολιτοφυλακής... να αφήσωσιν αμέσως ελευθέρους όλους τους κρατουμένους αμάχους» (6)Στο μεταξύ, φάλαγγες ομήρων είχαν ταλαιπωρηθεί, οδηγούμενοι στο εσωτερικό της χώρας (7).
   Και όμως. Ένα λαϊκό κίνημα, που ευαγγελίζεται το καλύτερο μέλλον, μπορεί και πρέπει, και όταν ηττάται, να αποδεικνύει την ηθική του, τουλάχιστον, υπεροχή.

Από την ανακωχή στη Βάρκιζα

Κατάθεση των όπλων του ΕΛΑΣ λίγο μετά την υπογραφή
της συμφωνίας της Βάρκιζας.
  Συχνά, διαβάζοντας τις γραπτές μαρτυρίες των περισσότερων ηγετών του ΕΑΜικού αγώνα και επιχειρώντας να στοχαστώ πάνω στις μνήμες που έχουν καταγράψει, με βασανίζει μια κάπως παράδοξη διαπίστωση: Ήθελαν τη νίκη, πίστευαν σε αυτή. Δεν αρνούνταν τις όποιες θυσίες απαιτούσε η επίτευξή της. Μα δεν έμαθαν και να ηττώνται. Αλλιώς, είναι δύσκολο να εξηγήσεις τη στάση τους μετά την ήττα του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στα Δεκεμβριανά.
   Το πρωτόκολλο της ανακωχής μονογραφήθηκε, όπως είπα, στις 11, η εφαρμογή της άρχιζε στις 15 Ιανουαρίου. Σε τέσσερις μέρες ο ΕΛΑΣ έπρεπε να υποχωρήσει στις νέες θέσεις, όπως αυτές καθορίζονταν με τα συνημμένα παραρτήματα. Αυτό έγινε. Την επομένη, 20 του μηνός, υπογράφεται η οριστική ανακωχή από το στρατηγό Οσκλαντ (βρετανική πλευρά) και τους Α. Τζήμα, Κ. Δημάκη (εκ μέρους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ).
   'Οσοι, ακόμα και σήμερα, υποστηρίζουν πως οι όμηροι ήσαν δυσαρεστημένοι από «τις δυνατότητες που είχε η αντιπροσωπεία να πετύχει», απλώς επιβεβαιώνουν ότι δεν ήξεραν να αποδέχονται και την ήττα. Η ανακωχή είναι, σχεδόν πάντοτε, δυσμενής για τους ηττημένους. «Σοφοί δε, προσιόντων αισθάνονται». Και οι ΕΑΜικοί ηγέτες δεν είχαν, φαίνεται, την ικανότητα «τα προσερχόμενα (να) αντιλαμβάνονται». Το πρώτο και κύριο απ΄ αυτά δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο από τον πολιτικό συμβιβασμό, για τον οποίο όμως χρειαζόταν σύντονη και λεπτομερής προετοιμασία.
   Αντί γι΄ αυτό, η ηγεσία του ΚΚΕ-ΕΑΜ σπατάλησε ένα μήνα σε «προβληματισμούς» γύρω από την συνέχιση της ένοπλης σύγκρουσης. Υπήρξαν, άλλωστε, αρκετές οι πιέσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Ο στρατιωτικός σύμβουλος Θ. Μακρίδης ομολογεί (στη μυστική του Εκθεση, του 1946) ότι διαβεβαίωνε τους πάντες: «Ο ΕΛΑΣ δύναται να διεξαγάγει αγώνα κατά των Βρετανικών στρατευμάτων... δύο χρόνια και με μεγάλη επιτυχία. Το εγγυώμαι με το κεφάλι μου». Ο ίδιος όμως έθετε όρους («να μην αρχίσουμε πάλι τα ίδια», να αναλάβει αυτός τη διεύθυνση κ.λπ.), που καθιστούσαν στην ουσία, ανεφάρμοστες τις προτάσεις του. Και αντιφάσκει με όσα, επίσης, σε όλο το κείμενό του γράφει για την κατάσταση του ΕΛΑΣ.
   Έτσι, η τελική επιλογή για την εξεύρεση συμβιβαστικής πολιτικής λύσης ήταν ορθή. Ήρθε αρκετά αργά και αφού χαθεί πολύτιμος χρόνος. Το «σύνδρομο» της πάση θυσία και παντί τρόπω κατάληψης της εξουσίας, ως μόνης διεξόδου, δεν είχε πάψει να προκαλεί συγχύσεις στην ηγεσία του ΕΑΜικού κινήματος. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ-ΕΑΜ έφθασε στις συζητήσεις για την συμφωνία της Βάρκιζας, ουσιαστικά απροετοίμαστη.
   Η υπογραφή της, 12 Φεβρουαρίου, ήταν αναπόφευκτη και αναγκαία. Για τους όρους της, ωστόσο, και τις εγγυήσεις εφαρμογής της χρειάζεται μια άλλη συζήτηση, που δεν είναι του παρόντος. Τα όπλα, πάντως, σίγησαν. Μέχρι πότε;
   Στις 15 Φεβρουαρίου, το Γ.Σ. του ΕΛΑΣ, με την υπ' αριθ. 269« Γενική Διαταγή» του (υπογράφουν Σαράφης, Αρης) διατάσσει: «Κάθε Μεραρχία... υποδέχθη αφιχθησομένας περιοχήν ΕΛΑΣ αγγλικάς δυνάμεις προς παραλαβήν περιοχής». Στην ίδια καθοριζόταν: «Την 27ην Φεβρουαρίου αι Μεραρχίαι θα αναφέρουν ανυπερθέτως, ραδιογραφικώς ή τηλεφωνικώς, εις γενικόν αριθμόν παραδοθέντος οπλισμού κατά κατηγορίας».
   Την ίδια μέρα, η κομματική ηγεσία εντέλλεται σε όλες τις οργανώσεις: «Να αναλυθεί συμφωνία και οι λόγοι που επέβαλαν την υπογραφή της». Αλλά και: Να «διαφυλάξουν σημαντικό μέρος του οπλισμού».
   Την επομένη (16 Φεβρουαρίου), το Γ.Σ. προχωρεί και στον επίσημο «αποχαιρετισμό στα όπλα», με μια συγκλονιστική «Ημερήσια Διαταγή» του, που την υπογράφουν Σαράφης, Άρης: «Ύστερα από συμφωνία που υπογράφηκε... ο ΕΛΑΣ αποστρατεύεται... Να είστε υπερήφανοι για το έργο σας και να έχετε ήσυχη τη συνείδησή σας ότι κάνατε το καθήκον σας προς την πατρίδα...». Στις 28 Φεβρουαρίου ο ΕΛΑΣ έπαψε να υπάρχει.

Μετά την Βάρκιζα, τι;

   Κάθε ανακωχή και συμφωνία ειρήνευσης δεν αποκλείει, φυσικά, την συνέχιση ή και όξυνση της αντιπαράθεσης. Μόνο που υποτίθεται ότι αυτή θα γίνετε, πια, με πολιτικά και ειρηνικές-δημοκρατικές μεθόδους. Η συμφωνία της Βάρκιζα, αφ΄ εαυτής, δεν έδινε τέτοιες εγγυήσεις. Δεν ήταν δυνατό να τις εξασφαλίσουν ούτε οι επιλογές των αντίπαλων πλευρών, που κινούνταν σε διαφορετική κατεύθυνση, είχαν αντίθετη «λογική».
   Για τους «νικητές»  της Δεκεμβριανής σύγκρουσης, που πέτυχαν να καταλάβουν την εξουσία και να τη διατηρήσουν επί πολλές δεκαετίες, υπάρχει η πραγματικότητα που έζησε ο τόπος. Αυτή αποδεικνύει ότι ο κύριος σκοπός τους ήταν η ανεξέλεγκτη μονοπώληση της εξουσίας και βασικό τους μέλημα είχαν την κονιορτοποίηση-εξαφάνιση της Αριστεράς από την πολιτική ζωή.
   Στα αρχεία τις ΔΙΣ μπορεί κανείς να παρακολουθήσει αυτή την τακτική εξόντωσης των αγωνιστών της Αριστεράς, από τους πρώτους μήνες του 1945, μέσα από τις εκθέσεις και τις διαταγές των στρατιωτικών μονάδων. Για τους στρατιωτικούς διοικητές, ήταν «εκ πείρας» δεδομένο ότι η συμφωνία έπρεπε να εφαρμοστεί «βιαίως», αν κάποιος μιλούσε με «χωνίον» αυτός «επυροβολήθη υπό της πλησιεστέρας περιπόλου», οι κρατούμενοι δωσίλογοι έπρεπε να απελευθερωθούν, ενώ ακόμα και ο Άγγλος ταξίαρχος αναγνώριζε ότι έτσι παραβιαζόταν η «Βάρκιζα», αλλά «οι κομμουνισταί δεν έπαυσαν να διαμαρτύρωνται δια την κακομεταχείρισιν τον υπό της Εθνοφρουράς».
   Δεν διαμαρτύρονται όμως μόνον «οι κομμουνισταί». Τον Ιούνιο 1945 δημοσιεύεται υπόμνημα των Σοφούλη, Καφαντάρη, Πλαστήρα, Τσουδερού, Μυλωνά προς τον τότε πρωθυπουργό Βούλγαρη, με οποίο αναγνωρίζουν το διωγμό και εκφράζουν την ανησυχία τους. Μιλούν για «χιτλερικές συμμορίες οι οποίες λυμαίνονται τη χώρα με διαπραττόμενα εγκλήματα κατά των ελεύθερων πολιτών, κακοποιήσεις, συλλήψεις, φυλακίσεις, βιασμούς γυναικών, φόνους κ.λπ. εγκλήματα κηλιδώνοντα τον πολιτισμόν μας». Σε παράρτημα, παραθέτουν ένα «μικρόν πολλοστημόριον των εγκληματικών πράξεων που περιήλθον εις γνώσιν μας». Δεν αναφέρονται, μάλιστα, μόνο στις παρακρατικές οργανώσεις, αλλά επισημαίνουν ότι «το κράτος δεν είναι αμέτοχο».
   Σήμερα, πια, δεν είναι εύκολο κάποιος να αρνείται αυτή την πραγματικότητα. Μόνο μέχρι το Μάρτιο 1947, το σύνολο των δολοφονημένων της Αριστεράς έφθασε τους 1300 (απ΄ αυτούς 124 οι εκτελεσμένοι με αποφάσεις στρατοδικείων). Ο "μονόπλευρος εμφύλιος" που κατήγγειλε η Αριστερά ήταν γεγονός. Από την άλλη μεριά, είναι αλήθεια ότι ούτε η ηγεσία του ΚΚΕ είχε απαλλαγεί από την τριτοδιεθνιστική αντίληψη για βίαιη κατάληψη της εξουσίας.
   Άλλωστε, η ίδια η συμφωνία της Βάρκιζας αμφισβητήθηκε εξαρχής από ένα μέρος των ηγετικών του στελεχών. Ο Μακρίδης, στη μυστική του έκθεση σημειώνει: «Όταν ο Άρης και ο γράφων έμαθαν την σύναψιν της Συμφωνίας της Βάρκιζας και τους όρους της... δυσαρέστως εξεπλάγησαν και τούτο εγνώρισαν εις τον σ. Ιωαννίδην». Και προσθέτει ότι πρότειναν «να αποσυρθή εν εκ των καλύτερων τμημάτων του ΕΛΑΣ συντεταγμένον εις το Γιουγκοσλαβικόν έδαφος», να εκπεδευθούν εκεί στελέχη στις σύγχρονες μεθόδους πολέμου, ώστε να «είναι διαθέσιμοι να δράσωσι όπου-όπως-όταν η καθοδήγησις του ΚΚΕ θα ώριζεν».
Η φρίκη του Εμφυλίου.
Το κεφάλι ενός αντάρτη στα χέρια των αντιπάλων του.
 (Αρχείο CORBIS 15/11/1947) 
   Το «χαμένο αρχείο» του Αρη Βελουχιώτη, που πρόσφατα έδωσα στη δημοσιότητα, αποδεικνύει με
αδιαμφισβήτητα τεκμήρια ότι υπό σκέψη και συζήτηση υπήρχε και η «άλλη» γραμμή. Ορθώς η ηγεσία του ΚΚΕ την απέκλεισε τότε. Η ευθύνη της βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετώπισε την κίνηση του Αρη, στο χλευασμό, τις ύβρεις εναντίον του Πρωτοκαπετάνιου του ΕΛΑΣ, στη πλήρη εγκατάλειψη και την εξαπάτησή του κατά την διάρκεια της περιπέτειάς του. Η άγρια εξόντωσή του από τους αντιπάλους ήταν η κατάληξη.
   Ακόμα μεγαλύτερη όμως είναι η ευθύνη της, γιατί, μόλις μετά λίγους μήνες, προχωρεί στην εφαρμογή αυτής ακριβώς της «άλλης» γραμμής, που υποτίθεται ότι είχε καταδικάσει. Η ένταση των διωγμών από την αντίπαλη πλευρά φαίνεται να «δικαιώνει» τις υπό την ηγεσία τώρα του Ν. Ζαχαριάδη επιλογές της. Ο «φαύλος κύκλος» των αφορμών ή προσχημάτων, που η μια από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις έδινε στην άλλη, συνεχίζεται. Και η διολίσθηση προς το μαζικό, το συνολικό Εμφύλιο έχει καταστεί γεγονός.
   Η μεταδεκεμβιανή κατάσταση επέβαλε την αυτογνωσία σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Αλλά: Οι μεν «ζαλίζονται» από την αναπάντεχη «νίκη» τους, που με τα όπλα των Αγγλων εξασφάλισαν. Οι δε, αρνούνται να παραδεχθούν την ήττα, άρα και τους συμβιβασμούς που αυτή επιβάλλει. Την αυτοσυνειδησία τους, μόλις και θα προσεγγίσουν μετά μία, σχεδόν, δεκαετία. Στο μεταξύ, ένας καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος σαρώνει τη χώρα και τους ανθρώπους της. Οι συνέπειές του, ακόμα και μετά μισόν αιώνα, στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική ζωή δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί.
   Ποιος θα πει πως έχει άδικο ο Όμηρος, όταν, διά στόματος Νέστορα, λέει:« Αφρήτωρ, αθέμιστος, ανέστιος εστιν εκείνος ος πολέμου έραται επιδημίου, οκρυόεντος»; (Ιλιάδα, ωδή Ι, 63. Και σε μετάφραση Καζαντζάκη-Κακρίδη: «Ασογος, άσπιλος, παράνομος, που χαίρεται αν ξεσπάσει σε φίλους και δικούς ανάμεσα ξεφρενιασμένη αμάχη»).


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Οι φράσεις είναι από την «μυστική έκθεση Μακρίδη» (1946). Για μη φορτωθεί με παραπομπές το δημοσίευμα, σημειώνω ότι ο αναγνώστης μπορεί να βρει τις αρχειακές ή άλλες πηγές, που αυτό έχει στηριχτεί, στα βιβλία: α) Γρηγόρης Φαράκος: Μαρτυρίες και Στοχασμοί 1941-1991. Εκδόσεις Προσκήνιο. Αθήνα, 1993. β) Γρηγόρης Φαράκος: Αρης Βελουχιώτης. Το χαμένο Αρχείο. Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Αθήνα 1997. γ) «Δεκέμβρης του '44». Επιμέλεια: Γρηγόρης Φαράκος. Εκδόσεις Φιλίστωρ. Αθήνα 1996. Παρακάτω, σημειώνονται μόνο όσες πηγές εκεί δεν υπάρχουν.
2. Στα προσφάτως δημοσιευμένα απομνημονεύματα του, ο Τάσος Λευτεριάς, καπετάνιος τότε της ΟΜΣ, δίνει κάπως διαφορετικές εκτιμήσεις. (Καπετάν Λευτεριάς: Από την Κοξαρέ στα βουνά της Ρούμελης. Εκδόσεις Θυμέλη, σελ. 557-565). Δυστυχώς, όπως φαίνεται δεν έχει διαβάσει την έκθεση Μακρίδη, για να δώσει τη δική του εκδοχή και στις συγκεκριμένες επικρίσεις.
3. ΔΙΣ- Αρχεία Εμφυλίου πολέμου, τ. 1. Ενδεικτικά: σ. 334-5, 343-4.
4. ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τόμος Πέμπτος, Αθήνα 1973, σελ. 322.
5. Αρχείο Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ): Κιβ. 174, κωδ. 7/61.
6. ΑΣΚΙ: Κιβ. 493, κωδ. 30/1/25.
7. ΔΙΣ- Αρχεία Εμφυλίου, τ. 1. Ενδεικτικά: σελ. 353.
8. Ευρύτερα, τις απόψεις μου μπορεί ο αναγνώστης να δει στα βιβλία που αναφέρονται και στην υποσημείωση 1. 
9. ΔΙΣ- Αρχείο Εμφυλίου, τ. 1, σελ. 427-441. Παρόμοια κείμενα υπάρχουν αρκετά στους τόμους 1 και 2.
[ Για τις σημειώσεις 8 και 9 δεν μπόρεσα να βρω σε ποιες σημεία του κειμένου αντιστοιχούν ]

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΚΑ (τεύχος 7, 2/12/1999, σελ. 41-45) της εφ. Ελευθεροτυπία. 
  

Αναθεώρηση της Ιστορίας και Δεκέμβρης του '44


της Δώρας Μόσχου


Κι απέ Δεκέμβρης στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι
Λικνίζει κάτω από το Δρυ και την Ιτιά
Το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Αρη.
Νίκος Καββαδίας


Αθήνα, 4 Δεκεμβρίου  1944. 
Ο τελευταίος χρόνος -μέχρι και το Μάιο του 2005- σημαδεύτηκε από πολλές ιστορικές επετείους, ελληνικές και ξένες, οι οποίες σχετίζονταν στην πλειοψηφία τους με την αντιφασιστική νίκη των λαών στο β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Αυτές οι επέτειοι «γιορτάστηκαν» σε επίσημο - κρατικό - ανεπίσημο, αλλά και σε «ακαδημαϊκό» (!) επίπεδο, με μία γενικευμένη προσπάθεια αναθεώρησης της ιστορίας που έχει κατά τη γνώμη μας δύο στόχους, εξ ίσου σημαντικούς στο επίπεδο της ιδεολογικής χειραγώγησης που επιχειρεί ο ιμπεριαλισμός, αλλά που διαφέρουν ως προς τα μέσα που χρησιμοποιούν και ως προς το επίπεδο της συνείδησης στο οποίο απευθύνονται. Ο πρώτος στόχος είναι άμεσα πολιτικός: Συνδέεται με μία θεωρία που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1930, αλλά γενικεύτηκε στη δεκαετία του '90, μετά τις τραγικές αντεπαναστατικές ανατροπές, περί ταυτότητας των «ολοκληρωτισμών». Η θεωρία αυτή ισχυρίζεται ότι ο «ολοκληρωτισμός» είναι ένα ενιαίο σύστημα στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τόσο τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα, όσο και ο σοσιαλισμός, με αιχμή την περίοδο 
κατά την οποία Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ ήταν ο Ιωσήφ Β. Στάλιν.

Μεταφερμένη στις συνθήκες του β΄ παγκοσμίου πολέμου, η θεωρία περί «ολοκληρωτισμού» αρνείται τον ειδικό ρόλο της ΕΣΣΔ στη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού και αποδίδει τη νίκη στις στρατιωτικές ενέργειες των «δυτικών» συμμάχων, ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Χαρακτηριστικός αυτής της αντίληψης ήταν ο περυσινός εορτασμός της λεγόμενης D - Day, της απόβασης στη Νορμανδία, που χαρακτηρίστηκε ως «η μεγαλύτερη μέρα του πολέμου». Μόνο που η ημέρα αυτή άλλο δε σηματοδοτούσε παρά το άνοιγμα του δεύτερου μετώπου, το οποίο η Σοβιετική Ενωση ζητούσε επιτακτικά από το φθινόπωρο του 1941, όταν μόνη της αντιμετώπιζε τις φασιστικές στρατιές στο Στάλινγκραντ... Αυτό το δεύτερο μέτωπο άνοιξε όταν ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να προελάσει στην Ευρώπη, ελευθερώνοντας τους λαούς της από το φασιστικό ζυγό. Το διακύβευμα λοιπόν για τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ και Βρετανία) που συμμετείχαν στον αντιφασιστικό συνασπισμό ήταν να μη βρεθούν πρώτοι οι Σοβιετικοί στο Βερολίνο, διαμορφώνοντας έτσι καλύτερες συνθήκες για τα κομμουνιστικά κόμματα των κατεχομένων χωρών της Ευρώπης.


Η αναθεώρηση της ιστορίας περιλαμβάνει ασφαλώς και τα αντιστασιακά κινήματα των χωρών της Ευρώπης, στα οποία πρωτοστάτησαν οι κομμουνιστές. Η -ιστορικά επιβεβλημένη- εθνικοαπελευθερωτική και ταξική βία που αυτά άσκησαν, καταδικάζεται και εξομοιώνεται με τη βία των φασιστών κατακτητών. Ειδικά στην Ελλάδα η τάση αυτή συνδυάζεται με την αναβίωση παλαιότερων, ιστορικά σαθρών, χυδαίων ιδεολογημάτων περί «εγκλημάτων» των κομμουνιστών.

Το δεύτερο επίπεδο της αναθεώρησης της ιστορίας λειτουργεί στο επίπεδο της θεωρίας και της μεθοδολογίας. Αν και δεν πρόκειται για το πεδίο στο οποίο διεξάγεται άμεσα η πολιτική διαπάλη, αξίζει ωστόσο να γίνει μία εκτεταμένη αναφορά στα ζητήματα αυτά, διότι η πρόταση για την εισαγωγή μιας «νέας» μεθοδολογίας στην ιστοριογραφία ακυρώνει στην ουσία την επιστημοσύνη της ιστορίας και τη δυνατότητα του ανθρώπου να «διαβάζει» τις ιστορικές εξελίξεις στη βάση της ταξικής πάλης και προς το όφελος της εργατικής τάξης.

Μέχρι το 19ο αιώνα η ιστορία δε θεωρούνταν επιστήμη, αλλά αφήγηση. Ο θετικισμός του 19ου αιώνα, μία αστική φιλοσοφική μέθοδος (1), ορίζει την ιστορία ως επιστήμη, μόνο στο βαθμό που το έργο του ιστορικού στηρίζεται αυστηρά στις πηγές. Δεν αναγνωρίζει όμως στην ιστορία ούτε τη συνέχεια ούτε, πολύ περισσότερο, τη νομοτέλεια. Στην ουσία, για το θετικισμό η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στο χρόνο δεν είναι παρά ένα σύνολο γεγονότων αιτιακά ασύνδετων μεταξύ τους, τα οποία μάλιστα χαρακτηρίζονται ως «μοναδικά, ατομικά και ανεπανάληπτα».

Η έννοια της νομοτέλειας στην ιστορία, κατ' αναλογία με τη νομοτέλεια που υπάρχει στη φύση, δεν εισάγεται από το μαρξισμό (2). Ο μαρξισμός όμως, ο ιστορικός υλισμός, ανάγει τη νομοτέλεια στην υλική βάση της κοινωνίας, στη διαρκή διαπάλη ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Από την άποψη αυτή (θεώρηση της ανθρώπινης εξέλιξης ως αποτέλεσμα νόμων που διέπουν τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας σε κάθε ιστορικά προσδιορισμένο επίπεδο ανάπτυξης του ανθρώπου και των μέσων που χρησιμοποιεί, νόμων που αφορούν και την ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης και την κοινωνική δράση) είναι η μεθοδολογία που κατ' εξοχήν ορίζει την ιστορία ως επιστήμη. Επειδή ακριβώς ο μαρξισμός τεκμηριώνει επιστημονικά, νομοτελειακά τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης στην κοινωνική εξέλιξη, θεωρεί -και σωστά- ότι ενισχύει, επιταχύνει τη δυνατότητα του ανθρώπου να επέμβει, χρησιμοποιώντας τους ιστορικούς νόμους, ώστε να αλλάξει συνειδητά το ιστορικό γίγνεσθαι προς όφελός του.

Κατά την προηγούμενη δεκαετία, ενώ ακόμη ήταν πολύ πρόσφατες οι αντεπαναστατικές ανατροπές των αρχών της δεκαετίας του '90, παρατηρήθηκε μία γενικότερη οπισθοδρόμηση στις κοινωνικές επιστήμες. Οσον αφορά την ιστορία, κυκλοφόρησε ευρέως το ιδεολόγημα περί «τέλους της ιστορίας», το οποίο κατέρρευσε πανηγυρικά στις νέες συνθήκες όξυνσης των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, πολέμων, αλλά και αφύπνισης (αργής έστω και επώδυνης) των λαών. Ετσι, στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, ανασύρθηκαν όχι μόνο τα -άμεσης πολιτικής χρήσης- ιδεολογήματα τα οποία αναφέρθηκαν προηγουμένως, αλλά και ορισμένες θεωρητικές - μεθοδολογικές προσεγγίσεις που εμφανίζονται ως νέες (3)- στην πραγματικότητα όμως είναι πάρα πολύ παλιές και οδηγούν την ιστορική σκέψη πολύ πίσω, πίσω ακόμη και από το θετικισμό του 19ου αιώνα. Παράλληλα παρατηρείται μία γενικευμένη τάση υποτίμησης των κοινωνικών επιστημών και σπουδών, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στον τρόπο διδασκαλίας τους στη μέση παιδεία -και αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο- όσο και στον τρόπο με τον οποίο αυτές αντιμετωπίζονται από τα ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Στην Ελλάδα οι πρωτεργάτες της αναθεώρησης της ιστορίας ισχυρίζονται ότι ωθούνται από αγνά επιστημονικά κίνητρα και ότι χρησιμοποιούν αυτές ακριβώς τις «νέες» μεθοδολογικές αρχές. Πρόκειται κυρίως για ορισμένους πανεπιστημιακούς κύκλους, με εργασιακές και επιστημονικές τουλάχιστον διασυνδέσεις με την άλλη όχθη του Ατλαντικού (4), που εντάσσονται στην αστική αγγλοσαξωνική σχολή σκέψης και οι οποίοι ισχυρίζονται ότι θέλουν να χειραφετήσουν την ιστοριογραφία της περιόδου της Εθνικής Αντίστασης και του εμφυλίου πολέμου από τους «μύθους» - και δη τους «αριστερούς μύθους». Με τούτο εννοούν ότι η «αριστερή» ιστοριογραφία έχει περιβάλει την αντίσταση και τον εμφύλιο πόλεμο με μια αχλύ μύθου, ότι παρουσιάζει μόνιμα ως εν δικαίω ευρισκόμενα θύματα τους κομμουνιστές, τους εαμίτες, τους αριστερούς, ότι παραγνωρίζει την πολυπλοκότητα των πραγμάτων της εποχής και ότι το δίκαιο θα μπορούσαν να το διεκδικήσουν όλες οι πλευρές (5). Βασικός κορμός των θεωριών που αναπτύσσουν είναι η άποψη ότι ήδη από τα χρόνια της κατοχής το ΕΑΜ άσκησε πρωτοφανή βία εναντίον των πληθυσμών της υπαίθρου, δεδομένου ότι το ΚΚΕ ήθελε να διαμορφώσει συνθήκες εδραίωσης της εξουσίας του μετά την απελευθέρωση. Η βία αυτή οδήγησε -σύμφωνα πάντα με τους ρέκτες θεωρητικούς της τάσης- στη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας (!) και βέβαια στη δικαιολογημένη, όπως προκύπτει από την έκθεση των απόψεών τους, βία της αστικής τάξης και των συμμάχων της εναντίον των κομμουνιστών στα χρόνια που ακολούθησαν (6).

Εχει ενδιαφέρον να δούμε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν για να αποδείξουν τα αναπόδεικτα. Ισχυρίζονται μετ' επιτάσεως ότι επιμένουν στη χρήση των πηγών - και, αν το πράγμα ήταν όντως έτσι, ουδείς ψόγος και ουδείς σοβαρός ιστορικός, ανεξάρτητα από θεωρητικές προσεγγίσεις και ιδεολογική τοποθέτηση, θα μπορούσε να τους κατηγορήσει γι' αυτό. Αναφύονται όμως δύο βασικά ζητήματα: Ποιες είναι οι πηγές που χρησιμοποιούν και με ποιον τρόπο τις χρησιμοποιούν;

Η πρώτη κατηγορία των πηγών αυτών είναι οι προσωπικές μαρτυρίες. Πρόκειται για μία αναγνωρισμένη γενικά μέθοδο της ιστοριογραφίας, η οποία αποσκοπεί ιδιαίτερα στην αποθησαύριση προσωπικών ιστοριών και ενθυμημάτων που, εντασσόμενες σε ένα γενικό ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, μπορούν να μας βοηθήσουν στην ανασύνθεση μιας ολόκληρης εποχής. Είναι μία μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στη λεγόμενη «μικροϊστορία», που αναδεικνύει το ρόλο των ατομικών περιπτώσεων των απλών ανθρώπων στο ιστορικό γίγνεσθαι. Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που το ειδικό, η προσωπική μαρτυρία, ανάγεται άκριτα σε γενικό, χωρίς να ελέγχεται η εγκυρότητά του, αλλά και χωρίς να τοποθετείται μέσα στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Εξ άλλου το «ειδικό», το επί μέρους, δεν υπάρχει αφ' εαυτού του: Διαμορφώνεται μέσα σε και από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πρόσληψη της πραγματικότητας από ένα ατομικό -αλλά και συλλογικό- υποκείμενο απορρέει από τη θέση του στην κοινωνία: από την ταξική του προέλευση και θέση, την ιδεολογική του τοποθέτηση, τον πιθανό του ρόλο στην εκάστοτε διοίκηση ή σε άλλους φορείς.

Στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραδείγματος: οι ερευνητές αυτοί, έχοντας καταγράψει μαρτυρίες κατοίκων της περιοχής, αναφέρονται στην «περίπτωση της Αργολίδας», προσπαθώντας να τεκμηριώσουν την άποψή τους περί βιαιοτήτων του ΕΑΜ και «απαντητικής άσκησης βίας» από τα Τάγματα Ασφαλείας! (7). Είναι γεγονός ότι στην περιοχή της Αργολίδας, ο γραμματέας της νομαρχιακής οργάνωσης του ΚΚΕ, Χρήστος Ζέγγος, διαγράφηκε από το Κόμμα, επειδή επέδειξε σκληρότητα που κρίθηκε μη αιτιολογημένη. Ωστόσο το θέμα δεν είναι -μόνο- να θεωρηθεί η περίπτωσή του ως μεμονωμένο γεγονός. Το σπουδαιότερο ζήτημα είναι ότι μέσα από την ανάδειξη τέτοιων περιπτώσεων γίνεται μία ενιαία προσπάθεια καταδίκης της επαναστατικής βίας και ταύτισής της με την ατομική τρομοκρατία, προκειμένου να αιτιολογηθεί η βία της καπιταλιστικής εξουσίας (στην προκειμένη περίπτωση τα «Τάγματα Ασφαλείας» και ο ρόλος τους στην ανασυγκρότηση του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους).

Ενα δεύτερο ζήτημα σχετικά με τη χρήση των πηγών: Οι υποστηρικτές της τάσης χρησιμοποιούν, ως τεκμηριωτικό υλικό για τα «εγκλήματα» του ΕΑΜ και των κομμουνιστών, αρχεία των αρχών κατοχής (8). Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί πρόβλημα. Ομως ένας βασικός κανόνας για την αξιολόγηση των επισήμων εγγράφων, που αποτελούν οπωσδήποτε σημαντικότατες ιστορικές πηγές, είναι η διασταύρωση των πληροφοριών, η συμπλήρωση της πληροφόρησης που συνειδητά αποκρύπτεται. Είναι βέβαια γνωστό ότι οι αρχές δημοσιοποιούν επιλεκτικά τα Αρχεία τους και είναι ταξικός ο χαρακτήρας της επιλογής τους. Αυτό ισχύει και για τα Αρχεία των φασιστικών κατοχικών αρχών.

Το ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται αυτή η μεθοδολογία είναι η μεταμοντέρνα αντίληψη της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει «ιστορία» ως ενιαίο, αντικειμενικά υπάρχον και εξελισσόμενο σύνολο, αλλά ούτε και ιστοριογραφία ως επιστήμη. Υπάρχουν «ιστορίες», επί μέρους αφηγήσεις, οι οποίες αθροιζόμενες μπορούν να δώσουν μία καλή εικόνα του παρελθόντος, που όμως δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, αφού όσες είναι και οι προσωπικές προσλήψεις του ιστορικού γίγνεσθαι, άλλες τόσες είναι οι «αλήθειες» της ιστορίας. Στη βάση αυτής της αντίληψης καμία ιστορική κατηγορία δεν μπορεί να οριστεί: για παράδειγμα, η έννοια της κοινωνικής τάξης -καθώς και τα κριτήρια για τον ορισμό των τάξεων- καταργούνται και αντικαθίστανται από μια γενικόλογη αναφορά σε «κοινωνικές ομάδες» ή ελίτ.

Πρόκειται για ιδεαλιστική και αντιεπιστημονική προσέγγιση. Είναι επίσης αντιδραστική, ξαναγυρίζοντας την ιστορική σκέψη στο επίπεδο των μεσαιωνικών χρονογραφιών και των συναξαριών και βίων των αγίων, αφού ακυρώνει την αντικειμενικότητα και ταξικότητα της αλήθειας.

Σε μια τέτοια ανάγνωση της ιστορίας μπορούμε λοιπόν να εντοπίσουμε -στην καλύτερη περίπτωση- πολλά ιστορικά, μεθοδολογικά κενά και -στη χειρότερη- ύποπτες προθέσεις. Οι υποστηρικτές της αποσπούν τη βία που όντως ασκήθηκε από τις κοινωνικές τάξεις και τα πολιτικά μορφώματα που τις εκπροσωπούσαν από το συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον: την κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του φασισμού και του ναζισμού, τη στάση της αστικής τάξης (σημαντική μερίδα της οποίας συνεργάστηκε ανοιχτά με τους Γερμανούς, ενώ κεντρικοί πολιτικοί και θεσμικοί της φορείς ενσωματώθηκαν στην αγγλική πολιτική) (9) και το ιστορικά αυταπόδεικτο: ότι δηλαδή οι κομμουνιστές ήταν εκείνοι που σήκωσαν το βάρος της εθνικής αντίστασης, πρωτοστατώντας στην ίδρυση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, καθοδηγώντας τη δράση τους και εμπλουτίζοντας το εθνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενό της με τη διαμόρφωση σπερμάτων λαϊκών θεσμών που θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν στα πλαίσια μιας άλλης, σοσιαλιστικής εξουσίας.

Μέσα σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξισωθεί η βία των λαϊκών απελευθερωτικών δυνάμεων με τη βία του κατακτητή ή τη βία των μηχανισμών της ντόπιας αστικής τάξης που είχαν ως κύριο -αν όχι και μόνο- μέλημα τη διατήρηση του κράτους της. Βεβαίως τίθενται ορισμένα πολύ σημαντικά ζητήματα σε σχέση με το πώς αντιλαμβανόταν το ΚΚΕ το χαρακτήρα της εξουσίας, για την οποία θα έπρεπε να παλέψει και τα οποία σχετίζονται άμεσα με το κεντρικό θέμα του παρόντος άρθρου, το Δεκέμβρη του '44 και την πρόσληψή του από τους «αναθεωρητές» της ιστορίας.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ


«Αν υπάρχει ένα θετικό στοιχείο στην τραγωδία της Δεκεμβριανής σύρραξης, αυτό αναμφισβήτητα είναι η έκβασή της, η απομάκρυνση, δηλαδή, της προοπτικής μιας κομμουνιστικής επικράτησης με τραγικές συνέπειες για τη χώρα. Οπως όμως φάνηκε σύντομα, η έκβαση αυτή ήταν παροδική. Η ήττα δεν έγινε μάθημα. Ο Στάλιν είχε καταλάβει, όπως είπε στο Δημητρόφ τον Ιανουάριο του 1945, πως «οι Ελληνες έκαναν βλακεία», όμως οι Ελληνες κομμουνιστές διακήρυσσαν ένα χρόνο αργότερα πως οι εξελίξεις «επιβεβαιώνουν περίτρανα το δίκαιο και ουσιαστικό περιεχόμενο του αγώνα αυτού του Δεκέμβρη». Τελικά, και οι δύο πλευρές παραβίασαν είτε το πνεύμα είτε το γράμμα της συμφωνίας της Βάρκιζας, οι μεν ανεχόμενοι τη βία των παρακρατικών συμμοριών, οι δε παρέχοντάς τους την ιδανική αφορμή ως προς αυτό, αφού είχαν κρύψει το καλύτερο κομμάτι του οπλισμού του ΕΛΑΣ. Χρειάστηκε να ακολουθήσει ένας νέος και καταστρεπτικός πόλεμος και δεκαετίες ανωμαλίας για να εγκαταλειφθεί οριστικά και στη χώρα μας η πολιτική επιλογή της βίαιης ρήξης» (10).


Τα γραφεία του ΕΑΜ στην οδό Κοραή 4
Ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου είναι ένας από τους πιο ένθερμους θιασώτες της «μοντέρνας» ιστοριογραφίας και της χρήσης των περίφημων «νέων μεθόδων» στην ιστορική επιστήμη. Ωστόσο η ουσία των θέσεών του -πολλές φορές ακόμη και οι διατυπώσεις του, όπως θα δούμε σε άλλο απόσπασμα- δεν είναι καθόλου «μοντέρνες», παραπέμπουν μάλιστα σε μια χωροφυλακίστικη διάλεκτο περασμένων δεκαετιών που η αστική τάξη παρουσίαζε τα τελευταία χρόνια πιο εκλεπτυσμένη φραστικά, χωρίς όμως να αποστεί από την ουσία της. Είναι σαφές ότι για τους απολογητές της αστικής τάξης η κατάληξη του Δεκέμβρη (η αντιστροφή των συσχετισμών υπέρ της ντόπιας αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού) είναι ένα ευτύχημα, αφού συντέλεσε στην αποτροπή του «κομμουνιστικού κινδύνου». Τι είναι όμως και πώς μπορεί να εκτιμηθεί ο Δεκέμβρης για το εργατικό κίνημα και ειδικότερα για το ΚΚΕ ως πολιτική του πρωτοπορία;


Ο Δεκέμβρης του '44 είναι η απόληξη μιας τετράχρονης ηρωικής πορείας του ένοπλου λαϊκού απελευθερωτικού αγώνα, στον οποίο πρωτοστάτησε το ΚΚΕ. Ομως αυτός ο αγώνας δεν μπόρεσε να οδηγήσει στη διαμόρφωση εξουσίας προς όφελος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και εξαιτίας υποχωρήσεων απέναντι στην ντόπια αστική τάξη και στο βρετανικό ιμπεριαλισμό που είχαν αφετηρία τους την ίδια τη στρατηγική του ΚΚΕ.


Ο Δεκέμβρης όμως είναι και η ηρωική αντίσταση του λαού της Αθήνας, με επικεφαλής το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας, κατά των βρετανικών και των ντόπιων στρατιωτικών δυνάμεων. Στόχος της βρετανικής επέμβασης ήταν να στηρίξει την ντόπια αστική τάξη, η οποία επιχειρούσε να εδραιωθεί εκ νέου στην εξουσία και η οποία για το λόγο αυτό κάλεσε τους Βρετανούς, αλλά και να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ιμπεριαλισμού στην ευρύτερη περιοχή στις μεταπολεμικές συνθήκες που είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται. Χωρίς να σταθούμε αναλυτικά στα γεγονότα, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε ορισμένες πλευρές του ζητήματος, καθώς και τις προϋποθέσεις που οδήγησαν σε αυτές τις εξελίξεις:

- Τη διαμόρφωση λαϊκών θεσμών κατά τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης που δημιούργησαν φύτρα στην πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας, ενισχύοντας τις εγχώριες προϋποθέσεις επιτυχίας στην κατάκτησή της μετά την απελευθέρωση.

- Την ιδεολογική και πολιτική αδυναμία του ΚΚΕ (και τις αιτίες της) να αξιοποιήσει αυτή τη δυνατότητα.

- Το σύστημα των συμμαχιών στο β΄ παγκόσμιο πόλεμο, τόσο μεταξύ κρατών όσο και μεταξύ των κατά χώρα εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των στρατιωτικών δυνάμεων των συμμάχων που δρούσαν στο «πλευρό τους», καθώς επίσης και τις επιδιώξεις των καπιταλιστικών κρατών του αντιφασιστικού συνασπισμού, σε σχέση με το μεταπολεμικό κόσμο.

- Την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας κατά τη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου, τόσο στο εσωτερικό των χωρών του αντιφασιστικού συνασπισμού όσο και σε επίπεδο διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, στην ουσιαστική διαπάλη που συνέχιζε να υπάρχει ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και στη Σοβιετική Ενωση.

Η πολυπλοκότητα και οι αντιφάσεις του πολέμου εκδηλώνονται στην Ελλάδα με ιδιαίτερη ένταση λόγω και της θέσης της στο σύστημα του ιμπεριαλισμού και των παραδοσιακών σχέσεων της ελληνικής άρχουσας τάξης με τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία είναι το ισχυρό στοιχείο στο δίπολο αυτών των ετεροβαρών συμμαχικών σχέσεων. Η αντίσταση της ελληνικής άρχουσας τάξης στην επίθεση των δυνάμεων του Αξονα εξαρτήθηκε κατά ένα σημαντικό μέρος από τους στρατηγικούς σχεδιασμούς των συμμάχων της (11) και κατά ένα άλλο από τη δική της προσπάθεια να διατηρήσει το κράτος της -έστω και προοπτικά- στο μεταπολεμικό status quo.

Τα υπονομευτικά σχέδια της ντόπιας αστικής τάξης (12) και των Βρετανών απέναντι στην ΕΑΜική εθνική αντίσταση εκδηλώθηκαν από πολύ νωρίς και με ποικίλες μορφές. Αναφέρουμε ορισμένες χαρακτηριστικές ενέργειες.

Το Δεκέμβριο του 1942 οι Βρετανοί που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να βοηθήσουν με την τεχνογνωσία τους στα σαμποτάζ τις ελληνικές αντάρτικες ομάδες στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου πήραν την εντολή να παραμείνουν στο ελληνικό έδαφος και, από τις αρχές του 1943, αποτέλεσαν τη βρετανική στρατιωτική αποστολή (ΒΣΑ). Στο τέλος του Ιανουαρίου του 1943 Βρετανοί αξιωματικοί που είχαν πέσει με αλεξίπτωτα σε διάφορες περιοχές της χώρας τοποθετήθηκαν ως σύνδεσμοι σε όλες τις μονάδες του ΕΛΑΣ και προσπάθησαν να τον θέσουν υπό τον έλεγχό τους. Ταυτόχρονα, οι Βρετανοί προχώρησαν στη δημιουργία ενόπλων τμημάτων -ή στην ενίσχυση ήδη υπαρχόντων- ώστε να χρησιμοποιηθούν σαν αντίβαρο στον ΕΛΑΣ. Στα πλαίσια αυτά χρηματοδότησαν και στήριξαν πολιτικά και στρατιωτικά τον Εθνικό Δημοκρατικό Ελληνικό Σύνδεσμο (ΕΔΕΣ), με επικεφαλής το Ναπολέοντα Ζέρβα. Ο ΕΔΕΣ δραστηριοποιήθηκε εναντίον των Γερμανών ιδιαίτερα στην Ηπειρο, ωστόσο στελέχη του συνεργάζονταν και με τους Γερμανούς, ενώ άλλοι κατατάχθηκαν στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο ΕΔΕΣ της Αθήνας ήταν ανοιχτά δοσιλογική οργάνωση.

Ο ΕΔΕΣ στήριξε και στηρίχτηκε απολύτως στη βρετανική πολιτική. Στην ίδια κατεύθυνση οι Βρετανοί αξιοποιούσαν και άλλες πολιτικές και στρατιωτικές οργανώσεις, όπως η ΕΚΚΑ («Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση») του Δημητρίου Ψαρρού και του Γεωργίου Καρτάλη.

Από τις αρχές ακόμη του 1943, εν όψει της διαφαινόμενης στρατιωτικής κατάρρευσης της Ιταλίας, οι Βρετανοί άρχισαν να προετοιμάζουν απόβαση των δυνάμεών τους στα Βαλκάνια, ενώ το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου αποφάσισαν στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα. Στις 7 - 8 Οκτωβρίου του 1943 ο Νεοζηλανδός λοχαγός Ντόναλντ Στοτ, που εκτελούσε χρέη συνδέσμου στην 5η Ταξιαρχία του ΕΛΑΣ, κατέβηκε από τα βουνά της Αττικής στην Αθήνα, όπου διεξήγαγε διαπραγματεύσεις με τον εκπρόσωπο των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, συνταγματάρχη Λος και την ακολουθία του (ένα διπλωμάτη και ένα διερμηνέα), στο σπίτι του κατοχικού δημάρχου της Αθήνας, Γεωργάτου, ώστε να καθορίσουν κοινή τακτική απέναντι στο ΕΑΜ. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αθήνα ο Στοτ διοργάνωσε, με το ίδιο αντικείμενο, σύσκεψη εκπροσώπων των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Χωροφυλακής, της Αστυνομίας Πόλεων, του ΕΔΕΣ Αθήνας και άλλων δοσιλογικών οργανώσεων («Χ», ΡΑΝ, ΕΔΕΝ, «Εθνική Δράσις», «Τρίαινα», ΕΚΟ κλπ.). Στη σύσκεψη παραβρέθηκε και αξιωματικός της Γκεστάπο! Την ίδια εποχή οι ραδιοφωνικοί σταθμοί που ελέγχονταν από τους Βρετανούς εξαπέλυαν πρωτοφανή υβριστική επίθεση εναντίον του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, γεγονός που προκάλεσε την οργή ακόμη και βρετανικών εφημερίδων, καθώς και του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας.

Παράλληλα στη Μέση Ανατολή, όπου είχε καταφύγει η ηγεσία των αστικών πολιτικών κομμάτων και ο βασιλιάς, το βρετανικό στρατηγείο υπονόμευσε με κάθε τρόπο τη δράση των αντιφασιστικών στοιχείων μέσα στον εξόριστο ελληνικό στρατό, διέλυσε τα σώματά του και διατήρησε μόνο ορισμένα σώματα πραιτοριανών, όπως ήταν η Γ΄ oρεινή Ταξιαρχία και ο Ιερός Λόχος.

Το ΚΚΕ δεν μπόρεσε έγκαιρα να εκτιμήσει όλη αυτή την προετοιμασία των αντιδραστικών δυνάμεων και τη διαπλοκή τους με τη βρετανική συμμαχία για μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ελλάδα σε βάρος της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων και επομένως σε ευθεία πολεμική απέναντι στο ΚΚΕ, την ΕΑΜική συμμαχία και τον ΕΛΑΣ. Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η απόφαση της 10ης Ολομέλειας της ΚΕ. Στην Ολομέλεια λαμβάνεται ουσιαστικά η απόφαση για την ίδρυση της ΠΕΕΑ (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης), που κινούνταν στην κατεύθυνση της «εθνικής ενότητας» και της αστικοδημοκρατικής εξουσίας. Αυτό είναι σαφές και στη διακήρυξη των σκοπών του ΚΚΕ, όπου τονιζόταν:

«Το φούντωμα του εθνικού αγώνα, η απελευθέρωση σημαντικού μέρους του εθνικού εδάφους, η ανάγκη της υπέρτατης συνένωσης και επιστράτευσης όλων των εθνικών δυνάμεων στη σημερινή τελική φάση του πολέμου, για την ολοκληρωτική συντριβή των κατακτητών στο πλευρό των συμμάχων, βάζουν μπροστά στο αγωνιζόμενο έθνος επιτακτικά το πρόβλημα της δημιουργίας στην Ελεύθερη Ελλάδα κεντρικού κυβερνητικού οργάνου εθνικής ενότητας και απελευθέρωσης (...) Το ΚΚΕ υιοθέτησε την πρόταση της ΚΕ του ΕΑΜ για το σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας στην Ελεύθερη Ελλάδα, που θα συντονίσει τον εθνικό αγώνα με τις επιχειρήσεις των συμμάχων και θα τσακίσει τις προσπάθειες των κατακτητών και της ντόπιας αντίδρασης να εξαπολύσουν τον εμφύλιο πόλεμο και να παραδώσουν ανυπεράσπιστο το έθνος στους κατακτητές, θα εξασφαλίσει τη λαϊκή ετυμηγορία με δημοψήφισμα και συντακτική εθνοσυνέλευση, θα τιμωρήσει τους εγκληματίες πολέμου, θα εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της εθνικής αποκατάστασης, σύμφωνα με τις αρχές της αυτοδιάθεσης των λαών (...)

Αγωνιζόμαστε ανεπιφύλακτα στο πλευρό των μεγάλων συμμάχων μας - Σοβιετικής Ενωσης, Μεγάλης Βρετανίας, Ενωμένων Πολιτειών - και όλων των Ενωμένων Εθνών για την παγκόσμια εκμηδένιση του φασισμού και κάθε τυραννίας, για την επικράτηση των αρχών του Ατλαντικού και της Τεχεράνης. Καταπολεμούμε κάθε προσπάθεια διαίρεσης του ελληνικού λαού σε αγγλόφιλους, ρωσόφιλους, αμερικανόφιλους κλπ. που διασπάει τον εθνικό και συμμαχικό αγώνα για όφελος των φασιστών καταχτητών ... Αγωνιζόμαστε για την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας από κάθε ξένη δύναμη, για το σεβασμό των εθνικών δικαίων του λαού μας. Μισούμε και καταπολεμούμε κάθε είδος ξενοδουλείας, ραγιαδισμού, οικονομικού, πολιτικού, πνευματικού, ψυχικού ... Για τη μεταπολεμική αναδημιουργία της Ελλάδας θεωρούμε σαν μόνο κατάλληλο πολίτευμα τη λαϊκή δημοκρατία και θ' αγωνιστούμε να κερδίσουμε την πλειοψηφία του ελληνικού λαού και την ελεύθερη εκδήλωσή της στη συντακτική εθνοσυνέλευση μετά την εθνική απελευθέρωση...».

Μετά τη 12η Οκτωβρίου, όταν ο ΕΛΑΣ απελευθερώνει την Αθήνα από τους Γερμανούς, τα γεγονότα εξελίσσονται με ταχύτατο ρυθμό και είναι λίγο - πολύ γνωστά. Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι η διάλυση όλων των εθελοντικών ενόπλων σωμάτων και η αντικατάστασή τους με τακτικό, εθνικό στρατό. Ομως οι Βρετανοί και ο Παπανδρέου επέμεναν στη διάλυση μόνο του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής και στη διατήρηση της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου.

Άγγελος Έβερτ
Την 1η Δεκεμβρίου, ο επικεφαλής των βρετανικών στρατευμάτων, στρατηγός Σκόμπι κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ τελεσίγραφο με το οποίο καθοριζόταν ως ημερομηνία έναρξης της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων η 10η Δεκεμβρίου. Ταυτόχρονα η κυβέρνηση Παπανδρέου, που συνεδρίασε εν αγνοία των ΕΑΜικών υπουργών, αποφάσισε τη διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιοχές της χώρας. Την ίδια μέρα παραιτούνται οι ΕΑΜικοί υπουργοί και στις 3 Δεκεμβρίου οργανώνεται από το ΕΑΜ μεγαλειώδης συγκέντρωση του λαού της Αθήνας. Ενώ η διαδήλωση περνούσε από την πλατεία Συντάγματος, από τα παλαιά ανάκτορα και την αστυνομική διεύθυνση Αθηνών (διοικητής της οποίας ήταν ο Αγγελος Εβερτ) ανοίχτηκε πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Ο απολογισμός ήταν 21 νεκροί και 140 τραυματίες. Η επίθεση συνεχίστηκε στην οδό Ηρώδου του Αττικού, ενώ το βράδυ της ίδιας μέρας δολοφονήθηκαν 7 ΕΑΜίτες που τοιχοκολλούσαν αφίσες του ΕΑΜ.


Οι δολοφονικές επιθέσεις συνεχίστηκαν την επόμενη μέρα, στην κηδεία των θυμάτων, αλλά και στις μέρες που ακολούθησαν. Η ανοιχτή αγγλική επέμβαση εκδηλώθηκε τη νύχτα της 3ης προς την 4η Δεκεμβρίου, όταν βρετανικά τεθωρακισμένα κύκλωσαν και αφόπλισαν το 2ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ. Στις 33 ημέρες των μαχών που ακολούθησαν πήραν μέρος οι ακόλουθες δυνάμεις: από την πλευρά των αστικών στρατιωτικών σχηματισμών και των Βρετανών 60.000 βρετανικού στρατού με 80 αεροπλάνα, 200 τανκς, πολλά πυροβόλα, 2.500 χιλιάδες άνδρες της Γ΄ Ορεινής Ταξιαρχίας, 500 άνδρες του Ιερού Λόχου, 3.000 άνδρες της χωροφυλακής και σχηματισμοί δοσιλόγων, ανάμεσα στους οποίους και άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας. Η σημαντική αυτή δύναμη αντιμετωπίστηκε από το Α΄ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ (6.500 άνδρες με ελαφρά όπλα) και 3.500 άνδρες της ΙΙης Μεραρχίας.


Παρά την τεράστια αυτή διαφορά στους συσχετισμούς, ο ΕΛΑΣ αντιστάθηκε γενναία, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις των Βρετανών και της αστικής τάξης να έχουν περιοριστεί επί μακρόν σε ένα τρίγωνο γύρω από την πλατεία Συντάγματος. Η παρουσία του Τσόρτσιλ στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1944 είναι σαφής απόδειξη της σημασίας που έδιναν οι Βρετανοί στην περίπτωση της Ελλάδας και της ανησυχίας που τους είχε προκαλέσει η εξέλιξη της μάχης της Αθήνας.

Η ήττα των δυνάμεων του λαϊκού κινήματος ήταν αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, με κυριότερους την εξέλιξη στο συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώθηκε και από την επίδραση στρατηγικών στρατιωτικών (13) και τακτικών λαθών (14).

Η λευκή τρομοκρατία που εξαπολύθηκε με ιδιαίτερη αγριότητα μετά τη Βάρκιζα, το χρονικό διάστημα που κέρδισε η αστική τάξη ώστε να οικοδομήσει το κράτος και τους μηχανισμούς της, η παρουσία των βρετανικών στρατευμάτων στο ελληνικό έδαφος, όλα αυτά είναι παράγοντες που οδήγησαν ένα χρόνο μετά στην έκρηξη της γενικευμένης σύγκρουσης και την ίδρυση του ΔΣΕ.

ΟΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΩΝ

«Την ίδια στιγμή που το ΚΚΕ έδινε μάχη εξουσίας, αποδέσμευε σημαντικό μέρος των δυνάμεών του για τον εντοπισμό, τη σύλληψη και μετακίνηση χιλιάδων αόπλων πολιτών ως ομήρων. Το επιχείρημα ότι η ενέργεια αυτή είχε κάποια «στρατιωτική» λογική, εφόσον συλλήψεις πραγματοποιούσε και η αντίπαλη πλευρά, εξανεμίζεται αν ληφθεί υπόψη τόσο η εν ψυχρώ εκτέλεση 4.000 - 6.000 ανθρώπων (κάτι που δε βαρύνει τους αντιπάλους του) όσο και η συστηματική εκκαθάριση δεκάδων τροτσκιστών που κορυφώθηκε στη διάρκεια των Δεκεμβριανών: σε καμία περίπτωση δεν αποτελούσαν απειλή για το ΚΚΕ και η εξόντωσή τους είναι ενδεικτική της νοοτροπίας που το διαπερνούσε» (15).

Για τους αναθεωρητές της ιστορίας είναι σαφές ότι οι «εν ψυχρώ εκτελέσεις» δε βαρύνουν τους αντιπάλους του ΚΚΕ, ωσάν να μην ήταν εν ψυχρώ εκτέλεση οι δολοφονίες στην πλατεία Συντάγματος και οι γενικευμένες βιαιότητες των μηχανισμών του αστικού κράτους, των ταγματασφαλιτών και των Βρετανών εναντίον του λαού της Αθήνας (16).
Το ζήτημα, κατά τη γνώμη μας, που τίθεται στην πραγματικότητα από τους κύκλους αυτούς είναι η άρνηση στο ΚΚΕ του δικαιώματος να διεκδικήσει την εξουσία.
Ο Δεκέμβρης ήταν μια μεγάλη λαϊκή στιγμή, έστω κι αν «σκιάζεται» από μια σειρά σοβαρών
σφαλμάτων στρατηγικού χαρακτήρα.
Στο κείμενο των «Θέσεων» της ΚΕ του ΚΚΕ για τα εξηντάχρονα της αντιφασιστικής νίκης 
(Μάιος 2005), μεταξύ άλλων αναφέρεται:

«Η συνύπαρξη του κοινωνικοταξικού περιεχομένου της λαϊκής πάλης με το εθνικοαπελευθερωτικό, πέραν των άλλων πολιτικών και πολεμικών συγκρούσεων με τις στρατιωτικές οργανώσεις του «δοσιλογισμού», που έτσι κι αλλιώς περιείχαν και το ταξικό στοιχείο, επιβεβαιώνεται και από τις ένοπλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις αντιχιτλερικές και τις αγγλόφιλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και οι συνεχείς προστριβές του ΕΛΑΣ με τους Εγγλέζους, η αμείωτη ιδεολογική και πολιτική πάλη των αστικών ελληνικών κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής κατά της ΠΕΕΑ και του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, καθώς και η αιματηρή καταστολή από τους Εγγλέζους και την ελληνική κυβέρνηση στο Κάιρο, 
της ηρωικής «Αντιφασιστικής Στρατιωτικής Οργάνωσης» (ΑΣΟ) τον Απρίλη του 1944.

Ηταν επίσης αναγκαίο να μελετηθεί η τακτική του αντίπαλου (Εγγλέζων και των εγχώριων αστικών δυνάμεων) και να προσαρμοστεί ανάλογα η στρατηγική του ΚΚΕ (...).
Το ΚΚΕ έδωσε στον αγώνα χιλιάδες από τα καλύτερα παιδιά του. Δημιούργησε πρότυπα στάσης ζωής μέσα από ένα μαζικό ηρωισμό, που κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα και οδήγησε τα αστικά κόμματα σε απομαζικοποίηση και ανυποληψία. Δεν μπόρεσε ωστόσο να διαμορφώσει τη στρατηγική που θα οδηγούσε προς την επαναστατική επίλυση του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας. Υπέταξε την πάλη γι' αυτήν στις εθνικοαπελευθερωτικές επιδιώξεις και τότε ακόμη που οι συνθήκες επέβαλαν, ιδίως μετά το 1943, να θέσει το ζήτημα της κατάκτησης της εξουσίας ως αποτελέσματος της αντιστασιακής πάλης και επάθλου του 
λαϊκού αγώνα».

Οι εκτιμήσεις αυτές του ΚΚΕ -που βρίσκονται μακριά από τη «λαθολογία» των αστών- δε μας αποσπούν από τους πραγματικούς ενόχους: την ντόπια αστική τάξη και το βρετανικό ιμπεριαλισμό. Από τη σκοπιά του λαϊκού κινήματος, το ΚΚΕ, πάντα έντιμο με τον εαυτό του και την εργατική τάξη της χώρας μας, έχει ήδη αποτιμήσει τα λάθη του, όχι με τη διάθεση να ακυρώσει την τεράστια προσφορά του, αλλά με τη διάθεση να φρονηματιστεί και να 
παραδειγματιστεί για το μέλλον.

Σε μία ταινία που πρόσφατα προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες, αφιερωμένη στο δολοφονημένο Χιλιανό πρόεδρο, Σαλβαδόρ Αλλιέντε, ο «κακός» της ταινίας, ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Χιλή, την εποχή της κυβέρνησης της λαϊκής ενότητας, αναφέρει μια μεγάλη αλήθεια: «Η κυβέρνηση της λαϊκής ενότητας περίμενε να αυτοκτονήσουν οι αστοί ευτυχισμένοι». Τηρουμένων των αναλογιών, με την ίδια αντίληψη στάθηκε το ΚΚΕ απέναντι στον ταξικό του αντίπαλο και τους ξένους συμμάχους του το 1944. Τα ιστορικά και πολιτικά συμπεράσματα που αντλήθηκαν ωστόσο από την τραγωδία που ακολούθησε είναι μια ιδιαίτερα χρήσιμη παρακαταθήκη -και όχι μόνο για τη χώρα μας- εν όψει των μεγάλων 
αγώνων που έρχονται στον αιώνα που μόλις έχει αρχίσει

Η Δώρα Μόσχου είναι μέλος του Τμήματος Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ.

Σημειώσεις

1. Ο θετικισμός εγγράφεται στο συνολικό πλαίσιο της αστικής επιστημονικής και φιλοσοφικής σκέψης, η οποία αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως σύνολο επί μέρους πραγματικοτήτων, που δεν έχουν οργανική σχέση μεταξύ τους. Από αυτή την άποψη και οι επί μέρους επιστήμες καταγράφουν τις επί μέρους πλευρές της αλήθειας και οι διάφοροι τομείς της γνώσης δε συνδέονται μεταξύ τους. Από την αντίληψη αυτή προέρχεται και μία τεχνητή «διαπάλη» ανάμεσα στις λεγόμενες «θετικές» και στις λεγόμενες «θεωρητικές» (ανθρωπιστικές) επιστήμες.
2. Ο διαφωτισμός, ιδεολογία της ανερχόμενης αστικής τάξης το 18ο αιώνα, διατυπώνει αναλογίες ανάμεσα στη φύση και στην ανθρώπινη κοινωνία, ενώ και ο ιδεαλισμός, τόσο στη φιλοσοφική όσο και στη θρησκευτική του έκφανση, δέχεται τη συνέχεια, αλλά και την εντελέχεια στην ιστορία. Την αποδίδει όμως στην κίνηση των ιδεών (Χέγκελ) ή στη βούληση του υπέρτατου όντος.
3. Ως παράδειγμα, μπορούμε να αναφέρουμε τη γενικευμένη -και άκριτη- χρήση της αφήγησης εμπειριών ή της προσωπικής μαρτυρίας ως ιστορικής πηγής, χωρίς αυτή να εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο.
4. Κύριοι εκπρόσωποι αυτής της τάσης είναι οι ακόλουθοι: ο Στάθης Καλύβας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γέιλ της Νέας Υόρκης, ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ και ο Νίκος Μαραντζίδης, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
5. Αστοί πολιτικοί, πολύ ειλικρινέστεροι όσον αφορά τη διατύπωση των προθέσεών τους, όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, έχουν διατυπώσει δημόσια την άποψη ότι η ιστορία του ελληνικού εμφυλίου πολέμου έχει γραφτεί από τους ηττημένους.
6. "Διαβάζοντας την ιστοριογραφική παραγωγή των επιγόνων του KKE, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως η εαμική εξουσία στην κατεχόμενη και μετακατοχική Ελλάδα ήταν ένα είδος σοσιαλιστικού παραδείσου: για πρώτη φορά οι άνθρωποι έπαιρναν στα χέρια τους τη μοίρα τους, συμμετείχαν σε μαζικές οργανώσεις, απένειμαν αυθεντική λαϊκή δικαιοσύνη, οργάνωναν θεατρικές παραστάσεις, προωθούσαν την απελευθέρωση της γυναίκας και του παιδιού ακόμη (με τα «αετόπουλα», την ελληνική εκδοχή των πιονιέρων) - όλα αυτά μέσα σε ατμόσφαιρα ενθουσιασμού, αλληλεγγύης και σύμπνοιας. Τυχόν πράξεις βίας αποδίδονται σε στιγμιαία λάθη, εξτρεμιστικές παρεκτροπές και μεμονωμένες εγκληματικές προσωπικότητες. H αφήγηση αυτή διογκώνει κάποια πραγματικά στοιχεία μετατρέποντάς τα σε ρομαντική φαντασία. Πολλοί άνθρωποι εντάχθηκαν στο EAM επειδή πίστεψαν στο κοινωνικό και πολιτικό του όραμα, αλλά αυτό σε καμιά περίπτωση δεν ακυρώνει την πραγματικότητα μιας αυταρχικής άσκησης της εξουσίας και της κατασταλτικής πάταξης κάθε αμφισβήτησης. Οπως έχω γράψει αλλού, τα θύματα του EAM, σύμφωνα και με το ίδιο, δεν ήταν τόσο οι «προδότες» όσο οι «αντιδραστικοί»". Πρόκειται για απόσπασμα άρθρου του Στάθη Καλύβα που δημοσιεύτηκε στο «ΒΗΜΑ» της 5ης Δεκεμβρίου του 2004 σε αφιέρωμα για το Δεκέμβρη. Είναι σαφές ότι ο εν λόγω αμφισβητεί τόσο το δημιουργικό, κοινωνικό έργο του ΕΑΜ, όσο και την εθνικοαπελευθερωτική προσφορά του.
7. Εξ άλλου, τον ίδιο ισχυρισμό προβάλλει και ο λογοτέχνης Θανάσης Βαλτινός, στο βιβλίο του «Ορθοκωστά».
8. Από την άλλη, ωστόσο, υποτιμούν και παραγνωρίζουν την αναφορά σε κεντρικά κομματικά ντοκουμέντα, θεωρώντας τα μη αντικειμενικά.
9. Υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις αστών που συνεργάστηκαν με το ΕΑΜ και των οποίων η στάση δεν καθορίζει οπωσδήποτε τη συνολική στάση της τάξης τους απέναντι στη φασιστική κατοχή.
10. Απόσπασμα άρθρου του Στάθη Καλύβα, καθηγητή του Πανεπιστημίου Γέιλ, που δημοσιεύτηκε με τίτλο «Η επιλογή της βίαιης ρήξης», στο «ΒΗΜΑ», της 5ης Δεκεμβρίου του 2004.
11. Αυτή η πλευρά -ιδιαίτερα του ελληνοϊταλικού πολέμου- φωτίζεται κατά τη γνώμη μας ικανοποιητικά από τα δύο λιγότερο γνωστά γράμματα του Νίκου Ζαχαριάδη, που δημοσιεύθηκαν στις αρχές του 1941 και με τα οποία γίνεται αναφορά στην πιθανή χρησιμοποίηση του ελληνικού στρατού που είχε περάσει στην Αλβανία, απωθώντας τους Ιταλούς, για την υλοποίηση βρετανικών στόχων.
12. Είναι εξ άλλου χαρακτηριστικό ότι, ανεξάρτητα από το φιλογερμανικό ή φιλοβρετανικό προσανατολισμό της δράσης των αστικών δυνάμεων, όλες συνεργάζονται μεταξύ τους, παραμερίζοντας τις όποιες διαφορές, για να χτυπήσουν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. 
13. Για παράδειγμα, ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΕΛΑΣ πήρε την εντολή να ακολουθήσει δευτερεύουσας σημασίας αποστολή στην Ήπειρο -εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα- και όχι να βοηθήσει στη μάχη της Αθήνας.
14. Συμφωνία της Βάρκιζας, το Φεβρουάριο του 1945.
15. Στάθης Καλύβας: όπως και πριν. 
16. Οσον αφορά τις περιώνυμες εκτελέσεις τροτσκιστών, νομίζουμε μπορεί να βοηθήσει η ανάγνωση των εντύπων τους κατά τη διάρκεια της κατοχής και του Δεκέμβρη, όταν αναγνώριζαν ως κύριο εχθρό της εργατικής τάξης της Ελλάδας το «εθνικιστικό ΕΑΜ» ή όταν χαρακτήριζαν «νέα εθνικιστική φενάκη» την αντίσταση του λαού της Αθήνας το Δεκέμβρη, 
ενάντια στην ντόπια αστική τάξη και τους Βρετανούς συμμάχους της.

Αναδημοσίευση από http://www.kke.gr/2005_5/anatheorhsh_ths_istorias_kai_dekembrhs_toy_44_ths_doras_mosxoy

Πώς φθάσαμε στη «Ματωμένη Κυριακή»

Tου Στάθη Ευσταθιάδη

Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό 
Δεν υπάρχει αμφισβήτηση για τις ευθύνες της ηγεσίας του KKE στα «Δεκεμβριανά». Τις έχουν παραδεχθεί πολλά χρόνια αργότερα οι περισσότεροι ηγέτες του. Οπως για την παράταση των συγκρούσεων και μετά την πρώτη εβδομάδα έχει ευθύνες ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου. Ευθύνες όμως έχει και η Βρετανία, η οποία, πολύ προτού πέσουν οι πυροβολισμοί στην πλατεία Συντάγματος εκείνη την Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 1944, είχε αποφασίσει να επέμβει δυναμικά στην Ελλάδα έστω και αν «δεν έχει προηγηθεί κάποια εμφανής κρίση». Το γράφει ο ίδιος ο Γουίνστον Τσόρτσιλ σταΑπομνημονεύματα του B´ Παγκοσμίου Πολέμου, το τεκμηριώνουν βρετανοί ιστορικοί καταλογίζοντας σοβαρές ευθύνες στον τότε πρωθυπουργό τους για τα γεγονότα που σημάδεψαν καθοριστικά τη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας.
Ο από βορρά κίνδυνος
Από τη στιγμή που, στα μέσα του 1943, έσπασε το Ανατολικό μέτωπο και οι σοβιετικές δυνάμεις άρχισαν να προχωρούν προς την Ευρώπη, τη Βρετανία, τον Τσόρτσιλ ιδιαίτερα, άρχισε να απασχολεί το πώς θα συγκρατηθεί η σοβιετική πλημμυρίδα μακριά από τις βόρειες ακτές της Μεσογείου ώστε να μην κινδυνεύσει η βρετανική κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή Σουέζ - Μέσης Ανατολής. Ο άγγλος ιστορικός Ντέιβιντ Κλόουζ είναι σαφής σε αυτό. H Βρετανία, γράφει, πίστευε ότι η Ρωσία θα προχωρούσε από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα και ότι το KKE ήταν «μια ρωσική εμπροσθοφυλακή». Οταν η εισήγηση του βρετανού πρωθυπουργού να γίνει εισβολή στα Βαλκάνια, αρχίζοντας από την Ελλάδα ενωρίς την άνοιξη του 1944, απορρίφθηκε από τον Αϊζενχάουερ και βρετανούς επιτελείς ως «άνευ στρατηγικού ενδιαφέροντος», η Βρετανία αποφάσισε να συγκρατήσει «τουλάχιστον την Ελλάδα». Εβλεπε ότι οι ρωσικές δυνάμεις θα προχωρούσαν προς την Ελλάδα, όπου «φιλικές της δυνάμεις [...] ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ υπό την εποπτεία του KKE [...] ευχαρίστως θα συνεργάζονταν» με τον Ερυθρό Στρατό.
Τον Ιούλιο του 1944 ο αρχηγός του βρετανικού Γενικού Επιτελείου Στρατού στρατηγός Αλαν Μπρουκ προειδοποιεί την κυβέρνησή του ότι «κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη δεν είναι πλέον η Γερμανία, είναι η Ρωσία». Και ο λόρδος Σέλμπορν, αρχηγός της Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων (SOE), λίγες ημέρες αργότερα σε «εμπιστευτικό σημείωμα» προς τον Τσόρτσιλ τού υπενθυμίζει: «Αποτελεί μέρος της πολιτικής μας εδώ και αρκετό διάστημα να κρατήσουμε τους Ρώσους έξω από την Ελλάδα». Ο λόρδος ασφαλώς είχε υπόψη του προγενέστερη αναφορά του πράκτορα της SOE Τζον Στίβενς, με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1943, ο οποίος τόνιζε: «... στόχοι της βρετανικής κυβέρνησης στην Ελλάδα είναι [...] να έχει στη μεταπολεμική Ελλάδα μια σταθερή κυβέρνηση φιλική προς τη Μεγάλη Βρετανία και, ει δυνατόν, μια συνταγματική μοναρχία». Πολλά χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του '80, ο αντισυνταγματάρχης Νίκολας Χάμοντ, υπαρχηγός της βρετανικής αποστολής στην Ελεύθερη Ελλάδα, αποκάλυψε ότι «από πολλού» προέτρεπε τη βρετανική κυβέρνηση για «άμεση βρετανική στρατιωτική επέμβαση στην Ελλάδα».
Το σχέδιο του Τσόρτσιλ
Άντονι  Ιντεν
Δεν ήταν εύκολο κάτι τέτοιο. Ο Τσόρτσιλ ομολογεί ότι «είχε πρόβλημα» πώς να θέσει το ζήτημα στον Στάλιν και πώς να φέρει με το μέρος του τον Ρούζβελτ. Μεθοδεύει λοιπόν την εξουδετέρωση των (ενδεχόμενων) αντιρρήσεών τους αρχίζοντας από τους Ρώσους. Στις 5 Μαΐου 1944 ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών Αντονι Ιντεν καλεί στο Φόρεϊν Οφις τον σοβιετικό πρεσβευτή στο Λονδίνο Φέοντορ Γκούσεφ και του «υποδεικνύει» να μείνει η Ελλάδα «εκτός των στρατιωτικών σχεδίων» του Σοβιετικού Στρατού. Εναντι αυτού, η Βρετανία «θα παύσει να έχει οποιοδήποτε ενδιαφέρον» για τη Ρουμανία. Κλασικό παζάρι - μου δίνεις, σου δίνω. Ο Ιντεν ήθελε και κάτι άλλο: να ειδοποιηθεί ο σοβιετικός πρεσβευτής στο Κάιρο Νικολάι Νόβικοφ ότι καλό θα ήταν να «συμβουλεύσει τους Ελληνες που τον επισκέπτονται ότι καθήκον και του EAM όπως και όλων τους είναι να ενωθούν υπό την κυβέρνηση Παπανδρέου...». Παρενθετικά προσθέτω ότι δυόμισι μήνες αργότερα, προς τα τέλη Ιουλίου, αιφνιδίως το KKE και το EAM αποφασίζουν να μετάσχουν στην κυβέρνηση Παπανδρέου. Εκείνες τις ημέρες, στις 25 Ιουλίου 1944, είχε φθάσει στην Ελεύθερη Ελλάδα ο σοβιετικός «ταγματάρχης» Γκριγκόρι Ποπόφ (ψευδώνυμο, φυσικά, σοβιετικού διπλωμάτη, όπως έγινε αργότερα γνωστό).
Παράλληλα η Βρετανία ετοιμάζει και τη στρατιωτική επέμβαση για να διασφαλίσει τα συμφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο. Τον Ιούλιο με εντολή του Τσόρτσιλ οι αρχηγοί των βρετανικών Γενικών Επιτελείων εξετάζουν την «κατάσταση στο ευρύ μέτωπο της Μεσογείου» και συγκεκριμένα την «υπόδειξή» του να ετοιμαστεί δύναμη 80.000 ανδρών για αποστολή «στην Ελλάδα οποτεδήποτε στο άμεσο μέλλον». Οι στρατηγοί κρίνουν ότι είναι αδύνατον να συγκροτηθεί εκστρατευτική δύναμη τόσων ανδρών - η συμμαχική επίθεση στην Ιταλία συναντούσε προβλήματα και απαιτούσε συνεχώς νέες δυνάμεις - αλλά αποφασίζουν να «εξοικονομηθεί δύναμη 10.000 ανδρών [...] ώστε να έχουν υπό έλεγχο την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη» τουλάχιστον. H απόφασή τους γίνεται δεκτή από τη βρετανική κυβέρνηση στις 9 Αυγούστου.
Ο Τσόρτσιλ σπεύδει στη Ρώμη στις 21 Αυγούστου για να «οριστικοποιήσει τα σχέδια των δυνάμεων που θα ήταν έτοιμες να σταλούν [...] ανά πάσα στιγμή». Είναι η ημερομηνία που διαμορφώθηκε η βρετανική επέμβαση στην Ελλάδα και προκαθορίστηκαν σχέδια για την αντιμετώπιση παντός ενδεχομένου. Εκείνη την ημέρα καταστρώθηκε η «Επιχείρηση Μάννα» με διοικητή επιχειρήσεων τον στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι υπό τον στρατηγό Χένρι Μέιτλαντ Γουίλσον, ανώτατο διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων Μεσογείου, και με στρατηγείο στην Καζέρτα της Ιταλίας. Ο πολιτικός έλεγχος της «επιχείρησης» ανετέθη στον υπουργό Χάρολντ Μακμίλαν, προσωπικό φίλο του Τσόρτσιλ. Αμεσος στόχος της «επιχείρησης» δεν είναι η εκδίωξη των Γερμανών από την Ελλάδα. Είναι εντυπωσιακά αποκαλυπτικός ο Τσόρτσιλ όταν, σε «εμπιστευτικό σημείωμα» που στέλνει στον στρατηγό Γουίλσον με τον προσωπικό γραμματέα του Τζον Κόλβιλ, του καθορίζει: «Είναι ιδιαιτέρως επιθυμητό να παρουσιαστούμε αιφνιδιαστικά (στην Αθήνα) χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια εμφανής κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αναχαιτίσουμε το EAM [...] H ελληνική κυβέρνηση (Παπανδρέου) δεν γνωρίζει τίποτε για αυτό το σχέδιο και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντιληφθεί το παραμικρό».
«H συνάντηση των ποσοστών»
Τα μηνύματα που έφθασαν στο Φόρεϊν Οφις από το Κρεμλίνο για το «πάρε - δώσε» των Ιντεν και Γκούσεφ κρίθηκαν απολύτως ικανοποιητικά ώστε να γίνει και το τελικό βήμα. Ο Τσόρτσιλ, έχοντας καταστρώσει τα στρατιωτικά σχέδια «αναχαίτισης του EAM», αναχωρεί για τη Μόσχα και στις 9 Οκτωβρίου συναντάται με τον Στάλιν για να συζητήσουν «ζητήματα συμμαχικών σχέσεων [...] καθώς η νίκη των Συμμαχικών δυνάμεων είναι πλέον εξασφαλισμένη», έγραψε η «Πράβντα» τρεις ημέρες αργότερα. Εκείνο που δεν έγραψε ήταν ότι η συνάντηση - γνωστή πλέον ως «η συνάντηση των ποσοστών» - είναι ότι οι δύο ηγέτες επισημοποίησαν τα όσα είχαν συζητήσει οι Ιντεν και Γκούσεφ στο Λονδίνο, ότι ο Στάλιν «στην πράξη έδινε εγγύηση για μη ανάμειξη των Σοβιετικών στην Ελλάδα». Το πεδίο ήταν τώρα ελεύθερο για τους Βρετανούς. Φθάνοντας στο Λονδίνο από τη Μόσχα ο Τσόρτσιλ επανέρχεται σε όσα είχαν συμφωνηθεί στη Ρώμη και δίνει εντολή στον στρατηγό Γουίλσον να «αντιμετωπίσει το ταχύτερον το ζήτημα της αποστολής ισχυρού στρατιωτικού σώματος από τις δυνάμεις σας [...] στην Ελλάδα». Ο βρετανός πρωθυπουργός θα γράψει πολλά χρόνια αργότερα ότι «δεν είχε πειστεί [...] δεν ήταν πολύ βέβαιος ότι ο Στάλιν θα τηρούσε όσα είχαμε πει σ' εκείνο το άχαρο γραφείο του Κρεμλίνου εκείνο το απόγευμα» (της 8ης Οκτωβρίου). Γι' αυτό πίεζε τον Γουίλσον να κινηθεί. Ο Στάλιν όμως τήρησε τη συμφωνία. Αλλά τον Τσόρτσιλ είχε κυριεύσει ένας μικροπανικός μήπως το KKE και ο ΕΛΑΣ καταλάβουν την εξουσία ευθύς με την αποχώρηση των Γερμανών, «μήπως η κατάσταση (σ.σ.: στην Ελλάδα) διαλυθεί προτού φθάσουμε εμείς», όπως ο ίδιος γράφει. Ο πρωθυπουργός «γίνεται όλο και περισσότερο εμπαθής εναντίον των Κομμουνιστών [...] ιδιαίτερα εναντίον του ΕΛΑΣ και του EAM στην Ελλάδα», σημειώνει με απορία στο Ημερολόγιό του ο Τζον Κόλβιλ, προσωπικός γραμματέας του Τσόρτσιλ. H απορία του γίνεται έκπληξη όταν ο Τσόρτσιλ στις 4 Δεκεμβρίου, λίγες μόνο ώρες μετά τους πρώτους πυροβολισμούς στην Αθήνα, του υπαγορεύει τηλεγράφημα προς τον Σκόμπι στο οποίο, μεταξύ άλλων, έλεγε: «... μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να βρίσκεστε σε μία μόλις καταληφθείσα υπό του στρατού πόλη όπου έχει εκραγεί επαναστατικό κίνημα».
H εντολή για την επέμβαση
Βρετανοί αλεξιπτωτιστές στην Αθήνα τον
 Δεκέμβριο του 1944
Εναν μήνα από την απελευθέρωση της Αθήνας και ενώ η κατάσταση στην πόλη παραμένει ήρεμη, ο Τσόρτσιλ θέλει βρετανική στρατιωτική επέμβαση. Σε επιστολή του στον Αντονι Ιντεν με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου γράφει: «Λαμβανομένου υπ' όψιν του τιμήματος το οποίο κατεβάλαμε για να πετύχουμε από τη Ρωσία να έχουμε ελεύθερα τα χέρια στην Ελλάδα δεν θα έπρεπε να διστάσουμε να χρησιμοποιήσουμε βρετανικά στρατεύματα για να υποστηρίξουμε την ελληνική βασιλική κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου. Τούτο συνεπάγεται την βεβαία επέμβαση ορισμένων βρετανικών στρατευμάτων [...]. Ο κ. Παπανδρέου μπορεί ασφαλώς να απαγορεύσει την έκδοση εφημερίδων του EAM [...] Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι θα έχουμε σύγκρουση με το EAM...». Αυτά τρεις εβδομάδες πριν από τους πυροβολισμούς της πλατείας Συντάγματος. Στα Απομνημονεύματά του ο βρετανός πρωθυπουργός ομολογεί ότι είχε αντιληφθεί πολύ ενωρίς ότι «ετοιμαζόταν μια επανάσταση του EAM και στις 15 Νοεμβρίου ο στρατηγός Σκόμπι πήρε διαταγή να λάβει σχετικά αντίμετρα». Και τη Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου, όπως γράφει, «τη στιγμή εκείνη ανέλαβα τον άμεσο έλεγχο της υπόθεσης [...] διέταξα τον στρατηγό Σκόμπι και τους 5.000 βρετανούς στρατιώτες του [...] να επέμβουν, να ανοίξουν πυρ εναντίον των ατίμων επιτιθεμένων» κομμουνιστών.
Οι στόχοι της πολιτικής που καθορίστηκε στο Λονδίνο πριν από ενάμιση χρόνο επιτεύχθηκαν. Τα βρετανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο διασφαλίστηκαν. 
G.Μ. Alexander: The Demobilization Crisis of November 1944, Λονδίνο, 1984.
Ρ. Audy, R. Clogg: British Policy towards Wartime Resistance in Yugoslavia and Greece; Macmillan, Λονδίνο, 1975.
Winston Churchill: Απομνημονεύματα του B´ Παγκοσμίου Πολέμου, τόμος Στ´, Αθήνα, 1955.
David Close: The Greek Civil War, 1943-1950 Routledge, Λονδίνο, 1993.
John Colville: The Fringes of Power. 10 Downing Street Diaries 1939-1955, Norton & Co., Λονδίνο, 1985.
D. Dilks: British political aims in Central, Eastern and Southern Europe, 1944, Macmillan, Λονδίνο, 1988.
F. Hinsley: British Intelligence in the Second World War, τόμος 3ος, HMSO, Λονδίνο, 1988.
J.Ο. Iatrides: Revolt in Athens, Prinston UP, 1972.
Η. Richter: British Intervention in Greece. From Varkiza to Civil War; Merlin Press, Λονδίνο, 1985.
Αναδημοσίευση από το Βήμα http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=162794&wordsinarticle