Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2011

Στάλιν: «Οι Ελληνες έκαναν μια ανοησία»

Τι αποκαλύπτει το ημερολόγιο του Γκεόργκι Δημητρόφ για τα Δεκεμβριανά του 1944, για την αποχή του KKE από τις εκλογές του 1946 και για τον Εμφύλιο



H σοβιετική ηγεσία - ο Στάλιν προσωπικώς - ήταν αντίθετη στο «δεύτερο αντάρτικο» στην Ελλάδα, όπως ήταν αντίθετη στην αποχή που κήρυξε το KKE στις εκλογές του 1946 και στην παραίτηση των υπουργών του EAM-KKE από την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Γεωργίου Παπανδρέου, η οποία απετέλεσε την αφετηρία των Δεκεμβριανών.
Δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρονται αυτά, αλλά τώρα επιβεβαιώνονται με τρόπο σαφή και επιγραμματικό από μια απολύτως έγκυρη πηγή. Από τον Γκεόργκι Δημητρώφ, γραμματέα της Κομιντέρν (1936-1943), του συντονιστικού οργάνου των κομμουνιστικών κομμάτων εκείνης της εποχής και εκ των «εμπίστων και προσφιλών» συνεργατών του Στάλιν ως τον θάνατό του, τον Ιούνιο του 1949. Τελευταία κυκλοφόρησαν σελίδες από το Ημερολόγιό του (*), στο οποίο αποσπασματικά αναφέρονται συναντήσεις του με στελέχη του KKE στη διάρκεια της Κατοχής και αργότερα, εκτιμήσεις του ίδιου του Στάλιν και της σοβιετικής ηγεσίας για την τύχη του δεύτερου αντάρτικου και για την πολιτική της ηγεσίας του KKE. Από τα γραφόμενα του Δημητρόφ προκύπτει ότι όλη η τακτική και πολιτική του KKE ήταν λαθεμένη, κατά την άποψη των Σοβιετικών και του συγγραφέα, οι οποίοι επανειλημμένα υπέδειξαν στους έλληνες συντρόφους τους λάθη και άστοχες ενέργειές τους.
Αργά το απόγευμα της 2ας Σεπτεμβρίου 1946 ο Δημητρόφ επισκέπτεται τον Στάλιν στο Κρεμλίνο και, παρουσία των Μολότοφ, Ζντάνοφ, Μπέρια, Μικογιάν και Μαλένκοφ, συζητούν τα άμεσα προβλήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης. Γράφει ο Δημητρόφ στο Ημερολόγιό του: «... Σχετικά με την τακτική του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ο Στάλιν υπογράμμισε το γεγονός ότι οι έλληνες κομμουνιστές έκαναν λάθος προηγουμένως μποϊκοτάροντας τις βουλευτικές εκλογές. Το μποϊκοτάζ έχει έννοια όταν έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία των εκλογών. Διαφορετικά, είναι ανοησία, είπε». Ηταν όμως ενημερωμένος ο Δημητρόφ για τις εκλογές στην Ελλάδα. Στις 2 Απριλίου 1946 τον «επισκέφθηκε ο Ζαχαριάδης. Μας ενημέρωσε για την κατάσταση στην Ελλάδα σχετικά με τις εκλογές και σχετικά με το κόμμα και το EAM» γράφει.
Στις 10 Ιανουαρίου 1945 ο Στάλιν τηλεφωνεί στον Δημητρόφ και τον ενημερώνει για τη συζήτηση που είχε με μια γιουγκοσλαβική αντιπροσωπεία γύρω από τα Βαλκάνια και τα εθνικά, συνοριακά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Στην Ελλάδα οι ένοπλες δυνάμεις του EAM-ΕΛΑΣ έχουν υποχωρήσει από την Αθήνα. Ο Στάλιν λέει, «...(τους) συμβούλευσα να μην αρχίσουν αυτόν τον πόλεμο στην Ελλάδα. Οι άνθρωποι του ΕΛΑΣ δεν έπρεπε να παραιτηθούν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Εκαναν κάτι πέραν των δυνάμεών τους. Είναι προφανές ότι υπολόγιζαν ότι ο Ερυθρός Στρατός θα κατέβαινε στο Αιγαίο. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Ούτε μπορούμε να στείλουμε τον στρατό μας στην Ελλάδα. Οι Ελληνες έκαναν μια ανοησία». Οπως γράφει ο Δημητρόφ στις 8 και 9 Δεκεμβρίου 1944, δηλαδή τέσσερις μόνο ημέρες μετά τις πρώτες μάχες στο κέντρο της Αθήνας, «έστειλα στον Μολότοφ ένα ερώτημα του Πέτρου Ρούσου, μέλους του πολιτικού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος έφθασε προ ημερών στη Σόφια για να θέσει το ερώτημα στο βουλγαρικό KK: είναι δυνατόν να παρασχεθεί βοήθεια στο ελληνικό KK για να αντιμετωπίσει την ένοπλη επέμβαση της Αγγλίας; Πληροφόρησα τη Σόφια ότι υπό τις παρούσες συνθήκες οι έλληνες φίλοι μας δεν θα πρέπει να υπολογίζουν σε ενεργό επέμβαση και βοήθεια από εδώ. Επίσης συμβούλευσα το βουλγαρικό KK να μην εμπλακεί άμεσα στο ξεκίνημα του εσωτερικού αγώνα στην Ελλάδα».
«Οχι» είχαν διαμηνύσει οι Σοβιετικοί στην ηγεσία του KKE και στις αρχές του δεύτερου αντάρτικου. Γράφει ο Δημητρόφ στις 9 Φεβρουαρίου 1946: «Ελαβα απάντηση από τον Αλεξέιεφ (Μολότοφ) στο ερώτημα που έθεσαν οι έλληνες σύντροφοι - να ετοιμάζονται για ένοπλη εξέγερση εναντίον του αντιδραστικού μοναρχικού καθεστώτος ή να οργανωθούν για αυτοάμυνα με παράλληλη πολιτική κινητοποίηση των λαϊκών μαζών. Υποδείξαμε το δεύτερο». Πάντως, ενωρίτερα, όπως γράφει στις 28 Νοεμβρίου 1945, «ο σύντροφος Μοσέτοφ έφερε από τη Μόσχα 100.000 δολάρια για τους έλληνες συντρόφους». Ο ίδιος ο Δημητρόφ, όπως γράφει στις 8 Σεπτεμβρίου 1945, έστειλε την επομένη «έναν ταχυδρόμο στη Σόφια, τον οποίο συνοδεύει ο Μπασκάλοφ, που θα φέρει στον Κοστόφ 75.000 δολάρια να τα δώσει στον Ζαχαριάδη ως βοήθεια στο Κομμουνιστικό Κόμμα». Αργότερα, όταν ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν πλέον γεγονός, το πολιτικό και στρατιωτικό πρόβλημα της Βαλκανικής είναι αντικείμενο συζήτησης της σοβιετικής ηγεσίας στο Κρεμλίνο υπό τον Στάλιν και λαμβάνονται αποφάσεις. Ευθύνες καταλογίζονται στη Γιουγκοσλαβία και στη Βουλγαρία για τη σύναψη στρατιωτικής συμφωνίας - την οποία φαίνεται η Μόσχα αγνοούσε - η οποία, πέραν των άλλων, «διευκόλυνε τη δράση των αντιδραστικών αγγλοαμερικανικών στοιχείων, προσφέροντάς τους πρόσθετες δικαιολογίες για να εντείνουν τη στρατιωτική τους επέμβαση στα ελληνικά και στα τουρκικά πράγματα...» γράφει ο Δημητρόφ στις 12 Αυγούστου 1947. Τα ίδια είχε επισημάνει προσωπικώς ο Στάλιν στον Δημητρόφ όταν συναντήθηκαν στην «ντάτσα» του πρώτου τέσσερις ημέρες ενωρίτερα. «Οι Αμερικανοί και οι Αγγλοι θα εκμεταλλευθούν (τη συμφωνία) για να αυξήσουν τη στρατιωτική βοήθειά τους στην Ελλάδα και στην Τουρκία».
Την πρώτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου 1948 στο Κρεμλίνο, παρουσία όλης σχεδόν της σοβιετικής ηγεσίας, γιουγκοσλάβων κομμουνιστών και του Δημητρόφ, γίνεται μια σε βάθος επισκόπηση της κατάστασης στην Ανατολική Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Βαλκανική. Επισημαίνεται ότι ο Δημητρόφ «χωρίς να έχει επίσημη εξουσιοδότηση» υποστήριξε σε διεθνή συγκέντρωση στελεχών την ιδέα της «ομοσπονδοποίησης» της περιοχής με την ένταξη στο ομοσπονδιακό σχήμα της Πολωνίας, της Τσεχοσλοβακίας και της Ελλάδας. Ο Στάλιν το χαρακτήρισε «κατά βάση λάθος και από τακτικής πλευράς πολύ επώδυνο. Ολα αυτά διευκολύνουν τη δουλειά των ιδρυτών του Δυτικού συνασπισμού και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτό το γεγονός» γράφει στο Ημερολόγιό του ο Δημητρόφ (10/2/1948). Ο Στάλιν όμως έχει να πει και κάτι άλλο: «Οταν ο Δημητρόφ ή ο Τίτο μιλούν για κάποιες τρίτες χώρες, όλοι πιστεύουν ότι αυτά που λένε προέρχονται από τη Σοβιετική Ενωση».
H συζήτηση ζωηρεύει. Ο Μολότοφ, γράφει ο Δημητρόφ, «νομίζει ότι δεν πρέπει να επαναληφθούν τέτοια πράγματα». Και συνεχίζει ο σοβιετικός υπουργός: «Εντελώς τυχαία πληροφορηθήκαμε στο τέλος Ιανουαρίου ότι μια γιουγκοσλαβική μεραρχία πρόκειται να εισέλθει στην Αλβανία, στα ελληνοαλβανικά σύνορα, για να εμποδίσει οποιαδήποτε επίθεση των Αγγλοαμερικανών από την ελληνική πλευρά. Οι γιουγκοσλάβοι σύντροφοι δεν μας ενημέρωσαν προηγουμένως (...), οι Αλβανοί λέγουν ότι τους διαβεβαίωσαν ότι αυτό γίνεται με δική μας συγκατάθεση». Τον λόγο παίρνει κατόπιν ο Στάλιν, ο οποίος επανέρχεται στο ζήτημα της βαλκανικής ομοσπονδίας, το οποίο «ασφαλώς (...) παρέχει πολεμοφόδια στα αντιδραστικά στοιχεία της Αμερικής για να πείσουν την κοινή γνώμη ότι η Αμερική δεν κάνει ό,τι πρέπει για τον Δυτικό συνασπισμό, αφού ήδη υπάρχει (συνασπισμός) στα Βαλκάνια». H συζήτηση περνά κατόπιν στις «απειλές» που αντιμετωπίζει η περιοχή και, αιφνιδίως, ο Στάλιν ρωτά τον Γιουγκοσλάβο Καρντέλ: «Αν οι έλληνες αντάρτες ηττηθούν θα κάνετε πόλεμο;». «Οχι» απαντά ο Καρντέλ.
H συνέχεια, όπως τη δίνει ο Δημητρόφ: «Στάλιν. Στηρίζω τα συμπεράσματά μου σε ανάλυση των πιθανοτήτων που έχουν οι αντάρτες και οι αντίπαλοί τους. Τελευταία άρχισα να αμφιβάλλω ότι οι αντάρτες μπορούσαν να νικήσουν. Και αν δεν είμαστε σίγουροι πως οι αντάρτες θα νικήσουν, τότε το αντάρτικο πρέπει να περισταλεί. Οι Αμερικανοί και οι Αγγλοι έχουν πολύ σοβαρά συμφέροντα στη Μεσόγειο. Θέλουν να έχουν βάσεις στην Ελλάδα. Θα χρησιμοποιήσουν κάθε δυνατό μέσο για να υποστηρίξουν την κυβέρνηση που θα τους υπακούει. Πρόκειται για διεθνές ζήτημα μεγάλης σημασίας. Αν το αντάρτικο κίνημα ανασταλεί δεν θα έχουν δικαιολογία να επιτεθούν (στη Γιουγκοσλαβία). Δεν είναι πολύ εύκολο να αρχίσουν τώρα που δεν έχουν το πρόσχημα ότι οργανώνει τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα». Και απευθυνόμενος στον Καρντέλ: «Αν όμως πιστεύετε πως οι αντάρτες έχουν πολλές πιθανότητες να νικήσουν, αλλάζει το πράγμα. Πάντως εγώ έχω κάποιες αμφιβολίες γι' αυτό».
Σε ένα σημείο ο Βούλγαρος Κοστόφ ρωτά: «Θα αφήσουν οι Αμερικανοί να κερδίσουν οι αντάρτες;» Στάλιν: «Κανένας δεν θα τους ρωτήσει. Αν έχουν αρκετές δυνάμεις να νικήσουν και αν υπάρχουν άνθρωποι ικανοί να κινητοποιήσουν αυτές τις δυνάμεις, τότε ο αγώνας θα πρέπει να συνεχιστεί. Αλλά ας μη θεωρηθεί πως, αν δεν έρθουν βολικά τα πράγματα στην Ελλάδα, χάθηκε το παν. Οι γειτονικές της χώρες όμως πρέπει να είναι οι τελευταίες που θα αναγνωρίσουν την κυβέρνηση του στρατηγού Μάρκου. Αφήστε τους άλλους να είναι πρώτοι».
The Diary of Georgi Dimitrov (1933-1949), Yale University Press, 2003, σελ.497. 

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Η αγγλική ιστορία της ελληνικής Αντίστασης στην κατοχή



Wallace, David J., 1914-1944


Βιογραφικό σημείωμα:
Wallace, David J., 1914-1944
David John Wallace (1914-1944) καταγόταν από παλιά και πλούσια οικογένεια της Σκωτίας. Πατέρας του ήταν ο David (EuanWallace (1892-1941), υπολοχαγός των Life Guards, του πλέον εκλεκτού Σώματος της βρετανικής Βασιλικής Φρουράς, και μητέρα του η λαίδη (MaryIdina Sackville of Petworth. Σπούδασε στα κολέγια Heathfield και Eton και αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία στο κολέγιο Balliol της Οξφόρδης. Το άριστα στο πτυχίο του τού εξασφάλισε μια υποτροφία για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, με θέμα τα φραγκικά κάστρα στην Ελλάδα, γεγονός που τον οδήγησε στη χώρα μας, το 1939, για μια εκτεταμένη περιοδεία, μαζί με τη γυναίκα του. Η κήρυξη του πολέμου τον βρίσκει στην Ελλάδα, οπότε διορίζεται Ακόλουθος Τύπου στη Βρετανική Πρεσβεία, στην Αθήνα. Τον Απρίλιο του 1941 εγκαταλείπει την Ελλάδα για να καταταγεί στο Βασιλικό Σώμα Τυφεκιοφόρων (Kings Royal Rifle CorpsKRRC), του βρετανικού στρατού. Το 1943 επιλέγεται από το Foreign Office να σταλεί και πάλι στη χώρα μας, με το βαθμό του ταγματάρχη αυτή τη φορά (λόγω της αποστολής του), εξαιτίας της πείρας του γύρω από τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, σε μια εμπιστευτική αποστολή δίπλα στον ταξίαρχο Έντι Μάγιερς, επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα (SOE) και του Κοινού Γενικού Στρατηγείου των ανταρτών. Ο Wallace ήταν υποχρεωμένος να στέλνει τις παρατηρήσεις του απευθείας προς τις αρχές της χώρας του, σε σχέση με τις δραστηριότητες της SOE. Τις εμπειρίες του από την επαφή του με τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις, την κατάσταση στην Ελεύθερη Ελλάδα και την πολιτική τακτική συμφιλίωσης που ασκούσε ο επικεφαλής της SOE, περιέλαβε σε απόρρητη έκθεσή του προς τον Άγγλο πρέσβη Λίπερ, στο Κάιρο, στις 29 Αυγούστου 1943, η οποία παραδόθηκε τελικά στον βρετανό Υπουργό των Εξωτερικών, Anthony Eden, και άσκησε καθοριστική επίδραση στην αναδιαμόρφωση της πολιτικής των Άγγλων σε σχέση με τα ελληνικά πολιτικά πράγματα και στην υποστήριξή τους προς τον βασιλέα Γεώργιο Β μετά την Απελευθέρωση. Τον Ιούλιο του 1944 ο Wallace επιστρέφει στην Ελλάδα με πλωτό μέσο από την Ιταλία, και ένα μήνα αργότερα φονεύεται, παίρνοντας μέρος στην επίθεση του ΕΔΕΣ κατά των Γερμανών στη θέση Μενίνα, κατά μήκος του δρόμου Ιωαννίνων-Ηγουμενίτσας, στις 17 Αυγούστου 1944, πριν κλείσει τα τριάντα του χρόνια.




 Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο «Βρετανική Πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα, Η απόρρητη έκθεση του ταγματάρχη David J. Wallace», σε μετάφραση, επιμέλεια και σημειώσεις του Πέτρου Στ. Μακρή Στάικου. Το εισαγωγικό σημείωμα είναι του Στάθη Ν. Καλύβα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.


Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ


Tο EAM είναι μια πολιτική οργάνωση. O ΕΛΑΣ, το στρατιωτικό του σκέλος, τελεί υπό τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών. Οποιοσδήποτε σοβαρός ισχυρισμός περί του αντιθέτου έχει εγκαταλειφθεί εδώ και καιρό και μια πολιτική που θα απέβλεπε στην προσπάθεια διαχωρισμού των δύο δεν θα είχε νόημα. Η επικεφαλής του ΕΛΑΣ τριανδρία περιλαμβάνει τον Ανδρέα Τζήμα, μέλος και εκπρόσωπο της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ, ο οποίος ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή από τους τρεις. Είναι ευρύτερα γνωστός με τα ψευδώνυμα Εύμαιος και Βασίλης Σαμαρινιώτης.


Επικεφαλής του ΕΑΜ είναι η Κεντρική του Επιτροπή στην Αθήνα. Ισχυρίζεται ότι το ΕΑΜ αποτελεί συνασπισμό αριστερών κομμάτων, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί κάλυψη της ηγεσίας του ΚΚΕ (έτσι αποκαλείται το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος). Οι μόνοι άνθρωποι που γνωρίζω πως αποτελούν τακτικά μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΑΜ είναι ο Σιάντος, Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, ο Τζήμας και ο Τσιριμώκος – αυτός πρώην βενιζελικός βουλευτής με το δικό του ασήμαντο Ανεξάρτητο Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό Αγροτικό Κόμμα. Από τους τέσσερις εκπροσώπους που το ΕΑΜ έστειλε τον Αύγουστο στο Κάιρο, δύο, ο Τζήμας και ο Ρούσσος, είναι κομμουνιστές. Προτού αυτοί οι τέσσερις φύγουν για το Κάιρο, ο ταξίαρχος Myers κι εγώ είχαμε συναντήσεις με τον Σιάντο. Όσο ο Σιάντος ήταν παρών, ουδείς από τους άλλους άνοιξε το στόμα του.


Το ΕΑΜ αποτελεί πολύ μεγαλύτερη οργάνωση από τον ΕΔΕΣ, παρότι θα συγκέντρωνε λιγότερους οπαδούς αν οι αληθινοί σκοποί του ήταν γνωστοί και οι άνθρωποι ελεύθεροι να εκφράσουν τη γνώμη τους. Στο μεταξύ, διαθέτει, ίσως, 15.000 μόνιμους, εξοπλισμένους αντάρτες, έναντι των 5.000 του Ζέρβα, και επιπρόσθετα έναν σημαντικό αριθμό εφέδρων, για τους οποίους υπάρχουν διαθέσιμα όπλα. Η οργάνωσή του εκτείνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Σε μερικές περιοχές, όπως λόγου χάρη στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία, είναι σχεδόν μόνο του στο πεδίο του αγώνα και έχει τον απόλυτο έλεγχο. Στη Ρούμελη ασκεί τον απόλυτο έλεγχο, έχοντας δύο φορές αφοπλίσει τον συνταγματάρχη Ψαρρό, όταν αντιλήφθηκε ότι προσπαθούσε να δημιουργήσει εκεί ανεξάρτητες ανταρτικές ομάδες. Ο συνταγματάρχης Ψαρρός ξαναδημιουργεί τις ομάδες του. Με βάση το ίδιο συμφωνητικό, το ΕΑΜ προσπαθεί τώρα να διεισδύσει στην Ήπειρο, ως αντίπαλος του Ζέρβα. Αναπτύσσεται, επίσης, γρήγορα στην Πελοπόννησο. Πάλι σε σύγκριση με τον ΕΔΕΣ, το ΕΑΜ διαθέτει μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και αποτελεσματική διοικητική οργάνωση, με την οποία είναι ικανό να συντηρεί και να τροφοδοτεί τις ένοπλες ομάδες του στην επαρχία. Τον πρώτο καιρό, η αποτελεσματικότητα και η ευρεία εξάπλωσή του στηρίχτηκαν στη βία. Όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες επιτάσσονταν ως αναγκαία, ενώ ο Ζέρβας ανέκαθεν πλήρωνε γι’ αυτά που χρησιμοποιούσαν οι ομάδες του. Όταν χρειαζόταν, αυτή τη μη δημοφιλή επίταξη την επέβαλλαν με λεηλασίες, βασανιστήρια, βιασμούς και φόνους. Η συγκεκριμένη πρακτική δεν ακολουθείται πλέον, έχει όμως αφήσει πίσω της μια κληρονομιά έχθρας και καχυποψίας στους επιζώντες. Διαθέτω όλες τις –από πρώτο χέρι– αποδείξεις που χρειάζομαι για να πειστώ ότι οι χωρικοί, τουλάχιστον στη δυτική Θεσσαλία, θα έδιναν τα πάντα για να απαλλαγούν από τον ζυγό του ΕΑΜ. Δεν φοβούνται ότι οι Ιταλοί ή οι Γερμανοί θα παραμείνουν στην Ελλάδα για πολύ ακόμα. Φοβούνται, ωστόσο, τρομερά ότι το ΕΑΜ θα παραμείνει. Οργανώσεις του ΕΑΜ υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδος, κατεχόμενες και μη. Γι’ αυτές δεν διαθέτω πληροφορίες από πρώτο χέρι κι από δεύτερο λίγες. Πολλοί από τους οπαδούς του Ζέρβα με διαβεβαίωσαν πως μια σημαντική ποσότητα από τα ελαφρά αυτόματα όπλα, με τα οποία εφοδιάστηκε το ΕΑΜ από τη SOE, έχουν σταλεί στις πόλεις και ειδικά στην Αθήνα, για οδομαχίες.


Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είναι κακά εκπαιδευμένοι και απειθάρχητοι. Πολλοί από τους Βρετανούς αξιωματικούςσυνδέσμους θα πρόσθεταν ότι λίγοι απ’ αυτούς προτίθενται σοβαρά να πολεμήσουν τον Άξονα. Σίγουρα, δεν συμμετείχαν στην τελευταία σειρά των επιχειρήσεων για την καταστροφή των μέσων επικοινωνίας του εχθρού, πριν ακριβώς από την απόβαση στη Σικελία. Όλη η δουλειά έγινε από τους ίδιους τους Βρετανούς αξιωματικούς. Περιφέρονται φορτωμένοι με μαχαίρια και φισεκλίκια, προσπαθώντας να μοιάσουν στους ήρωες του 1821. Όλα τα κάνουν όποτε θέλουν εκείνοι, δεν χαιρετούν κανέναν στρατιωτικά και αποκαλούν τους πάντες –και τους αξιωματικούς τους– συναγωνιστές. Η δομή της διοίκησής τους, από το Γενικό Στρατηγείο μέχρι τη διμοιρία και την ομάδα, ακολουθεί το παλιό σύστημα των μπολσεβίκων: Ένας καπετάνιος ανάμεσα σ’ έναν στρατιωτικό σύμβουλο και σε έναν πολιτικό σύμβουλο. Ο τελευταίος διαθέτει απόλυτη δικαιοδοσία στους άλλους δύο. Είχα ελάχιστα έως καθόλου την ευκαιρία να γνωρίσω προσωπικά τους απλούς ελασίτες. Κάθε τέτοια απόπειρα, στο Γενικό Στρατηγείο όπου βρισκόμουν, θα γινόταν αμέσως αντιληπτή και θα προκαλούσε καχυποψία. Ούτε κανείς από τους στρατιώτες θα είχε ανταποκριθεί, σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, γνωρίζοντας ότι βρίσκεται υπό παρακολούθηση.


Δεν μπορώ, συνεπώς, να δώσω μια ακριβή και λεπτομερή απάντηση στο ερώτημα: «Δεδομένου ότι η κεντρική διοίκηση του ΕΑΜ είναι κατά 90% κομμουνιστική, σε ποια έκταση και σε ποιο βάθος έχει εισχωρήσει ο κομμουνισμός στις τάξεις του;» Σίγουρα, οι περισσότεροι από τους πολιτικούς συμβούλους είναι κομμουνιστές, ενώ έχει γίνει ευρύτατη προπαγάνδα, που αποκαλείται «διαφώτιση» ή πολιτική επιμόρφωση. Το ΕΑΜ, επίσης, εκδίδει έναν εκπληκτικό αριθμό τοπικών εφημερίδων. Σε όλες, τα 3/4 του χώρου τους είναι αφιερωμένα στη διαφώτιση, έναντι του 1/4 που καταλαμβάνουν οι ειδήσεις, από τις οποίες πάλι τα 3/4 αποτελούν νέα από τη Μόσχα. Ήμουν παρών σε μία συγκέντρωση, λίγο έξω από την Καρδίτσα, οργανωμένη από το ΕΑΜ δυτικής Θεσσαλίας. Εκεί βρίσκονταν σχεδόν 3.000 άνθρωποι, εκπρόσωποι του ΕΑΜ από κάθε τοπική οργάνωση της δυτικής Θεσσαλίας και μερικοί από χωριά ολόκληρης της χώρας. Σε κάποια φάση της διαδικασίας, ένα ενθουσιώδες μέλος του Κόμματος κάλεσε το ακροατήριο σε ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη 106 αριστερών ομήρων που είχαν πρόσφατα εκτελεστεί από τους Γερμανούς. Τουλάχιστον το 80% του πλήθους σήκωσε αμέσως το χέρι με τη γροθιά σφιγμένη, τραγουδώντας τον ύμνο της Διεθνούς. Και τούτο παρ’ όλες τις φρενήρεις προσπάθειες των οργανωτών να αποτρέψουν και τα δύο, καθώς φοβούνταν τις δυσμενείς εντυπώσεις που θα προκαλούσαν στους εκπροσώπους της Βρετανικής Αποστολής, όπως και, τουλάχιστον σε έναν, προκάλεσαν. Παρατήρησα, επίσης, πως η μνεία της Ρωσίας και του Κόκκινου Στρατού προξενούσε κάθε φορά περισσότερες επευφημίες από όσες οι αναφορές στους άλλους Συμμάχους.


Πολλή σκέψη και πολλά επιχειρήματα έχουν αφιερωθεί στην αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα ποιοι είναι οι πραγματικοί σκοποί του ΕΑΜ: Εννοεί αυτά που λέει, όταν δηλώνει πως δεν αποτελεί κόμμα και πως όταν λήξει ο αγώνας για την απελευθέρωση θα διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη; Ή προτίθεται να χρησιμοποιήσει τον ΕΛΑΣ για ένα πραξικόπημα, με στόχο την κατάληψη της εξουσίας, κατά ή αμέσως μετά την απελευθέρωση; Και αν το επιχειρήσει, θα πετύχει; Ή θα αρκεστεί να λάβει μέρος στον αγώνα κατά του Άξονα και μετά να συμμετάσχει ισότιμα σε απόλυτα ελεύθερες εκλογές; Κανένα από τα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να απαντηθεί με βεβαιότητα. Ωστόσο, η δική μου απάντηση θα ήταν η εξής:


Οι κομμουνιστές ουδέποτε λένε αυτά που εννοούν, ούτε και εννοούν αυτά που λένε. Όμως το ΕΑΜ στο ιδρυτικό του μανιφέστο διατύπωσε καθαρά τους ακόλουθους δύο στόχους: Να διώξει τους εισβολείς του Άξονα και να εγκαθιδρύσει τη λαϊκή κυριαρχία. Κάθε νεοσύλλεκτος του ΕΛΑΣ έπρεπε να ορκιστεί ότι θα πολεμήσει και για τους δύο αυτούς σκοπούς και θα συνεχίσει να πολεμάει μέχρις ότου ο διοικητής του τού πει πως έχουν εκπληρωθεί. Ορκιζόταν προκαταβολικά πως αν επιχειρούσε να φύγει πριν από αυτή τη στιγμή, συμφωνούσε να τον εκτελέσουν. Και, βεβαίως, ένας αριθμός ανταρτών έχει ήδη εκτελεστεί. Τούτο σημαίνει, ασφαλώς, ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ ήθελε να είναι σίγουρη πως θα χρησιμοποιήσει τον ΕΛΑΣ την κατάλληλη στιγμή, εάν θεωρούσε ότι αυτό τη συνέφερε. Πρέπει να πω ότι μέχρι τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο αυτού του έτους, το ΕΑΜ αναμφισβήτητα καταγινόταν με τη μεθόδευση ενός βίαιου κομμουνιστικού πραξικοπήματος, με τη χρήση του ΕΛΑΣ. Ήλπιζε και περίμενε ότι το Ανατολικό Μέτωπο θα κατέρρεε ολότελα και ότι σύντομα θα έβλεπε τον Κόκκινο Στρατό στα Βαλκάνια. Στην Ελλάδα διέσυρε κάθε άλλη οργάνωση –πολύ συχνά και τη Βρετανική Αποστολή–, ενώ πάσχισε να διαλύσει κάθε ένοπλη ανταρτική ομάδα. Μόνον ο Ζέρβας ήταν πολύ ισχυρός για να τον διαλύσει το ΕΑΜ.


Η αδυναμία του να εξοντώσει τον Ζέρβα εκείνη την εποχή υπήρξε ασφαλώς ο κύριος παράγων για την πλήρη αλλαγή της πολιτικής του που επακολούθησε. Ο δεύτερος παράγων ήταν η οξύτατη αντίδραση του ίδιου του ελληνικού λαού εναντίον της πολιτικής της βίας του ΕΑΜ απέναντι σε όλες τις άλλες ανταρτικές οργανώσεις και στις προσπάθειές του να μονοπωλήσει τον εθνικό αγώνα. Αυτή η αντίδραση κορυφώθηκε τον Ιούνιο, όταν η Κεντρική Επιτροπή είχε αναμφισβήτητα αλλάξει την πολιτική της, αλλά δεν είχε ακόμα κατορθώσει να την επιβάλει. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο δεύτερος αφοπλισμός του Ψαρρού προκάλεσε κύμα οργής στους δη μοκρατικά σκεπτόμενους στην Αθήνα. Τόσο, ώστε η Κεντρική Επιτροπή, προκειμένου να αποκατασταθεί στην κοινή γνώμη, κατήγγειλε τα ίδια της τα σφάλματα και προχώρησε σε υπερβολικά γενναιόδωρη αποκατάστασή του. Έχει συμφωνήσει τώρα να αφήσει τον Ψαρρό να αποκτήσει τέσσερις φορές περισσότερα όπλα από ό,τι προηγουμένως. Ο τρίτος παράγων υπήρξε το γεγονός ότι, καθώς οι Γερμανοί άντεξαν στη ρωσική επίθεση, ενώ ταυτόχρονα οι Σύμμαχοι σημείωσαν τις λαμπρές τους επιτυχίες στην Αφρική, έγινε φανερό πως οι δυνάμεις της Μέσης Ανατολής και όχι ο Κόκκινος Στρατός πρόκειται να απελευθερώσουν την Ελλάδα και, συνεπώς, είναι η Μεγάλη Βρετανία και όχι η Σοβιετική Ένωση που θα αποτελέσει την κυρίαρχη Μεγάλη Δύναμη στη χρονική περίοδο που θα ακολουθήσει. Γι’ αυτό τον λόγο, συνεπώς, πολιτική φανερά απαράδεκτη για τη Μεγάλη Βρετανία δεν θα είχε πιθανότητες επιτυχίας. Ο τέταρτος παράγων για την αλλαγή της πολιτικής του ΕΑΜ ήταν η επίδραση της Βρετανικής Αποστολής και, ειδικότερα, του ταξίαρχου Myers, ο οποίος αγωνίστηκε σταθερά να επιβάλει μια πολιτική μετριοπάθειας και αποφυγής ενός εμφυλίου πολέμου. Αυτή η προσπάθεια είχε αξιοσημείωτη επιτυχία και κατέληξε στην υπογραφή του συμφωνητικού των Εθνικών Ομάδων, νωρίτερα τον Ιούλιο. Βάση αυτής της νέας πολιτικής είναι ότι το ΕΑΜ πρέπει να εμφανιστεί, με κάθε θυσία, ως αξιοσέβαστο στα μάτια των οπαδών του, γενικά του ελληνικού λαού, των Βρετανών και, ίσως, του συνόλου των Ηνωμένων Εθνών. Τυπική αλλά και πολύ σημαντική έκφραση αυτής της πολιτικής υπήρξε ο λόγος που εκφωνήθηκε στη συγκέντρωση κοντά στην Καρδίτσα, παρουσία μου και παρουσία του ταξίαρχου Myers, στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω. Ομιλητής ήταν ο Ορφέας Βλαχόπουλος, ένας από τους ιδρυτές του ΕΑΜ, αν και σήμερα δεν συμμετέχει στην Κεντρική του Επιτροπή. Τώρα έχει τοποθετηθεί πολιτικός καθοδηγητής και εκπρόσωπος της Κεντρικής Επιτροπής στην Ήπειρο. Κατήγγειλε τα σφάλματα του παρελθόντος και ιδιαίτερα την απόπειρα για τη μονοπώληση του εθνικού αγώνα και για την εξόντωση άλλων πατριωτικών ανταρτικών ομάδων. Δήλωσε πως το ΕΑΜ επιθυμεί την ελεύθερη συνεργασία όλων των Ελλήνων και πως, όσο ο εισβολέας πατάει ακόμα στο ελληνικό έδαφος, δεν είναι καιρός για συζητήσεις και καβγάδες σχετικά με τον βασιλέα. Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού, όλοι είναι στρατιώτες του [Γενικού Στρατηγείου] της Μέσης Ανατολής, υπερήφανοι γι’ αυτό και δεσμευμένοι να το αποδείξουν με λόγους και με πράξεις. Όσα μέλη εξακολουθήσουν να διατυπώνουν αμφιβολίες για την καλή πίστη των Βρετανών συμμάχων μας, πρέπει να διώχνονται από την οργάνωση, διότι η Κεντρική Επιτροπή έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στους Βρετανούς. Το ΕΑΜ θέλει να προσχωρήσουν στις τάξεις του μόνιμοι αξιωματικοί κάθε πολιτικής απόχρωσης. Οι αξιωματικοί προέρχονται επίσης από τον λαό και ουδεμία πολιτική δέσμευση χρειάζεται να αναλάβουν.

Δημοσιεύθηκε στην εφ. Το Ποντίκι http://topontiki.gr/article/2976

Μαρτυρίες για τα Δεκεμβριανά

ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ-ΑΡΒΕΛΕΡ
«Οι ταγοί στοχεύουν στα ανόσια»


Τα Δεκεμβριανά δεν είναι ξεκάρφωτα. Είναι η συνέχεια μιας ολόκληρης ιστορίας. Εγώ θα ήθελα να πιάσω το νήμα από την ημέρα της Απελευθέρωσης της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου του '44.
Είμαι 17 χρόνων. Κατεβαίνω στο Σύνταγμα και ξέρω ότι έχουμε ελευθερωθεί. Γιατί; Γιατί στον αέρα μυρίζω το άρωμα του καπνού Players. Μήπως είχαν μοιράσει οι Αγγλοι τσιγάρα; Ακόμη έχω στο ρουθούνι μου το άρωμα εκείνου του καπνού.
Από τότε και ως τις 18 Οκτωβρίου, που έρχεται ο Γεώργιος Παπανδρέου να μιλήσει στο Σύνταγμα, κάθε μέρα είμαι και σε μια διαδήλωση. Θυμάμαι τον Παπανδρέου να λέει «Λαοκρατία δεν είναι μόνον δικαίωμα ψήφου» και ο κόσμος από κάτω να ενθουσιάζεται και να φωνάζει «Λαοκρατία και όχι βασιλιάς». Δεν άκουσα, δεν κατάλαβα τι άλλο είχε πει τότε ο Παπανδρέου.
Από το '43 είμαι στην ΕΠΟΝ. Οπως και τώρα, έμενα στον Βύρωνα. Με το όνομα «Νίκη» και με καθοδηγητή τον «Αλέξη» (κατά κόσμον Χρήστο Πασαλάρη) ανήκω στην ομάδα της γειτονιάς Βύρωνας - Παγκράτι - Καισαριανή. Καθημερινά προσπαθούμε να κατεβάσουμε κόσμο στις διαδηλώσεις. Ο καιρός είναι ακόμα καλός, κι εγώ όπως περνώ από τα σπίτια λέω στις γριούλες που κάθονται έξω στις αυλές να έρθουν μαζί μου στη διαδήλωση. Και μια γριούλα μού λέει: «Θα έρθω όταν πια θα έρθει ο βασιλιάς...».
Εν τω μεταξύ έχει γίνει η κυβέρνηση, στην οποία μετέχουν και οι Εαμικοί... Τις πρώτες πρώτες μέρες του Δεκέμβρη, στις 3, νομίζω, κατεβαίνουμε στη μεγάλη διαδήλωση. Γιατί; Γιατί μας αδικούν όλοι. Βρίσκομαι μπροστά στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», στη γωνία. Απέναντι είναι τα παλιά ανάκτορα, όπως τα λέγαμε τότε. H σημερινή Βουλή. Στη στέγη βλέπω έλληνες αστυνομικούς να πυροβολούν. Πιάνω έναν εγγλέζο αξιωματικό που ήταν εκεί δίπλα μου (η «Μεγάλη Βρεταννία» ήταν το αρχηγείο τους) και του λέω, με τα λίγα αγγλικά που ήξερα:
- Τους βλέπετε αυτούς εκεί; Ηταν οι ίδιοι που χτυπούσαν και όταν κατεβαίναμε εναντίον των Γερμανών.
- Yes, Ι know (ναι, ξέρω).
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντησή του.
Από το Σύνταγμα προχωράμε, όλη η διαδήλωση, προς την Ομόνοια. Εκεί έγινε ο μεγάλος σκοτωμός. Πυροβολισμοί ακούγονταν από παντού, έβγαιναν από τα ξενοδοχεία... H διαδήλωση είχε φρουρούς τού ΕΛΑΣ, οι οποίοι και άρχισαν να πυροβολούν προς τα πάνω, προς τα ξενοδοχεία. Εγινε σαματάς. Ολοι χτυπούσαν μεταξύ τους. Τη στιγμή όμως που οι Ελασίτες θα έμπαιναν εκεί από όπου έβγαιναν οι πυροβολισμοί (ένα ξενοδοχείο), φθάνουν οι Αγγλοι και τους εμποδίζουν.
Την επομένη, αν θυμάμαι καλά, γίνεται η κηδεία των θυμάτων της διαδήλωσης. H διαδήλωση, αυτή τη φορά, είναι επίσημη, την επιτρέπουν, όπως επιτρέπουν και την κηδεία. Περνάμε μπροστά από τη «Μεγάλη Βρεταννία» και στη συνέχεια από το ξενοδοχείο «King George», όπου μένουν οι Αμερικανοί. Και ξεσπούμε σε ζητωκραυγές υπέρ των Αμερικανών. Στην κηδεία δεν συνέβη τίποτε.
Οι ανατολικές συνοικίες είναι τελείως ελεύθερες. Ούτε Αγγλοι ούτε εθνοφρουροί. Οι Ελασίτες έχουν αρχίσει να κάνουν οδοφράγματα. Απέναντι από εκεί που είναι σήμερα το «Χίλτον», από τη μια είναι οι δεξιοί (ας πούμε) και από την άλλη οι αριστεροί. Τα οδοφράγματα γίνονται στην οδό Πρατίνου, ψηλά στο Παγκράτι. Εκείνο που θυμάμαι πολύ έντονα από τότε και περίπου ως τα Χριστούγεννα του '44 είναι οι ελεύθεροι σκοπευτές. Τα θύματα του ΕΛΑΣ είναι από τους ελεύθερους σκοπευτές. Ο αδελφός της νύφης μου σκοτώθηκε έτσι. Σκοτώνανε αδιακρίτως, είτε τον ήξεραν είτε όχι, Ελασίτες και μη.
Εμείς ξέρουμε πια ότι οι Αμερικανοί είναι το αντίδωρο των Εγγλέζων.
Τότε αρχίζω να αποκτώ μια ιδέα για τη γενική σύγχυση που επικρατεί. Δεν υπάρχουν άγγελοι ούτε από τη μια πλευρά ούτε από την άλλη.
Μια μέρα, στο σινεμά «Παλάς», στην πλατεία στο Παγκράτι, βλέπω τρία πτώματα, κι από πάνω τους μια πινακίδα: «Χρησιμοποιώντας το όνομα του ΕΛΑΣ εγκληματούσαν». Τότε έμαθα ότι είχαν πάρει και τον γιο του Λούβαρη, μικρό παιδί, και τον είχαν σκοτώσει οι Ελασίτες. Συνειδητοποιώ ότι βρίσκομαι ανάμεσα στη Σκύλλα και στη Χάρυβδη. ιώθω ταραχή και σύγχυση. Με είχε επίσης σκανδαλίσει ένα άγημα που περνούσε από την οδό Φιλολάου, γεμάτο νέες κοπέλες, Ελασίτισσες, οι οποίες φώναζαν: «Ο λαός θέλει ψάρια. Ο λαός θέλει ψάρια...». Ρώτησα τι θα πει αυτό και μου είπαν ότι «ο λαός θέλει να ξεκαθαρίσει ο τόπος».
Ολα αυτά με έκαναν να καταλάβω και να αναρωτιέμαι: Τι γίνεται;
Φθάνουν πια τα Χριστούγεννα. Ο Βύρωνας «πέφτει»... Θα πρέπει να ήταν 26 ή 27 Δεκεμβρίου όταν μας λένε ότι πρέπει να φύγουμε από τον Βύρωνα, από το Παγκράτι, από την Καισαριανή. Περνάμε τον Υμηττό μέσα στην παγωνιά. Με κρατούσε από το χέρι οΜάνος Χατζιδάκις. Στις αρχές Ιανουαρίου φθάνουν οι Εγγλέζοι στην Κυψέλη. Φεύγουμε ένα βράδυ κι από εκεί. Εγώ με κάτι μποτάκια στο χέρι, τα κρατούσα για τον δρόμο. Κι ο Μάνος τυλιγμένος με μια κουβέρτα. Εκείνος σταμάτησε στο Σχηματάρι.
Εγώ, πιο θαρραλέα, συνέχισα ως τα Σκούρτα, κι από εκεί πήγα προς την Πύλη, τη Θήβα. Στον δρόμο με λυπήθηκε ένα αυτοκίνητο του ΕΛΑΣ και με πήρε. Το φορτηγό ήταν γεμάτο γυναικεία ρούχα. Ρώτησα να μάθω. Ηταν κοστούμια της Ντιριντάουα... Τι σύγχυση! Τα αεροπλάνα να θερίζουν από πάνω και το καμιόνι να είναι γεμάτο με ρούχα της Ντιριντάουα...
Εφθασα στη Λαμία. Στη Στυλίδα ο πατέρας μου είχε ελιές. Αποφασίζω να πάω, και από εκεί να φύγω για την Αθήνα με το πρώτο φορτηγό. Δεν έχει γίνει ακόμα η Βάρκιζα. Φθάνω στην Αθήνα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς τίποτα. Βλέπω στους τοίχους το σύνθημα: «KKE της ηττημένης».
Βρέχει ακόμα και φθάνω στο σπίτι. H μάνα μου μού λέει ότι πρέπει να φύγω, γιατί θα με πιάσουν. Μου λέει να πάω στο σπίτι του γαμπρού μας, στη Νέα Σμύρνη, του Νικολαΐδη. Εμεινα εκεί δυόμισι μήνες περίπου, ως τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Με τα λίγα αγγλικά που ήξερα έκανα φίλους Εγγλέζους. Οταν έγινε η Βάρκιζα ήρθαν και μας έβγαλαν από το σπίτι με... τανκς. Τότε πια άρχισα να καταλαβαίνω. Με έχει μαρκάρει αυτή η ιστορία. Κι έβγαλα ένα συμπέρασμα: Οι ταγοί στοχεύουν στα ανόσια.
ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ EBEPT
«Ηταν μια καλοστημένη προβοκάτσια»

Αν και έχουν περάσει 60 χρόνια από τη «μαύρη Κυριακή» της 3ης Δεκεμβρίου 1944, που σήμανε την έναρξη του εμφυλίου με τα αιματηρά γεγονότα των 33 ημερών τα οποία έμειναν στην Ιστορία ως «τα Δεκεμβριανά», δεν είναι ξεκάθαρο ποια από τις δύο πλευρές είχε την ευθύνη της έναρξης των συγκρούσεων. Οι ιστορικές αναφορές της περιόδου συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι οι αστυνομικοί άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους των διαδηλωτών που συγκεντρώνονταν στην πλατεία Συντάγματος στις 11 το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου 1944. Ο τότε αρχηγός της Αστυνομίας Αγγελος Εβερτ έχει παραδεχθεί σε συνέντευξή του (το 1958 στην εφημερίδα «Ακρόπολις») ότι εκείνος έδωσε την εντολή να πυροβολήσουν οι αστυνομικοί επικαλούμενος σχετική κυβερνητική διαταγή αλλά και λόγους αυτοάμυνας.
Σήμερα ο κ. M. Εβερτ (υιός τους Αγγελου Εβερτ) μιλώντας στο «Βήμα» θυμάται τις διηγήσεις του πατέρα του για τη δύσκολη εκείνη περίοδο και εξηγεί πώς ο τότε αστυνομικός διευθυντής αντιμετώπισε την κατάσταση αλλά και τις ερμηνείες του για τα γεγονότα. «Ο πατέρας μου είχε ερωτηθεί για το αν έπρεπε να επιτραπεί η διαδήλωση και είχε δώσει τη συγκατάθεσή του. Την παραμονή το βράδυ όμως η κυβέρνηση (ύστερα από μια συνάντηση του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου με τον Σκόμπι) αποφάσισε να αλλάξει την αρχική της απόφαση και να απαγορεύσει τη συγκέντρωση στο Σύνταγμα.Γύρω στις 10 το πρωί μετά το επεισόδιο που έγινε έξω από το σπίτι του τότε πρωθυπουργού ο πατέρας μου έλαβε τηλεφωνικώς εντολή από τον Παπανδρέου: "Διά παντός μέσου διαλύσατε την συγκέντρωσιν" και ως εκ τούτου ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει αναλόγως.Οπως μου είχε πει πολλά χρόνια μετά, εκείνες τις στιγμές είχε εκτιμήσει ότι υπήρχε κίνδυνος κατάληψης νευραλγικών σημείων της πρωτεύουσας και γι' αυτό έπρεπε να ενεργήσει έτσι. Οταν το πρώτο κύμα των διαδηλωτών έφθασε με απειλητικές διαθέσεις μπροστά από το κτίριο της Αστυνομίας έδωσε εντολή για τη βίαιη διάλυσή τους».
Ο κ. Εβερτ λέει σήμερα ότι ο πατέρας του πίστευε πως τα τραγικά γεγονότα ήταν μια καλοστημένη προβοκάτσια που έβαλε τη χώρα σε περιπέτειες. Βεβαίως η εκδοχή της προβοκάτσιας έχει διατυπωθεί από πολλές πλευρές αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο. Ο κ. Εβερτ λέει πάντως ότι «ο πατέρας του πίστευε πως οι Σοβιετικοί δεν ήθελαν να ανοίξουν μέτωπο στην Ελλάδα και ενδεχομένως γι' αυτό έστησαν αυτή την υπόθεση».
Ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ πάντως δεν θα ξεχάσει ποτέ, αν και τότε ήταν μόλις πέντε ετών, πώς λίγες ώρες μετά την έναρξη των γεγονότων της 3ης Δεκεμβρίου έφθασαν στο σπίτι τους δύο αυτοκίνητα της Αστυνομίας και παρέλαβαν τον ίδιο, την αδελφή του και τη μητέρα τους και τους μετέφεραν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», όπου και έμειναν για ενάμιση μήνα. Στο ίδιο ξενοδοχείο άλλωστε διέμενε εκείνη την περίοδο της κρίσης και ο Γεώργιος Παπανδρέου καθώς και οι περισσότεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Ο κ. Εβερτ θυμάται επίσης ότι δύο μήνες πριν από τα Δεκεμβριανά φιλοξενούσαν στο σπίτι τους το κυβερνητικό κλιμάκιο που είχε φθάσει μυστικά στην Αθήνα (Αλ. Σβώλο, I. Ζεύγο και Π. Κατσώτα) και μάλιστα τρεις ημέρες πριν από την απελευθέρωση είχαν μεταφερθεί στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης. «Μου έχει εντυπωθεί ακόμη η περίεργη στολή του Κατσώτα (ήταν η στολή των αξιωματικών της M. Ανατολής με το κοντό παντελόνι) που ήταν σαν ψεύτικη» λέει σήμερα ο κ. Εβερτ, ο οποίος υπενθυμίζει τις θετικές αναφορές του Χαρίλαου Φλωράκη, του Λεωνίδα Κύρκου αλλά και του «Γέρου» για τον ρόλο του πατέρα του. «Οι ακροδεξιοί τον κατηγορούσαν ως συνεργάτη των κομμουνιστών και αυτό κάτι σημαίνει» καταλήγει ο κ. Εβερτ.
Τις μαρτυρίες κατέγραψαν οι: Παναγιώτης Λάμψιας, Μυρτώ Λοβέρδου, Αστερόπη Λαζαρίδου