Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Αντίσταση, κατοχή, εμφύλιος: περιοδολόγηση

Νίκος Μαραντζίδης- Στάθης Καλύβας

Αντίθετα απ’ ό,τι πολλοί πιστεύουν, η διάκριση ανάμεσα σε δύο περιόδους, της κατοχής (1941 1944) και του εμφυλίου (1946-1949) είναι βαθύτατα προβληματική. Η πρώτη περίοδος δεν διακρίνεται μόνο για την αντίσταση ενάντια στους κατακτητές αλλά χαρακτηρίζεται και από έναν βαθύτατο και πολύνεκρο εμφύλιο σπαραγμό.

Μαχητές του ΔΣΕ. 
Τα εμπειρικά δεδομένα αναδεικνύουν τόσο την έκταση των εμφυλίων συγκρούσεων στη διάρκεια της κατοχής όσο και την άμεση σύνδεση τους με τις μετακατοχικές εξελίξεις. Εκατοντάδες αντιστασιακοί βρήκαν τον θάνατο από Έλληνες μέλη εξίσου αντιστασιακών οργανώσεων. Πολλοί αντάρτες και άμαχοι σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις ΕΛΑΣ-ΕΔΕΣ το 1943-1944. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα θύματα αυτών των εμφυλίων συγκρούσεων αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία των απωλειών. Από τους 75 νεκρούς της Αθηναϊκής οργάνωσης ΡΑΝ στο διάστημα 1943-45, οι 73 σκοτώθηκαν από τον ΕΛΑΣ ή την ΟΠΛΑ στα Δεκεμβριανά. Από τους 36 νεκρούς της ΠΕΑΝ, οι 16 σκοτώθηκαν τον Δεκέμβρη ’44. Από τους 147 αντάρτες του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που βρήκαν το θάνατο στη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων, το 54% σκοτώθηκε στα Δεκεμβριανά, ενώ τουλάχιστον ένα άλλο 25% βρήκε το θάνατο σε επιχειρήσεις εναντίον των Ταγμάτων Ασφαλείας. Στα αρχεία της 10ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ αποτυπώνεται συντριπτικά μεγαλύτερος αριθμός νεκρών Ελλήνων απ’ ότι Γερμανών.

Οι πλέον πολύνεκρες μάχες στη διάρκεια της κατοχής δεν έγιναν ανάμεσα σε Έλληνες και ξένους αλλά αποκλειστικά μεταξύ Ελλήνων. Είναι χαρακτηριστικό πως οι τρεις πιο πολύνεκρες μάχες γίνονται το '44 (Κιλκίς, Τριάδα, Μελιγαλάς) μεταξύ Ελλήνων. Οι Γερμανοί δεν είναι ούτε καν παρόντες. Για παράδειγμα, στον Μελιγαλά τον Σεπτέμβριο του 1944 έχουμε περίπου 1.500 νεκρούς, στο Κιλκίς τον Νοέμβριο του ίδιου έτους έχουμε τουλάχιστον έναν αντίστοιχο αριθμό, ενώ στην Τριάδα της Ανατολικής Μακεδονίας, έχουμε τον ίδιο μήνα περίπου 700 νεκρούς. Επίσης, αν εξετάσουμε το ποσοστό των αμάχων και των αιχμαλώτων επί του συνόλου των θανάτων, θα διαπιστώσουμε πως ο κατοχικός εμφύλιος αφορά πρωταρχικά άμαχους και αιχμάλωτους αντίθετα από τον εμφύλιο του 46-49 όπου το μεγαλύτερο ποσοστό των θανάτων αποτελείται από μαχητές.

Είναι επίσης αναμφισβήτητο πως τα γεγονότα της κατοχής σηματοδότησαν και επηρέασαν αποφασιστικά την πορεία των πραγμάτων μετά την απελευθέρωση. Για παράδειγμα, η σύνδεση της «λευκής τρομοκρατίας» με την κατοχική βία του ΕΑΜ, μέσω της λογικής της αντεκδίκησης, είναι ιδιαίτερα στενή και δεν μπορεί να παραβλεφθεί ούτε να θεωρηθεί απλή αντικομουνιστική προπαγάνδα όπως αρέσκεται να δηλώνει ένα στρατευμένο πολιτικά τμήμα της κοινότητας των ιστορικών.

Συμπερασματικά, το σύνολο των στοιχείων που διαθέτουμε επιτρέπει να μιλάμε για έναν κανονικό εμφύλιο πόλεμο ο οποίος άρχισε μέσα στα χρόνια της κατοχής, με όλα τα χαρακτηριστικά που διαθέτουν οι πόλεμοι αυτοί. Φυσικά, οι αντίπαλοι του ΕΑΜ δεν είναι μόνο οι συνεργάτες των Γερμανών και τα τάγματα ασφαλείας, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αλλά από το 1943 και πέρα όλες οι μη εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις, μοναρχικές και αντιμοναρχικές, δεξιές και μη: ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ, ΠΑΟ, «Αντωντσαουσικοί», «Ελληνικός Στρατός», ΠΕΑΝ, Ιερή Ταξιαρχία, Εθνική Δράση, ΕΟΚ, ΡΑΝ, κλπ.

Εντέλει, αυτό που έχει σημασία, είναι πως οι δύο έννοιες, αντίσταση και εμφύλιος, δεν αποκλείουν η μία την άλλη, αλλά συνδέονται στενά. Από το 1943 και έπειτα, μάλιστα, είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τη μία απολύτως ανεξάρτητα από την άλλη. Αντίθετα παρατηρώντας τη συνεχή άνοδο του αριθμού των μελών του ΕΑΜ από τη μια και των αντι-εαμικών οργανώσεων από την άλλη, συμπεριλαμβανομένων και των ταγμάτων ασφαλείας, μπορεί να συμπεράνει κανείς πως ο εμφύλιος πόλεμος τροφοδοτεί την αντίσταση, και η αντίσταση τον εμφύλιο πόλεμο. Οι εξοπλισμένοι από τους Γερμανούς χωρικοί πολλαπλασιάζονται το καλοκαίρι του ’44. Την ίδια εποχή «ο εξοπλισμός των χωρικών από την Οχράνα παίρνει μορφή χιονοστιβάδας». Εντέλει, την ώρα που ισχυροποιείται το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ισχυροποιούνται και εκείνοι που αντιπαρατίθενται μαζί του. Είναι επίσης χαρακτηριστικό, πως στα τέλη της κατοχής, διάφορες μη-εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις επιχειρούν να ενοποιηθούν όχι για να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις αρχές κατοχής, αλλά για να αντιμετωπίσουν από κοινού τον εαμικό και κομμουνιστικό κίνδυνο. Εξάλλου παρά τις όποιες ρητορείες και αντιστασιακές κορώνες, τους τελευταίους μήνες της κατοχής το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορούσε τους Γερμανούς αλλά το πολιτικό μέλλον της χώρας.

Περνώντας από τη κατοχή στην απελευθέρωση, και ενώ οι κατοχικές εμφυλιακές συγκρούσεις δεν έχουν κοπάσει, συναντάμε τα Δεκεμβριανά που αποτελούν την κορύφωση του κατοχικού εμφυλίου και διακρίνονται για τη βιαιότητά τους. Τα Δεκεμβριανά βέβαια ξεσπούν το 1944, δηλαδή τουλάχιστον δύο χρόνια πριν την ημερομηνία που θεωρείται από πολλούς ως η επίσημη έναρξη του Εμφυλίου, την ώρα που εδάφη της χώρας βρίσκονται ακόμη υπό Γερμανική κατοχή (Κρήτη) και ενώ συνεχίζεται ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα και μετά το τέλος των Δεκεμβριανών, η εμφύλια βία συνεχίζεται σε χαμηλή ένταση, κυρίως με τη μορφή της λευκής τρομοκρατίας. Με άλλα λόγια, η εμφύλια βία είναι αδιάκοπη από το 1943 ως το 1949, αν και περνάει από διαφορετικά στάδια, παίρνει διαφορετικές μορφές και χαρακτηρίζεται από διαφορετικές εντάσεις. Επιπλέον διαφοροποιείται και η γεωγραφική κατανομή των συγκρούσεων. Από την Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο το 1943, θα γενικευτεί σε όλη σχεδόν την ύπαιθρο χώρα το 1944 για να φτάσει στην κορύφωσή του ο εμφύλιος με τη μάχη της Αθήνας. Από τη Βάρκιζα και μέχρι το 1949 η ύπαιθρος χώρα αποτέλεσε εκ νέου το σκηνικό των ένοπλων συγκρούσεων.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύθηκε στον τόμο Εμείς οι Έλληνες Πολεμική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος 3, εκδόσεις ΣΚΑΪ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου