Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

H κόκκινη βία και ο εξαγνισμός των δωσιλόγων

Ηλίας Νικολακόπουλος

Αφορμή για τη συζήτηση αυτή αποτέλεσε ένα πολιτικά επιθετικό και επιστημονικά αλαζονικό κείμενο που δημοσίευσαν στα «NEA» (20/3/2004) ο Στ. Καλύβας και ο N. Μαραντζίδης και στο οποίο αφ' ενός αυτοαναγορεύονται σε αυθεντικούς εκφραστές ενός «νέου κύματος» και μιας «νεώτερης γενιάς επιστημόνων» και αφ' ετέρου διατυπώνουν δέκα θέσεις για τη μελέτη του Εμφυλίου, με αυτοπεποίθηση αντίστοιχη με αυτήν του νεαρού Μαρξ όταν έγραφε τις θέσεις για τον Φοϋερμπαχτ.

Έλεγχος γυναίκας σε χωριό για την απαγόρευση της κυκλοφορίας
 το βράδυ κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.
(Φωτογραφία: Bert Hardy / Δημοσίευση Εικόνα / Εικόνες Getty). 22 Μαΐου, 1948
Ένα πρώτο σοβαρό ολίσθημα, που δεν αφορά τον κακώς εννοούμενο ακαδημαϊκό καθωσπρεπισμό αλλά την ίδια την επιστημονική δεοντολογία, σχετίζεται με το γεγονός ότι οι δυο συγγραφείς δεν έχουν μέχρι σήμερα στο ενεργητικό τους κάποιο συνθετικό έργο, το οποίο να υποστηρίζει ένα τόσο αμετροεπές διάβημα, όπως είναι η χάραξη των ερευνητικών προτεραιοτήτων για την πιο κρίσιμη δεκαετία της νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Οι μέχρι τώρα δημοσιεύσεις τους αναφέρονται κυρίως σε ορισμένες όψεις της τοπικής πολιτικής ιστορίας, από τις οποίες ξεχωρίζει κυρίως το σημαντικό βιβλίο του N. Μαραντζίδη, Γιασασίν Μιλέτ - Ζήτω το Έθνος, για τους τουρκόφωνους Πόντιους της Μακεδονίας.

Ένα δεύτερο και σίγουρα ουσιαστικότερο ολίσθημα αφορά τον ίδιο τον προτεινόμενο δεκάλογο, ο οποίος υποτίθεται ότι συμπυκνώνει «μια φρέσκια ματιά», «σύγχρονες μεθόδους» και «νέα πορίσματα» για τη μελέτη της δεκαετίας του '40. Από τα δέκα όμως αυτά σημεία τουλάχιστον τα μισά αποτελούν προφανή προαπαιτούμενα οποιασδήποτε ιστορικής έρευνας και συγκαταλέγονται στις στοιχειώδεις γνώσεις που οφείλει να έχει ένα πρωτοετής φοιτητής (η «αποφόρτιση και αποστασιοποίηση», η «αποφυγή ηρωοποίησης και δαιμονοποίησης», η αναγκαιότητα το ιστορικό έργο να μην υπηρετεί τη «μία αλήθεια», το ξεπέρασμα των «απλουστευτικών εννοιολογικών σχημάτων» και η αναφορά σε «ευρύτερα θεωρητικά και συγκριτικά πλαίσια»). Επομένως, η απολύτως περιττή συμπερίληψή τους στον προτεινόμενο δεκάλογο ή έγινε για να προσδώσει κύρος σε κάποια άλλα αμφιλεγόμενα σημεία ή (ακόμη χειρότερα) υπονοεί έμμεσα την απόρριψη κάποιων άλλων ιστορικών μελετών, η οποία όμως δεν μπορεί να γίνεται με ex cathedra αφορισμούς, αλλά μόνο με συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη κριτική.

Μια δεύτερη κατηγορία ζητημάτων, που στο άρθρο των Σ.K. και N.M. εμφανίζονται ως τρεις διαφορετικές θέσεις ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο («τάση προς το μερικό και το τοπικό», «πολυμορφία του εμφυλίου» και «στροφή προς το μαζικό επίπεδο»), απλώς καταγράφουν τις γενικότερες τάσεις που επικρατούν στη μεθοδολογία της ιστορίας εδώ και αρκετές δεκαετίες.

Από τον βαρύγδουπο δεκάλογο δεν απομένουν λοιπόν παρά δύο μόνον θέσεις, οι οποίες αξίζει να σχολιαστούν συνδυαστικά γιατί εκεί ακριβώς εντοπίζεται και όλη η αντιδικία που έχει προκύψει. H πρώτη αφορά την χρονολογική έναρξη του εμφυλίου πολέμου, την οποία οι συγγραφείς τοποθετούν στα χρόνια της κατοχής και ειδικότερα το 1943 και η δεύτερη το φαινόμενο της «πολιτικής βίας», η οποία, στην εκδοχή της ως εαμική τρομοκρατία («κόκκινη βία»), φαίνεται να ερμηνεύει για τους συγγραφείς την ανάπτυξη της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις (δωσιλογισμός και κυρίως Τάγματα Ασφαλείας). H επιμονή στο φαινόμενο της «κόκκινης βίας» ως γενεσιουργού αιτίας για την ανάπτυξη των Ταγμάτων Ασφαλείας, αναδεικνύεται καθαρότερα από το απαντητικό άρθρο του Στ. Καλύβα στα «NEA» (8/5/2004), αλλά και από το εκτενέστερο δοκίμιο που έχει δημοσιεύσει στο συλλογικό τόμο Μετά τον πόλεμο. Τρεις παρατηρήσεις είναι στο σημείο αυτό αναγκαίες.

Πρώτον, οι δύο αυτές θέσεις όχι μόνον δεν αποτελούν «νέες τάσεις» στη μελέτη του Εμφυλίου, αλλά αντιθέτως συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο της κυρίαρχης, μέχρι το 1974, ερμηνείας, την οποία είχαν επιβάλει οι νικητές του Εμφυλίου.

Δεύτερον, η ύπαρξη εκτεταμένων εμφυλίων συγκρούσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής (από την άνοιξη του 1943 μέχρι την Απελευθέρωση), δεν αμφισβητείται από κανένα και έχει πολλαπλά τεκμηριωθεί. Το ζητούμενο δεν είναι επομένως να διαπιστώσει κανείς ένα αυταπόδεικτο ιστορικό γεγονός, αλλά η ερμηνεία που του δίνεται. Οι συγγραφείς του δεκάλογου φαίνεται να υιοθετούν άκριτα τη «μία αλήθεια» (αντιφάσκοντας με τα μεθοδολογικά προαπαιτούμενα που οι ίδιοι διακηρύσσουν), ότι δηλαδή οι εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής αποτέλεσαν τον «πρώτο γύρο» μιας ενιαίας διαδικασίας Εμφυλίου Πολέμου - όπως ακριβώς υποστήριζε και η κυρίαρχη, μέχρι το 1974, ιδεολογία. Για να τεκμηριώσει όμως κανείς τη θέση αυτή δεν αρκεί η επίκληση της επαναστατικής στρατηγικής του KKE (όπως υπονοούν οι δύο συγγραφείς), αλλά ούτε και η αναφορά στις καταχθόνιες προθέσεις του Ουίνστων Τσώρτσιλ (όπως, mutatis mutandis, κάνουν ορισμένοι απολογητές του EAM). Τόσο ο διαχωρισμός των κατοχικών συγκρούσεων από τον μετέπειτα Εμφύλιο Πόλεμο (βλ. π.χ. τις αναλύσεις του Φ. Ηλιού), όσο και η συνεξέτασή τους ως ενιαίας διαδικασίας (βλ. τις προσεγγίσεις του Γ. Ιατρίδη) αποτελούν δύο εξίσου θεμιτά ερμηνευτικά σχήματα για τη μελέτη της περιόδου.

Τρίτον, οι συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τις άλλες αντιστασιακές οργανώσεις και τα Τάγματα Ασφαλείας, καθώς και οι εκδηλώσεις «κόκκινης βίας» κατά τη διάρκεια της Κατοχής και αμέσως μετά την Απελευθέρωση, κυρίως στις περιοχές τις οποίες ήλεγχε το EAM, αποτελούν επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός εκτενέστατα τεκμηριωμένο, το οποίο δεν αμφισβητούν ούτε οι πιο αγιογραφικές προσεγγίσεις της αντίστασης (όπως το βιβλίο του Δ. Χαριτόπουλου για τον ’ρη Βελουχιώτη). ’λλωστε η επίσημη μέχρι το 1974 ιστοριογραφία έχει αναλυτικά καταγράψει, για την κρίσιμη διετία 1943 - 1944, σχεδόν όλες τις εκδηλώσεις της «κόκκινης βίας», ενώ τα μνημεία των «αγρίως σφαγιασθέντων» ή των «ηρωϊκώς πεσόντων» κοσμούσαν και κοσμούν πολλές περιοχές της Ελλάδας. Επομένως, ως προς την τεκμηρίωση της «κόκκινης βίας», ελάχιστα καινούργια στοιχεία έχουν να προσφέρουν οι «σύγχρονες μέθοδοι» και οι «καινούργιες ευαισθησίες», τις οποίες επικαλούνται οι συγγραφείς του δεκάλογου.

Μια δήθεν ανθρωπολογική προσέγγιση

Το ζητούμενο δεν είναι μια αμφιλεγόμενη ποσοτική καταμέτρηση της «κόκκινης», της «μαύρης» και της «λευκής» βίας σε μια συγκεκριμένη περιοχή (όπως αυτή την οποία επιχειρεί ο Καλύβας για την Αργολίδα) και η οποία εξάλλου δεν επιδέχεται γενικεύσεων. Πράγματι, η ύπαρξη μιας εγκληματικής φυσιογνωμίας στην ηγεσία του ΕΛΑΣ Αργολίδας - ο οποίος κατόρθωσε να ισοφαρίσει σε αριθμό δολοφονιών τους Γερμανούς και τα Τάγματα Ασφαλείας - απλώς εξηγεί γιατί από την περιοχή αυτή η Αριστερά εξοβελίστηκε πλήρως μετά την Απελευθέρωση: ούτε σημαντική συμμετοχή στο Δημοκρατικό Στρατό καταγράφεται, αλλά ούτε και αργότερα η ΕΔΑ κατόρθωσε να εκτείνει την επιρροή της πέρα από ορισμένα χωριά.

Από τη λεπτομερή εξάλλου «χαρτογράφηση» των εμφυλίων συγκρούσεων της κατοχικής περιόδου προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η «κόκκινη βία», υπαρκτή και σε πολλές άλλες περιοχές εκτός από την Αργολίδα, σίγουρα δεν αποτελούσε την κυρίαρχη μορφή της εαμικής παρουσίας. Γι' αυτό και η συνεχής και μονότονη επίκληση της Αργολίδας ως γενικευμένου παραδείγματος για την «κόκκινη βία» - πέρα από τα μεθοδολογικά προβλήματα που συνεπάγεται η προσφυγή στις δικογραφίες της μετακατοχικής περιόδου - αποτελεί κλασικό δείγμα υιοθέτησης «απλουστευτικών εννοιολογικών σχημάτων», υποβάθμισης της «πολυμορφίας του Εμφυλίου» και μελέτης που υπηρετεί «προϋπάρχουσες ερμηνείες οι οποίες υπαγόρευσαν και τα αρχικά ερωτήματα». Πρόκειται δηλαδή για την πλήρη παραβίαση των βασικών θέσεων που επικαλείται ο «δεκάλογος του νέου κύματος». Στο σημείο αυτό θα πρέπει πάντως να διαφοροποιηθεί η πολιτικά ηπιότερη και μεθοδολογικά αρτιότερη προσέγγιση με την οποία ο N. Μαραντζίδης πραγματεύεται το φαινόμενο του δωσιλογισμού των τουρκόφωνων Ποντίων και των αιματηρών συγκρούσεών τους με τον ΕΛΑΣ.

Το βασικότερο πάντως ζήτημα που προκύπτει από το πολιτικό-επιστημονικό μανιφέστο των Σ.K. και N.M. αφορά την οπτική που υιοθετείται για τη συνολική ερμηνεία της περιόδου. Υποστασιοποιώντας την έννοια «πολιτική βία» και υιοθετώντας μια δήθεν ανθρωπολογική προσέγγιση, επιχειρούν να μελετήσουν τις συγκρούσεις της κατοχικής περιόδου ανεξάρτητα από το ιστορικό τους πλαίσιο. Πρόκειται για ένα ευρύτερο ιδεολογικό ρεύμα, που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και το οποίο επιχειρεί να αποκαθηλώσει την έννοια του αντιφασισμού ως παράμετρο για την μελέτη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Κάτω από αυτή την οπτική η συνεργασία με τις αρχές Κατοχής και η εγκληματική δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας αντιμετωπίζονται ως μια εξίσου φυσιολογική και θεμιτή στάση με τη συμμετοχή στην αντίσταση, στο όνομα της «απομάκρυνσης από τις τραυματικές εμπειρίες των προηγούμενων δεκαετιών» και της «εξασθένισης της πολιτικής και ιδεολογικής πόλωσης». Ως εάν οι εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής να διαδραματίστηκαν ανάμεσα σε δυο απομονωμένες φυλές που διεκδικούσαν την εξουσία σ' ένα ξεχασμένο νησί του Ειρηνικού, χωρίς καμία σύνδεση με την κοσμογονία του πολέμου.

Η μελέτη του φαινομένου του δωσιλογισμού, της έκτασης που πήρε και των μορφών με τις οποίες εκφράστηκε, αποτελεί μέχρι σήμερα ακόμη ένα θέμα ταμπού για την ελληνική ιστοριογραφία. H απολογητική ιστοριογραφία του δωσιλογισμού (π.χ. τα βραβευμένα από την Ακαδημία γλαφυρά έργα του K. Καλατζή) και η θεσμική και πολιτική ενσωμάτωσή του ήδη από τη δεκαετία του '50 σφράγισαν για αρκετές δεκαετίες τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά το ιδεολόγημα περί πανεθνικής αντίστασης οδηγούσε σε μια γενικόλογη καταγγελτική θέση, που απέφευγε να διερευνήσει συγκεκριμένα τις επιμέρους όψεις του φαινομένου.

Σήμερα, εξήντα χρόνια μετά το τέλος της Κατοχής, είναι πλέον καιρός να μελετήσει κανείς, με ψυχραιμία και χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις, ένα φαινόμενο που αποτελεί ίσως μια από τις πιο σκοτεινές πλευρές της νεώτερης ελληνικής ιστορίας - κάτι που έχει άλλωστε επιχειρηθεί, εδώ και αρκετές δεκαετίες, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Και για τη μελέτη αυτή οι απλουστευτικές και ατεκμηρίωτες προσεγγίσεις που ερμηνεύουν τον δωσιλογισμό ως απότοκο της «κόκκινης βίας» απλώς αναπαράγουν την απολογητική ιστοριογραφία της δεκαετίας του '50. Αρκεί απλώς να θυμηθεί κανείς ότι, το φθινόπωρο του 1942, όταν η Ελλάδα θρηνούσε ήδη 300.000 θύματα από το λιμό του προηγούμενου χειμώνα και η ένοπλη αντίσταση έκανε την πρώτη της ουσιαστικά εμφάνιση ανατινάζοντας τη γέφυρα του Γοργοπόταμου, κάποιοι άλλοι σχημάτιζαν κυβέρνηση (K. Λογοθετόπουλος) για να καταπολεμήσουν τον κομμουνισμό (δηλαδή την αντίσταση) ή συζητούσαν με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς για τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας (Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947, σελ. 31).


Εφημερίδα Τα Νέα 22/5/2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου