Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

Οι αποστολές εφοδίων στον ΔΣΕ


Οι δύο μεγάλες επιχειρήσεις μεταφοράς πολεμικού και άλλου υλικού από τις κομμουνιστικές 
χώρες, τη διετία 1948-49

Του Νικου Mαραντζιδη*

Ο ρόλος των κομμουνιστικών κρατών της Ανατολικής Ευρώπης στο ξέσπασμα και στη διεξαγωγή του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε καθοριστικός και σύνθετος, καθώς, καθεμιά από τις Λαϊκές Δημοκρατίες συνέβαλε στην ενίσχυση του ΚΚΕ και του ΔΣΕ. Πρόσφατα, Πολωνοί ιστορικοί όπως ο Andrzej Paczkowski και ο Pawel Piotrowski έφεραν στην επιφάνεια τον μηχανισμό εμπλοκής των πολωνικών μυστικών υπηρεσιών στον ελληνικό Εμφύλιο.

Waclaw Komar
Σύμφωνα με τον Piotrowski, τη δεκαετία του '40, οι στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες της Πολωνίας πραγματοποίησαν δύο μεγάλες επιχειρήσεις προμήθειας εξοπλισμού και εφοδίων για τους μαχόμενους στην Ελλάδα κομμουνιστές. Οι επιχειρήσεις αυτές ήταν γνωστές σε έναν μικρό και κλειστό κύκλο ατόμων, ανάμεσα στους οποίους ο στρατηγός Κόμαρ (Waclaw Komar) που έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Ο Κόμαρ υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριο μέλος του προπολεμικού διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Ανάμεσα στο 1927 και το 1931 ήταν αξιωματικός του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού εκπαιδευόμενος στις υπηρεσίες πληροφοριών στη Μόσχα. Την εποχή εκείνη υπήρξε συμμαθητής του μετέπειτα γενικού γραμματέα του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη στην κομματική σχολή της Μόσχας. Στη συνέχεια ο Κόμαρ πέρασε πέντε χρόνια στη Γερμανία, την Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία συμμετέχοντας στα δίκτυα πληροφοριών της Κομιντέρν. Το 1937 απεστάλη στην Ισπανία προκειμένου να διοικήσει δυνάμεις των Διεθνών Ταξιαρχών στον ισπανικό εμφύλιο. Με το τέλος του Εμφυλίου κατατάχθηκε στις δυνάμεις του πολωνικού στρατού στη Γαλλία το 1939, όπου συνελήφθη τον επόμενο χρόνο από τους Γερμανούς μένοντας έγκλειστος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Με το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Πολωνία και ανέλαβε επικεφαλής των πολωνικών στρατιωτικών μυστικών υπηρεσιών. Επρόκειτο ουσιαστικά για άνθρωπο εμπιστοσύνης των Σοβιετικών στην Πολωνία και έναν από τους πιο ισχυρούς άνδρες στη χώρα την εποχή εκείνη.

Απόλυτη μυστικότητα

Η πρώτη επιχείρηση αποστολής υλικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ είχε το κρυπτώνυμο «Μεταφορά» («Transport»). Ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1947 και διήρκεσε μέχρι τα μέσα του 1948. Η ιδέα της επιχείρησης προέκυψε μέσα από τις συνομιλίες του Πολωνού κομμουνιστή ηγέτη και προέδρου της Πολωνίας Μπιέρουτ (Boleslaw Bierut) με τον Γιουγκοσλάβο ηγέτη Τίτο. Συντονιστικό ρόλο ανέλαβε ο Κόμαρ, ο οποίος επικοινωνούσε απευθείας με τον υπουργό των γιουγκοσλάβικων μυστικών υπηρεσιών Αλεξάνταρ Ράνκοβιτς, χωρίς τη μεσολάβηση των επίσημων διπλωματικών αρχών των δύο χωρών. Οι δύο άνδρες συντόνισαν την αποστολή βοήθειας με απόλυτη μυστικότητα.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης στάλθηκαν στη Γιουγκοσλαβία πάνω από δέκα αεροπλάνα με ραδιοτεχνικό εξοπλισμό και εκρηκτικά υλικά, ενώ με τρένα μεταφέρθηκαν όπλα, φάρμακα και άλλος εξοπλισμός. Ο οπλισμός ήταν μόνο γερμανικής και ιταλικής προέλευσης, ώστε να μην διατυπωθούν κατηγορίες για βοήθεια από πλευράς των κομμουνιστικών χωρών προς τους Ελληνες αντάρτες. Επίσημα γινόταν αποστολή του εξοπλισμού στον γιουγκοσλαβικό στρατό για κάλυψη αναγκών του και στη συνέχεια μεταφερόταν στην Ελλάδα.

Συντονισμός από το Γενικό Επιτελείο του πολωνικού στρατού

Η δεύτερη επιχείρηση με κρυπτώνυμο «S», ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1948 μετά το ψήφισμα της Κομινφόρμ που επέκρινε τη Γιουγκοσλαβία. Ηταν μια πολύ μεγαλύτερη επιχείρηση, που συντονιζόταν από το Β΄ Γραφείο του Γενικού Επιτελείου του πολωνικού στρατού και είχε στόχο την παροχή εξοπλισμού για τον σχηματισμό αντάρτικου στρατού 50.000 ατόμων. Στην επιχείρηση αυτή συμμετείχε η Πολωνία, η Τσεχοσλοβακία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία. Προκειμένου να οργανώσουν την αποστολή της βοήθειας προς τους Ελληνες αντάρτες πραγματοποιήθηκαν τέσσερις τουλάχιστον συσκέψεις μεταξύ των εκπροσώπων αυτών των χωρών με τους εκπροσώπους του ΚΚΕ Πέτρο Ρούσο και Γιάννη Ιωαννίδη. Οι συσκέψεις αυτές πήραν κρίσιμες αποφάσεις τόσο για το είδος και την ποσότητα της βοήθειας, όσο και τον τρόπο της αποστολής της. Τα μέχρι τώρα στοιχεία δείχνουν πως η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου 1948 στη Ρουμανία. Ακολούθησαν άλλες τρεις συναντήσεις: στη Βαρσοβία στις 8 Σεπτεμβρίου 1948, στην Πράγα 20-21 Ιανουαρίου 1949 και στη Βουδαπέστη 15-16 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Αρτιόμ Ουλουνιάν, οι συμμετέχοντες αποφάσισαν η έδρα του τεχνικού συντονισμού να βρίσκεται στη Βαρσοβία.

Κόστος 11 εκατ. δολάρια

Οι αντιπρόσωποι των τεσσάρων Λαϊκών Δημοκρατιών παρείχαν εγγυήσεις για πλήρη ικανοποίηση των αναγκών του ΔΣΕ. Σε πρώτη φάση, το κόστος της βοήθειας προσδιορίστηκε στα 11 εκατομμύρια δολάρια. Ιδρύθηκε μάλιστα και ένα ταμείο για την αγορά όπλων και πυρομαχικών και άλλων υλικών από εμπόρους όπλων. Το ταμείο αυτό είχε αρχικά 2,5 εκατομμύρια δολάρια τα οποία προσφέρθηκαν από την Πολωνία (2 εκατ.) και την Ουγγαρία (500.000). Με τα χρήματα αυτά αποφασίστηκε να αγοραστούν κυρίως πυρομαχικά που οι αντιπρόσωποι του ΚΚΕ θεωρούσαν πως ήταν επείγον. Για τις υπόλοιπες ανάγκες αποφασίστηκε να συγκεντρωθεί το υλικό από τις τέσσερις Λαϊκές Δημοκρατίες.

Οι χώρες αυτές έστειλαν στην Αλβανία, μέσω της θαλασσίας οδού εξοπλισμό, όπλα, πολεμοφόδια και εκρηκτικά υλικά και από εκεί το φορτίο μεταφέρθηκε, διά μέσου της χερσαίας οδού, στην Ελλάδα. Η κύρια αποθήκη βρισκόταν στη Βαρσοβία, ενώ η φόρτωση γινόταν στο Γκντανσκ. Στην επιχείρηση συμμετείχαν πλοία του πολωνικού εμπορικού ναυτικού. Η πρώτη μεταφορά έγινε με το πλοίο «Σταλόβα Βόλα» («Stalowa Wola») που έφθασε στο λιμάνι του Δυρραχίου το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου 1948. Λίγο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1948 έγιναν οι αεροπορικές αποστολές με φαρμακευτικό υλικό και εκρηκτικά από την Πολωνία στα Τίρανα, ενώ στην επιστροφή μεταφέρονταν βαριά τραυματισμένοι αντάρτες του ΔΣΕ.

Τα αιτήματα των ανταρτών

Ο ίδιος ο Κόμαρ έφτασε στα Τίρανα και συναντήθηκε με τον παλιό του συμμαθητή στη Μόσχα, Νίκο Ζαχαριάδη. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνάντησης, οι Ελληνες διαβίβασαν αίτημα για μαζική εκκένωση και μεταφορά των βαριά τραυματισμένων ανταρτών του ΔΣΕ, τη δημιουργία στην Πολωνία σχολής αξιωματικών του ΔΣΕ και την εκπαίδευση Ελλήνων πιλότων.

Αντάρτες του ΔΣΕ εκπαιδεύονται στην χρήση πολυβόλου.
Οι Πολωνοί έκαναν δεκτά τα αιτήματα των Ελλήνων συντρόφων τους. Στο Ντζίβνουβ (Dziwnw) οργανώθηκε κινητό νοσοκομείο με 2.000 κλίνες. Στάλθηκαν επίσης, στην Αλβανία, Πολωνοί γιατροί και ειδικευμένοι χειρουργοί, προκειμένου να διοργανώσουν επί τόπου τη νοσοκομειακή θεραπεία των τραυματισμένων ανταρτών. Οι πρώτοι τραυματίες του ΔΣΕ που μεταφέρθηκαν με πλοίο, έφθασαν με το ειδικά προσαρμοσμένο για το σκοπό αυτό «Κοστσιούσκο» («Kociuszko») στις 23 Ιουλίου 1949 που εκφορτώθηκε απολύτως συνωμοτικά, στο Σφινοούιστσιε. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 1950 και κατά τη διάρκειά της πραγματοποιήθηκαν 12 ή 13 θαλάσσια δρομολόγια στην Αλβανία και παραδόθηκαν 45.000 τόνοι πολεμικού υλικού, τροφίμων και φαρμακευτικού υλικού. Πραγματοποιήθηκαν επίσης άλλες τόσες αεροπορικές αποστολές. Το συνολικό κόστος αυτής της επιχείρησης ανήλθε στα 4 δισεκατομμύρια πολωνικά ζλότι (περίπου 16 εκατομμύρια δολάρια).

*Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_29/04/2012_480558

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου