Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος


Bασίλης Γούναρης, Στάθης Ν. Καλύβας, Ιωάννης Δ. Στεφανίδης (Επιμέλεια)
ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ. Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος
Εκδόσεις Πατάκη, 2010, σελ. :472

 Για τους τρεις ανορθόδοξους πολέμους που αποτελούν συστατικό στοιχείο της ελληνικής ιστορίας στον 20ό αιώνα, α) του ακήρυχτου και ανορθόδοξου πολέμου μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων στη Μακεδονία, δηλαδή τον Μακεδονικό Αγώνα, β)την αντίσταση και τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά την δεκαετία του 1940, και γ) τον απελευθερωτικό αγώνα των Κυπρίων την δεκαετία του 1950, έχουν γραφεί πολλά, ίσως περισσότερα για τη διεθνή τους διάσταση ή την υψηλή πολιτική τους, παρά για την εσωτερική τους δυναμική, την κοινωνιολογική διάσταση ή τη στρατιωτική τους λογική. Ενώ όμως έχουν γραφεί πολλά για τις αναμετρήσεις αυτού του είδους, η εσωτερική δυναμική τους, η κοινωνιολογική διάστασή τους και η στρατιωτική λογική τους δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς ούτε έχουν αναλυθεί συγκριτικά.

    Αυτό ακριβώς επιχειρεί ο υπό την επιμέλεια των Bασίλη Γούναρη, Στάθη Ν. Καλύβα, Ιωάννη Δ. Στεφανίδη συλλογικός τόμος. Τα άρθρα που συγκεντρώθηκαν θέτουν πολλά σύνθετα ερωτήματα. Απομονώνοντας κανείς τις έξι θεματικές που προέκυψαν από την άμεση ή έμμεση σύγκριση των τριών ανορθόδοξων πολέμων. Αυτές αφορούν την επιλογή του ανορθόδοξου πολέμου και την ερμηνεία της συχνότητάς του, την εμφύλια διάσταση που τον συνοδεύει, την δυναμική της βίας που αναπτύσσεται στο πλαίσιό του, τις συλλογικές ταυτότητες που τον τροφοδοτούν αλλά και προκύπτουν από αυτόν, τις συνέπειες και τις επιπτώσεις του και το συμβολικό κεφάλαιο που παράγει.

    Η πρώτη θεματική αφορά την επιλογή του ανορθόδοξου πολέμου και σχετίζεται με την ερμηνεία της σχετικής συχνότητάς του στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι αποτέλεσαν την έκφραση μιας έντονης πολιτικής και στρατιωτικής αδυναμίας. Όταν ξεκινάει η ένοπλη δράση στη Μακεδονία, ο ελληνισμός βρίσκεται σε υποχώρηση στην περιοχή αυτή. Το 1942 όταν ξεκινάει με δειλά στην αρχή βήματα η ένοπλη αντίσταση, η Ελλάδα είναι γονατισμένη από την ήττα και την πείνα, ενώ το κομμουνιστικό αντάρτικο του 1946 συμβαδίζει με την πολιτική περιθωριοποίηση του ΚΚΕ.

    Η δεύτερη θεματική αφορά την εμφύλια διάσταση των ανορθόδοξων πολέμων. Παρότι οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι κηρύσσονται στο όνομα μιας θεωρητικά ομοιογενούς και συμπαγούς οντότητας, είτε πρόκειται για το έθνος, είτε για τον λαό, τελικά καταλήγουν σε βίαιη διαίρεση στο εσωτερικό αυτών των οντοτήτων. Ο ανορθόδοξος πόλεμος στη Μακεδονία υπήρξε μια οξεία ενδοχριστιανική σύρραξη που διέσπασε ολόκληρες περιοχές, χωριά αλλά ακόμη και οικογένειες. Οι ανορθόδοξοι πόλεμοι κατά την δεκαετία του 1940, υπήρξαν αναμφισβήτητα και εμφύλιοι πόλεμοι, είτε μιλάμε για την κατοχή είτε για την μετακατοχική περίοδο. Όσον αφορά την Κύπρο ο ανορθόδοξος πόλεμος εξελίχθηκε και αυτός σε βίαιη σύγκρουση χριστιανών και μουσουλμάνων Κυπρίων, όσο και σε σύγκρουση μεταξύ Ελληνοκυπρίων.

Η εμφύλια διάσταση φέρνει στην επιφάνεια την δυναμική της βίας, η οποία είναι και η τρίτη θεματική. Δεν είναι τυχαίο ότι και στις τρεις περιπτώσεις ανορθόδοξου πολέμου που εξετάζονται υπήρξαν κατηγορίες περί τρομοκρατίας, ενώ η αναζήτηση και εξόντωση προδοτών αποτέλεσε μεγίστη προτεραιότητα. Ο ανορθόδοξος πόλεμος από τη φύση του βασίζεται στη στενή σχέση ανάμεσα στον αντάρτικο στρατό και τον άμαχο πληθυσμό, πράγμα που συχνά εξωθεί τους συμβατικούς στρατούς στην ακραία βία των μαζικών αντιποίνων.

Η τέταρτη θεματική σχετίζεται με τη διάδραση ανάμεσα στον ανορθόδοξο πόλεμο και τις συλλογικές ταυτότητες που τον υπηρετούν. Και στις τρεις των περιπτώσεων, οι πόλεμοι αυτοί γίνονται αντιληπτοί εκ των υστέρων ως αυτονόητα εγγραφόμενοι στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής συνέχειας του έθνους. Η μετασχηματιστική λειτουργία της βίας, είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση της Μακεδονίας, όπου ακόμη και οι στρατιωτικοί ηγέτες υπαινίσσονται τη ρευστότητα της εθνοτικής ταυτότητας σε ό,τι αφορά το χριστιανικό στοιχείο της μακεδονικής υπαίθρου, ενώ οι μετακινήσεις στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα δεν ήταν καθόλου σπάνιες. Η μελέτη της διάδρασης ανορθόδοξων πολέμων και συλλογικών ταυτοτήτων αποτελεί ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πεδία θεωρητικού προβληματισμού και εμπειρικής έρευνας στη συγκριτική πολιτική κοινωνιολογία.

Η εκτίμηση των συνεπειών και επιπτώσεων των ανορθόδοξων πολέμων είναι ο θεματικός άξονας της πέμπτης θεματικής. Ενώ είναι εμφανές πως το ανθρώπινο κόστος των ανορθόδοξων πολέμων υπήρξε αξιοσημείωτο, το πολιτικό τους κόστος δεν έχει εκτιμηθεί συστηματικά. Ένα αρχικό συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάλυση των τριών πολέμων είναι η αναντιστοιχία στόχων και αποτελεσμάτων.

Οι τρεις ανορθόδοξοι πόλεμοι παρήγαγαν συμβολικούς καρπούς μεγάλης εμβέλειας που χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στην διατύπωση επίσημων εκδοχών τους με στόχο τη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης και ακολούθως της συλλογικής πολιτικής συμπεριφοράς, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως λειτούργησαν πάντα θετικά για τους εκάστοτε νικητές. Κανένας, από τους τρεις αυτούς πολέμους δεν ανήκει ακόμη αποκλειστικά στον χώρο της ιστορίας. Και οι τρεις διαπλέκονται είτε με την πολιτική σφαίρα είτε με την δημόσια ιστορία και την δημόσια μνήμη. Το περιεχόμενο της έκτης ενότητας ασχολείται με το συμβολικό κεφάλαιο που παρήγαγαν.
Στον τόμο συμμετέχουν με κείμενά τους οι: Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Ιωάννης Δ. Στεφανίδης, Keith A. Darden, Βασίλης Κ. Γούναρης, Άγγελος Χοντζίδης, Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Περσεφόνη Καραμπάτη, Vemund Aarbakke, Κωνσταντίνος Κατσάνος, Βλάσης Βλασίδης, Ιωάννης Μάνος, Στράτος Δορδανάς, Στάθης Καλύβας, Γιάννης Ο. Ιατρίδης, Τασούλα Βερβενιώτη, Νίκος Μαραντζίδης Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, Βασιλική Π. Καραγιάννη, Πέτρος Παπαπολυβίου, Daniel Branch, Diana Markides, Σωτήρης Ριζάς, Γιώργος Καζαμίας.

Η συγκριτική προσέγγιση που προσφέρεται μέσα από τις σελίδες του συλλογικού έργου αναδεικνύει μια σειρά νέων θεματικών και ερωτημάτων. Στον βαθμό που η ίδια φύση του ανορθόδοξου πολέμου επιτάσσει τη στενή σχέση ανάμεσα στον αντάρτικο στρατό και τον άμαχο πληθυσμό, η μελέτη της δυναμικής της βίας αποτελεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Το πολιτικό κόστος των ανορθόδοξων πολέμων και η διαμόρφωση των ταυτοτήτων μέσα στον στρόβιλο που τέτοιοι αγώνες προκαλούν είναι μεταξύ των ζητουμένων που ερευνώνται στις έξι ενότητες. Και οι τρεις πόλεμοι διαπλέκονται άμεσα με τη δημόσια ιστορία και τη δημόσια μνήμη. Αυτό είχε σαν συνέπεια να επικρατήσει ένας απλουστευτικός, εξωραϊστικός λόγος και οι «ενοχλητικές» πτυχές του παρελθόντος να τεθούν στο περιθώριο. Ο εξόχου επιστημονικού ενδιαφέροντος τόμος συμβάλει σημαντικά στην πληρέστερη κατανόηση του ιστορικού παρελθόντος, και επομένως στην ιστορική αυτογνωσία.

Αναδημοσίευση από http://www.istoria.gr/index.php?mod=articles&action=disArcArt&issue=97&id=1215


Μακεδονικός Αγώνας, ΕΟΚΑ, Εμφύλιος

Ενας συλλογικός τόμος με μελέτες για τρεις ανορθόδοξους πολέμους του Eλληνισμού

Του Γιωργου Aντωνιου*

Ι. Στεφανίδης, Β. Γούναρης, Σ. Καλύβας (επιμ.), «Ανορθόδοξοι πόλεμοι: Μακεδονία, Εμφύλιος, Κύπρος», Εκδ. Πατάκης, 2010

ΙΣΤΟΡΙΑ. Παρά τη διεύρυνση της ιστορικής επιστήμης, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, με μελέτες και έρευνες οι οποίες ακόμη και κατά το πρόσφατο παρελθόν θα θεωρούνταν ότι εισήγαγαν καινά δαιμόνια, ορισμένα κενά και (ψευτο) διλήμματα εξακολουθούν να παραμένουν εντυπωσιακά: η μόνιμη και βασική διχοτόμηση και αντιπαλότητα μεταξύ γεγονοτολογικής ιστορίας και αναλυτικής-θεωρητικής προσέγγισης η διακήρυξη, μέχρι καταχρήσεως, της διεπιστημονικότητας, η σπάνια, ωστόσο, εφαρμογή της στην πράξη, η παντελής απουσία συγκριτικών μελετών΄ η εθνοκεντρική ματιά και η έλλειψη επικοινωνίας με τη διεθνή βιβλιογραφία. Ο συλλογικός τόμος «Ανορθόδοξοι Πόλεμοι» αποτελεί μία ανορθόδοξη περίπτωση καθώς συνιστά μια ελπιδοφόρα εξαίρεση στις παραπάνω παρατηρήσεις.

Ο τόμος εξετάζει τρεις περιπτώσεις «ανταρτοπόλεμων» του ελληνισμού: τον Μακεδονικό Αγώνα, τον αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο και τον Εμφύλιο. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι επιμέρους περιπτώσεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως αφορμή, ενώ απώτερος στόχος είναι η σύγκριση και τα σχετικά με τη φύση των ανορθόδοξων πολέμων πορίσματα. Ο τόμος αποτελεί ένα υβρίδιο μεταξύ πολιτικής επιστήμης και ιστορίας (και δευτερευόντως διεθνών σχέσεων και ανθρωπολογίας) σε σπάνια μεταξύ τους ισορροπία.

Η δεύτερη αρετή του τόμου πηγάζει από την ιδιαίτερα επιμελημένη δομή του. Η εισαγωγή και το δεύτερο μέρος («συγκριτικές προσεγγίσεις») δίνουν τη δυνατότητα να τεθεί μία πλούσια θεωρητική και εννοιολογική βάση για τις επόμενες θεματικές ενότητες, που πραγματεύονται τους τρεις ανορθόδοξους πολέμους. Στις δύο από αυτές (Μακεδονικός Αγώνας, Εμφύλιος) τα εισαγωγικά κείμενα των Βασίλη Γούναρη και Στάθη Καλύβα (δυστυχώς εκλείπει το ανάλογο για την περίπτωση της Κύπρου) συντελούν ουσιαστικά στη σύλληψη και εμβάθυνση της λογικής του τόμου, του οποίου οι επιμέρους μελέτες, παρά την πολυποίκιλη θεματική τους, δεν παρεκκλίνουν στο ελάχιστο από το αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο του σκεπτικού της έκδοσης, την παράμετρο της συγκριτικής προσέγγισης. Ετσι αναδεικνύονται θεματικές που διατρέχουν δυναμικά και τις τρεις εξεταζόμενες περιπτώσεις, όπως η εμφύλια διάσταση της σύγκρουσης, οι στρατηγικές μέσων και στόχων που υιοθετήθηκαν, η αυτόνομη λογική της βίας, οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, το συμβολικό κεφάλαιο κάθε πολέμου και η χρήση του στο μέλλον.

Θα μπορούσαν να εκφραστούν κάποιες ενστάσεις ως προς την επιλογή των συγκεκριμένων θεματικών ενοτήτων. Γιατί, για παράδειγμα, δεν επιλέχθηκε το 1821, ως ακόμη ένα πρότυπο ανορθόδοξου πολέμου; Η στρατηγική της βίας που υιοθετείται εναντίον ανταγωνιστικών ομάδων παρουσιάζει σημαντικές αναλογίες, όπως συμπεραίνεται από τη σύγκριση της στρατηγικής του ΕΑΜ εναντίον των αντιπάλων του με τη στρατηγική της ΕΟΚΑ έναντι των εχθρών της. Η ίδια τακτική διαπιστώνεται, εξάλλου, και στη δράση των καπετάνιων του Μακεδονικού Αγώνα. Αρκούν, ωστόσο, οι εντυπωσιακές ομοιότητες ώστε να παραμεριστούν οι εξίσου σημαντικές διαφορές; Για παράδειγμα, τόσο στον κυπριακό όσο και στον μακεδονικό αγώνα το κράτος συμπαρίστατο στους αντάρτες με την ανοχή, ενθάρρυνση και στήριξη, έμμεση ή άμεση των σκοπών του αγώνα. Αντίθετα, στον εμφύλιο είτε βρέθηκε ευθέως απέναντι στους ατάκτους είτε είχε ανοιχτά αντίπαλη και ανταγωνιστική σχέση μαζί τους. Επιπρόσθετο στοιχείο διαφοροποίησης αποτελεί και ο διεθνής παράγοντας. Ο ελληνικός εμφύλιος είναι μια σύγκρουση, η πρώτη, του ψυχρού πολέμου, ενώ, αντίθετα, το Κυπριακό εντάσσεται σ’ ένα εντελώς ιδιόμορφο από αρκετές απόψεις πλαίσιο, στο οποίο η κουλτούρα της αποαποικιοποίησης έρχεται να συναντήσει έναν παραδοσιακό εθνικισμό. Παρά τις δευτερεύουσες ενστάσεις, ο σπάνιος αυτός τόμος γίνεται φορέας των διεθνών τάσεων της ιστοριογραφικής παραγωγής στον τομέα της συγκριτικής ιστορίας. Πρόκειται για μια από τις ευτυχείς περιπτώσεις, στις οποίες ο όρος συλλογικός τόμος αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η αυστηρή επιστημονικότητα που διατρέχει συνολικά τον τόμο αποτελεί ταυτόχρονα και ένα εργαλείο εθνικής αυτογνωσίας, καθώς οι ανορθόδοξοι πόλεμοι σπάνια διεξήχθησαν με ορθόδοξους και αγνούς τρόπους. Η διάθεση υπέρβασης των εθνικών μύθων και αποκάλυψης των πολύπλοκων διεργασιών, που, πολλές φορές, κρύβονται πίσω από τις πράξεις των ατόμων και των συλλογικών υποκειμένων, συνιστά τον κοινό παρονομαστή των επιμέρους κεφαλαίων.

*O κ. Γ. Αντωνίου διδάσκει ευρωπαϊκή ιστορία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Αναδημοσίευση από http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_25/01/2011_429975

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου